Translate -TRANSLATE -

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Μπαλωματής του Μωρηά

 


ΠΑΛΗΑ ΚΑΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ

Μπαλωματής του Μωρηά

Του κ. Νίκου Σταυρή

Το γουρουνοτσάρουχο μιλάμε ξάστερα — ήταν η «ποδεμί» της ρωμιοσύνης στα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς της. Με το τίναγμα του ζυγού από το σβέρκο της, έβαλε στα πόδια της παπούτσια. Φόρεσε τσαρούχια. Με τη περίφημη «φούντα» στη μύτη τους, και με το μαύρο ή κόκκινο χρώμα. Με σολόδερμα χοντρό, κατεργασμένο, από τομάρια δαμαλιών πού αφθονούσαν στα βουνά τού Μωρηά και της Ρούμελης. Οι μυτερές πέτρες συντόμευαν τη φθορά.

Οι μπαλωματήδες κάνουν την εμφάνιση τους. Με το σουβλί και το βελόνι στην αρχή. Με το σφυρί και το αμόνι κατόπιν. Με τα μυτερά προκάκια και τις βιδάτες πρόκες στη συνέχεια. Με τα πετσί και τα εργαλεία στις πλάτες, περιοδεία στα χωριά. Και με το “ματαράτσι”για τον ύπνο κάτου από τα μπαλκόνια όπου υπήρχαν. Για να έχουν προστασία από τη βροχή. Το καλοκαίρι στης σκιές των πουρναριών. Πριν ξημερώσει «παπούτσια να μπαλώώώ. Τυρί, μυτζήθρα, η αμοιβή από τους τσοπάνηδες, αραποσίτι και λάδι από τους ζευγολάτες. Δούλευαν μήνες ολόκληρους. Κάποτε γύριζαν να φορτώσουν στο γαϊδούρι τους την είσπραξη σε είδος. Μαλλιά, τράγων, προβατίνες, φασόλια, ρεβίθια, φακές, γουρουνίσιο κρέας. Χαράς ευαγγέλια για τη φαμελιά. Γύριζε φορτωμένος ο νοικοκύρης σπίτι του. Και μερικά λεφτά στην τσέπη Και με καινούργιο παντελόνι. Και με «πασουμάκι» παπούτσι. 

 

 

Παραμερίζεται σιγά, σιγά, η φουστανέλα. Εμφανίζονται οι φραγγοφορεμένοι. Φορούν παπούτσια βακετένια, στην αρχή, αδιάβροχα στη συνέχεια. Αφανίζεται το τσαρούχι, το φτιαγμένο με τα ίδια τα χέρια αυτού πού τα φορούσε. Το υποτυπώδες μ' άλλα λόγια, κάλυμμα των ποδιών με κομμάτι γουρνουτόμαρου. Με λουριά από τον  ίδιο βγαλμένα, αντί για κλωστές. Για οικονομία οι «φτέρνες» έξω, χωρίς προστασία, για να ακούμε σήμερα στην περιοχή της Αρκαδίας—'Ολυμπίας το περίφημο «σκασμένη φτέρνα». Αρκάδες και 'Ολύμπιοι οι πρώτοι διδάξαντες. Κατά οι Στεμνιτσιώτες τη χρυσοχοεία. Οι Δημητσανίτες το μπαρούτι. Τα Λαγκάδια τη μαστοριά. Η Ζάτουνα στην «αργάσι» των τομαριών όπως    και    η   Ανδρίτσαινα με τα περιττώματα (σκυλόσκατα) των σκύλων. Ο Κοσμάς στα κτένια και ο Άγιος Πέτρος στον ασβέστη. Η Τριπολιτσά στις στολές από «σαγάκι». Καπότες, γιλέκια, πιτούρια.

Βροχές και βοριάδες χτύπησαν αλύπητα τους μπαλωματήδες. Διαφορετική ή τύχη των γανωματήδων πού δούλευαν δίπλα στη φωτιά. Διακονιαραίοι, καλαϊτζήδες, και μπαλωματήδες χτίζουν τα πρώτα σπίτια με τα πελεκητά αγκωνάρια. Δίδουν το παράδειγμα. Φέρνουν στα χωριά τους το μικρό πολιτισμό. Όπως ο Ρόβας στα Γιάννενα από την Πόλη, χρυσαφικά, διαμαντικά, και χαλκωματένια σκεύη. Με τη μεγάλη φάλαγγα, γκαμήλες, άλογα, μουλάρια. Πορεία βαριά, ένα μήνα το πάει και ένα μήνα το έλα! 

 

Η περιοχή της Καρύταινας, η δεύτερη μετά το Φανάρι της Ανδρίτσαινας ισχυρή επαρχία της Τουρκιάς, «έβγαλε τους πρώτους μπαλωματήδες από τα χωριά Μουλάτσι, Δραγουμάνου (Κοτύλιο), Λάβδα πού ταξίδεψαν άλλοι για τους κάμπους τού Πύργου και της Καλαμάτας και άλλοι για το ορεινό συγκρότημα της Ρούμελης. Για τις αρβύλες της εργατιάς στ’ αμπέλια και τις σταφίδες οι πρώτοι, για τ' αρβανίτικα τσαρούχια των τσελιγγάδων οι δεύτεροι. Τα καλιγωμένα με τις βιδάτες πρόκες για την αντοχή. Τα γεμάτα βάρος και ομορφιά. Πού με μια και μόνο κλωτσιά γκρέμιζαν βράχους και σκότωναν ανθρώπους. Κι’ όσοι τα φορούσαν έπιαναν τ' αγρίμια στην τρεχάλα. Και με την κάπα, στρώμα και σκέπασμα, αψηφούσαν τις βροχές και τα χιόνια. Τέτοια ήταν εκείνο το καιρό η ρωμιοσύνη, τούτης της   περιοχής.....

ΝΙΚΟΣ   ΣΤΑΥΡΗΣ

ΠΗΓΗ:

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΝΕΟΣ ΟΡΙΖΩΝ 2012

 

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2024

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΑΣ ΥΜΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

 


Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΑΣ ΥΜΝΟΣ

ΚΑΙ Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης στάθηκε πραγματικά αυτός πού έδειξε το δρόμο προς την ελληνική ποιητική δημιουργία στον μετέπειτα Εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό. Και όχι μόνο αυτό. Υπήρξε ο πρώτος που στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» στις 21 'Οκτωβρίου 1825, επεξήγησε στους Έλληνες, τα βαθύτερο νόημα και τα ποιητικά χαρίσματα «του Ύμνου της Ελευθερίας».

Έγραφε τότε :

«Ενώ καθένα από τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης, διαβάζει εις την γλώσσαν του το ποίημα του ομογενούς μας κυρίου Σολωμού, ενώ τα κάλλη αυτού του ποιήματος έθελξαν των ξένων αναγνωστών την καρδίαν, και έπλεξαν φιλολογικόν στέφανον εις την κορυφήν του νέου ποιητού μας, είναι δίκαιον μοναχή η Ελλάς να μη γνωρίζει ό,τι δοξάζει το τέκνον της, και όσα εγράφησαν δι’ αυτήν την ιδίαν, ενώ μάλιστα είναι η τρίτη φορά όπου τώρα τυπώνονται ;

Επιχειρίζεται ο ποιητής να ύμνησει την Ελευθερίαν της Ελλάδος· ούτε από τους ουρανούς μας την κατεβάζει, ούτε με τα συνηθισμένα από την ποίησιν σύμβολα της θεότητος την χαρακτηρίζει. Η ελευθερία της Ελλάδος. συνενταφιάσθη μαζί με τους ήρωας της· όθεν τους τάφους ανοίγει και ο ποιητής, από τα εκεί θαμμένα ιερά κόκκαλα την εβγάνει και όλην Ελληνικήν την παρησιάζει :

Απ τα κόκκαλα βγαλμενη

τών Ελλήνων τα ιερά,

και σαv πρώτα  ανδρειωμένη

χαίρε, ω χαίρε, 'Ελευθέρια  

Δια σύμβολον, της οπλίζει το χέρι με κοφτερήν μάχαιραν, δια να εκδικηθεί τόσων αιώνων αδικοχυμένα ελληνικά αίματα και να ξεπλυθεί και η ίδια από τον μολυσμόν της δουλείας της :

Σε γνωρίζω από την κόψι

τον σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψι

πού με βία μετράει την γη.

 

Αφού χαιρετά, κατ' αυτόν τον προσφυή τρόπο την Ελευθερία, ο ποιητής εξετάζει τί ήταν η χθεσινή Ελλάς, και με τους ελεγειακούς της τόνους κινεί εις πάθος την καρδιά. Αισθήματα χαράς έπειτα δια μιας ξυπνά, και τον ενθουσιασμό της καρδιάς του τον ανάφτει και εις τα στήθη των άλλων, και τους ανοίγει ευθύς το θέατρον των σημαντικότερων άθλων της νέας Ελλάδος· τους φέρει πρώτον έμπροσθεν εις τα τείχη της Τριπολιτζάς, και τόσον-έντεχνα και ζωηρά ψάλλει τα συμβάντα αυτής της πόλεως, όπου ο ακροατής νομίζει, ότι βλέπει ζωντανή παράσταση της τραγικής εκείνης σκηνής. Ιδού η δείξη.

Τότε (λέγει) ανάφτει

του πολέμου  αναλαμπή

το τουφέκι ανάβει αστράφτει,

λάμπει, κόφτει το σπαθί.

 

'Ακούω κούφια τα  τουφέκια,

ακούω σμίξιμο σπαθιών,

ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,

ακούω τρίξιμο δοντιών.

 

Της σκηνής η ώρα,

ο τόπος, οι κραυγές, η ταραχή,

ο σκληρόψυχος ο τρόπος

του πολέμου oι καπνοί,

 

κι   οι βροντές, και το σκοτάδι,

όπου αντίσκοφτε η φωτιά,

επαράσταιναν τον άδη,

πού ακαρτέρειε τα σκυλιά.

 

Αυτοί δεν είναι λόγοι· είναι ζωγραφιά !

Πόσον προσφυής είναι ο τρόπος με τον οποίον ο ποιητής, επιχειρίζεται να δικαιολόγηση την τόσην σφαγή εκείνης της τρομερής ημέρας ! Τοποθέτει, ότι αναρίθμητοι ήσκιοι των αδικοφονευμένων Ελλήνων ανέβαιναν από τα σπλάχνα εις το πρόσωπον της γης, οι όποιοι χορεύοντες μεσ' τα πηκτά αίματα, βρυχίζοντες βραχνά και μανίζοντες εις το πλάϊ των Ελλήνων, έγγιζαν τα στήθη των πολεμιστών· αυτό το άγγισμα έδιωχναν από την Ελληνικήν καρδίαν κάθε αίσθημα λύπης, και κατ' αυτόν τα τρόπον

...αυξάνει του πολέμου,

ο χορός τρομακτικά,

σαν το σκόρπιαμα  του ανέμου

στου πελάου την μοναξιά.

Και πάλιν ο χορός του πολέμου αυξάνει, και πάντοτε εις αύξηση προχωρεί, έως εκεί που κλείνει η  σκηνή της Τριπολιτζάς   με τον ακόλουθο παιάνα :

Της αυγής δροσάτο αέρι

δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο

στων ψευδόπιστων  το αστέρι

φύσα, φύσα εις τον Σταυρό.

Από την Τριπολιτζά μεταβαίνει στην Κόρινθο εκεί άλλοτε παίζει την ήμερη φλογέρα, άλλοτε την πολεμική σάλπιγγα, ευτυχώς όμως πάντοτε και την μίαν και την άλλην. Έρχεται κατόπιν η πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822, και ιδού εις την φοβερήν ώρα της εφόδου, η ιερά θρησκεία, θυγατέρα του ουρανού, διαυθεντεύτρα και παρηγορήτρα των χριστιανών καταβαίνει, την ήμερα της ενανθρωπήσεως του θεού, να επισκεφτεί τον κινδυνεύοντα λαόν της, και βαστώντας τον Σταυρόν εις τα χέρι φιλά την Ελευθερία, την οποίαν ιδού πόσον θαυμάσια ο ποιητής μας την περιγράφει.

Μια τέτοια περιγραφή να είναι η εσπερινή και αυγινή προσευχή κάθε φιλελευθέρου :

A ! το φως, πού σε στολίζει

σαν ηλίου φεγγοβολή,

και μακρόθεν σπινθηρίζει,

δεν είναι, όχι, από την γη.

 

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη

χείλος, μετωπο,   οφθαλμό·

φως το χέρι, φως το πόδι,

κι   όλα γύρω σου είναι φως.

Τα θείον εκείνο φίλημα της Θρησκείας προς την Ελευθερία ενεργεί τα τεράστια εκείνης της ημέρας· η ποίηση γίνεται και αυτή θεία. Η φωνή της είναι εις κάποια μέρη φωνή προφήτου, και παντού ως ορμητικός χείμαρρος χύνει την δύναμη της και την χάριν της.

'Ακολουθούν έπειτα ύμνοι των θαλασσινών μας, του Πατριάρχου ο τραγικός θάνατος, τραγικά και φιλεκδικητικά γραμμένος, συμβουλή εις το έθνος εναντίον της αναθεματισμένης διχόνοιας,   και μια αποστροφή σφοδρότατη, εις το τέλος, προς τους Βασιλείς της Ευρώπης, έμπροσθεν των οποίων οι ανδρείοι της Ελλάδος στήνοντας τον Σταυρόν τους ερωτούν λέγοντες :

Τι θα κάμετε; θ' αφήστε

ν' αποκτήσωμεν εμείς

Λευτεριά, ή θα την λύστε

εξ’ αίτιας  Πολιτικής;

Τούτο αν ίσως μελετάτε

ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό.

Βασιλείς! ελάτε, ελάτε,

και κτυπήσετε  κι   εδώ.

 Και με το κτυπήσατε κι’ εδώ κλείνει θαυμάσια τα ποίημα.

Λυπούμαι ότι τα στενά όρια της εφημερίδος δεν με συγχωρούν να αναλύσω λεπτομερώς το ποίημα και με βιάζουν να παρατρέψω τόσας στροφάς, με τάς όποιας έπρεπε να υποστηρίξω τους ακολούθους λόγους μου. Από τα προ αιώνων θαμμένα κόκκαλα των προγόνων μας βγήκε ή ελευθερία, καθώς είδαμε, από των ιδίων προγόνων μας τους   κωφούς και   άφωνους τάφους   ξυπνά και ο Σολωμός την βαριά εκεί κοιμωμένη Μούσα. Παρόμοια με την προχθεσινή Ελλάδα εκείτετο και η ποίηση μας έως χθες, πτωχή και άδοξη· παρόμοια με την σημερινή Ελλάδα υψώνεται και αυτή τώρα και λαμπρύνεται.

Ο Ύμνος, περί του οποίου γίνεται λόγος λέγει ο ποιητής ότι δημιουργήθηκε τον Μάιο μήνα το 1823· είναι έως εκατόν εξήντα στροφές συνθεμένος από διάφορα μέρη, φαίνεται ένα, όλον μονομερές και τέλειο, και χωρίζοντας τον εις τα μέρη του ευρίσκεις καθένα από αυτά ένα όλον τέλειο. Το γυμνασμένο στην ποίηση αυτί ακούει εις αυτόν τον Ύμνο όλους τους τόνους της  ποιήσεως   και  η ποικιλία αυτή τον μαγεύει τόσον, ώστε θέλει να τον ακούσει όλον διά μιας.

Βάθος γνώσεως των κανόνων της υψηλής Λυρικής δείχνει ο ποιητής, όταν πηδά από μίαν υπόθεση εις άλλην. Η θερμότητα της καρδίας του αποφεύγει πάντοτε την ψυχρότητα της Μυθολογίας, και το ύψος των ιδεών του αποστρέφεται τους κοινούς τύπους της ποιήσεως.

Είναι γραμμένος εις την κοινότατη γλώσσα, εις την οποίαν είναι παράκαιρο να κάμω καμίαν κρίσιν, θέλοντας, κατά το παρόν, να αποφύγω τις συνηθισμένες δια την γλωσσά μας λογομαχίας· αλλ’ οποιαδήποτε και αν είναι καθενός η γνώμη, δίκαιον είναι να παρατηρηθεί, ότι ή ευρυχωρία της φαντασίας του ποιητή πλάτυνε και αυτά τα στενά όρια της στενής μας γλώσσας, την οποίαν και ανέβασε εις τα ύψη των ιδεών του.

Η αρμονία των στίχων θα φανεί νέα βέβαια εις την Ελληνική ακοή, και όχι αρεστή· αλλά δεν δυσκολεύομαι να ειπώ, ότι είναι τόσον περισσότερο ηδονική, όσον το αυτί του ακροατή είναι μουσικότερο. Αν δεν με απατά η ειλικρινής μου προς τον ποιητή φιλία, νομίζω ότι οι άξιοι αναγνώστες αυτού του Ύμνου θέλει τον κρίνουν δόξα της Ελλάδος, και θέλει ειπούν μαζί μου, ότι εις κανένα  καιρόν   και εις κανένα έθνος η ελευθερία   δεν ηύρε ψάλτη αξιότερο.

 ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ

ΠΗΓΗ:

 ΣΠ. ΤΡΙΚΟΥΠΗ : ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 

 

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2024

ΣΠΥΡ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΝ. ΣΟΛΩΜΟΣ

 


ΣΠΥΡ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ    ΚΑΙ  ΔΙΟΝ. ΣΟΛΩΜΟΣ

Όσοι έχουν σκύψει με στοχασμό στη μελέτη του Σολωμικού έργου έχουν καταλήξει στα συμπέρασμα, ότι δεν θα υπήρχε εθνικός ύμνος και εθνικός ποιητής Σολωμός αν δεν βρισκόταν ο Σπυρίδων Τρικούπης να δείξει στον Ιταλομαθή ποιητή τον Ελληνικό Παρνασσό. Γιατί ο Διονύσιος Σολωμός άρχισε το φιλολογικό του στάδιο με ιταλικούς στίχους, μια πού είχε σπουδάσει στην Ιταλία και ήταν του συρμού της εποχής οι μορφωμένοι να γράφουν στην Ιταλική.

Ο Πολυλάς στα «Προλεγόμενα» πού θα αποτελούν για πολύν ακόμα καιρό κλασσικά εισαγωγικό κείμενο στο Σολωμικό έργο, γράφει σχετικά με τα ζήτημα αυτό «...Όθεν (περί τα τέλη του 1822) ο Τρικούπης έφθασε εις Ζάκυνθον, καλεσμένος από τον αείμνηστο Λόρδο Γκίλφορδ, και επισκέφτηκε τον Σολωμό, ο ποιητής δεν του εξεφώνησε τους απλοελληνικούς στίχους του, άλλα την ιταλική Ωδή Per Prima Messa την οποία είχε συνθέσει ακόμη ευρισκόμενος στην Ιταλία. Ο Τρικούπης του παρατήρησε ότι ο προορισμός του ήταν, όχι να λάβει μίαν λαμπρή θέση εις τον ιταλικό Παρνασσό, άλλα να βγει θεμελιωτής νέας φιλολογίας».

Ο Παλαμάς βιογραφώντας τον Σπυρ. Τρικούπη στην τετάρτη έκδοση της Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως γράφει ότι είπε ο Πολυλάς :  «Σ' αυτόν (τον Τρικούπη) χρωστούμε κατά μέγα μέρος το Σολωμό, καθώς είναι αυτός, πού τον έπεισε, παρατώντας τα ιταλόγλωσσα σχέδια του, να γράψει στα ελληνικά, και να ανεβάσει τη δημοτική στην περίοπτη θέση πού γνωρίζουμε».

Πια εύγλωττα και ξεκαθαρισμένα για το ζήτημα αυτό μιλάει ό ίδιος ο Τρικούπης σ’ ένα του γράμμα, πού είχε στείλει το 1859 στον Πολυλά, πού του ζητούσε σχετικές πληροφορίες για το Σολωμό.

«... Παραλείπω να σας μιλήσω για το   χαρακτήρα του   ποιητή.   Δεκαπέντε χρόνων φιλικές σχέσεις μαζί του σας επέτρεψαν να τον εκτιμήσετε κατά βάθος.

Θεωρώ επίσης περιττό να σας μιλήσω για τη νεότητα του   και τη   μόρφωση του. Ο αδελφός του είναι σε θέση και καλύτερα από κάθε άλλον να σας διαφώτιση στο ζήτημα αυτό. Περιορίζομαι λοιπόν σε μερικές περίεργες πληροφορίες, που συνετέλεσαν να τον κάμουν ν’ ακολουθήσει τη γλωσσά μας στα αθάνατα ποιήματα του.

Προτού φύγει από την Αγγλία για την Επτάνησο το 1823, ο λόρδος Γκίλφορδ, πού δεν ασχολείτο λιγότερο για την πολιτική τύχη της Ελλάδος παρά για τη φιλολογική της αναγέννηση και βρισκόταν σ' εμπιστευτικές σχέσεις για τα ελληνικά ζητήματα με τον περίφημο Γεώργιο Κάνιγκ, με κάλεσε να πάω να τον ιδώ στην Κέρκυρα ή στη Ζάκυνθο. Το όνομα του Σολωμού ήταν εκεί τότε στα στόμα όλου του κόσμου. Μιλούσαν για το ποιητικό του ταλέντο, την ακοινωνησία του και την εκκεντρικότητα του. Ζούσε στην έξοχη και δεν δεχόταν κανένα.

Ένας φίλος, στον οποίο είπα την επιθυμία μου να ιδώ ένα τόσο σημαντικό πρόσωπο, μ' είχε συμβουλεύσει να μη του μιλήσω, αν είχα την τιμή να με δεχτεί, παρά μόνο για ποίηση. Συντροφευμένος από το Λεκατσά, πήγα στην εξοχή του και με καλοδέχτηκε, χάρη στη συνομιλία μου μ' αυτόν για τους Άγγλους, ποιητές, που εκείνος θαύμαζε, όπως κι' εγώ. Την άλλη μέρα ήρθε εξεπίτηδες στην πόλη για να μου ανταποδώσει την επίσκεψη και πάνω στην κουβέντα μου απάγγειλε μία Ωδή του, γραμμένη ιταλικά με θέμα την πρώτη Μετάληψη...

Ο Σολωμός παρατήρησε ότι, αφού άκουσα την Ωδή, έμεινα σκεφτικός και  άφωνος και με ρώτησε τι σκεφτόμουν.

—Το ποιητικό σας ταλέντο, του είπα, θα σας εξασφάλιση καλή θέση στον ιταλικό Παρνασσό, μα οι πρώτες θέσεις εκεί έχουν πιαστεί. Ο Παρνασσός της νεώτερης Ελλάδος δεν απέκτησε ακόμη τον Δάντη της.

Σ' ερώτησή του, του εξέθεσα την κατάσταση της γλώσσας και της φιλολογίας μας.

—Δεν ξέρω ελληνικά, μου είπε. Πως θα μπορούσα να επιτύχω ;

Πράγματι δεν ήξερε παρά ατελέστατα τη γλώσσα του σπιτιού (le langage Lamilier).

—H γλώσσα, του απάντησα, πού βυζάξατε μαζί με το γάλα της μάνας σας είναι η ελληνική. Δεν έχετε παρά να την ξαναφέρετε στην μνήμην σας κι αν το επιτρέπετε, θα σας βοηθήσω σε αυτό όσο μπορώ κατά το διάστημα που θα μείνω στην Ζάκυνθο, διάστημα πού θα παραταθεί, κατά τις τελευταίες μου πληροφορίες, γιατί ο Λόρδος Γκίλφορδ δεν θα έλθει τόσο γρήγορα. Δεν πρόκειται του πρόσθεσα ούτε για την τόσο δύσκολη φιλολογική γλώσσα,   ούτε για τη γελοία μακαρονική, άλλα για τη μητρική σας και ζωντανή γλώσσα.

Βλέποντας πώς το φιλότιμό του έπαιρνε φωτιά, οικονόμησα την ίδια ήμερα ένα αντίτυπο των «Ωδών» του Χριστόπουλου. Από την άλλη ημέρα αρχίσαμε τη δουλειά και για μερικούς μήνες περνούσαμε την μέρα μαζί και δεν ασχολούμεθα παρά με την ελληνική γλώσσα.

Δεν είχε περάσει μια βδομάδα από την πρώτη συνομιλία μας κι’ ο Σολωμός   με   ξάφνιασε,   απαγγέλλοντας   μου   ένα   τραγούδι   πού   είχε   γράψει ελληνικά :

Την είδα την ξανθούλα,

την είδα 'ψες αργά,

πού εμπήκε στη βαρκούλα

να πάει στην ξενιτειά.

Ήταν η πρώτη του σύνθεση σ' αυτή τη γλώσσα.

Αμέσως όλοι την τραγουδούσαν στη Ζάκυνθο κι' ένα βράδυ πολλοί συμπολίτες του πήγαν και την τραγούδησαν κάτω από τα παράθυρα του. Κι’ αυτό πολύ τον συγκίνησε.

Σε λίγες μέρες άρχισε μία Ωδή στην ελευθερία και την τελείωσε σε λίγο καιρό. Δεν ήταν άνθρωπος για να συμβουλεύεται τη γραμματική, ούτε ν' ανοίγει λεξικό. Τού έλειπαν οι λέξεις κ' οι λίγες πού κατείχε δεν του χρησίμευαν παρά για να μεταφέρει ελληνικά τις ιδέες πού είχε συλλάβει ιταλικά».

Αυτά γράφει ο Τρικούπης —του οποίου η «ειλικρίνεια αποτελούσε το πρώτο κόσμημα της ψυχής και την πρώτην αρετήν» σύμφωνα με όσα είπαν όσοι τον νεκρολόγησαν στα 1873, ήμερα πού ενταφιάσθηκε,— και δεν μπορεί παρά έτσι να είναι, παρ' όλα, τα τραβηγμένα σοφίσματα μερικών «Σολωμιστών», οι οποίοι θέλουν να υποστηρίξουν, ότι ο Σολωμός είχε διαλέξει μόνος το δρόμο πού έπρεπε να ακολουθήσει αλλά είχε μερικούς δισταγμούς. «Αυτούς τους δισταγμούς του ήλθε να εξαφανίσει ο Τρικούπης με τις οδηγίες του και την πρακτική συνδρομή του στη μελέτη της δημοτικής Ελληνικής γλώσσας. Έγινε δηλαδή ο δάσκαλος και οδηγός του σ' ένα δρόμο στον οποίο ο Σολωμός είχε ήδη μπει προτού φτάσει ο Τρικούπης στη Ζάκυνθο».

Νομίζω ότι οι απόψεις αυτές είναι εξεζητημένες και η ελληνικότητα του Σολωμού κατά τίποτε δεν μειώνεται ούτε με την αμάθεια της ελληνικής γλώσσας στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του, ούτε με την μη ένοπλη δράση του στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821.

Ο Τρικούπης στάθηκε πραγματικά αυτός πού έδειξε το δρόμο του ελληνικού Παρνασσού στον «διστάζοντα» ιταλομαθή Σολωμό. Και όχι μόνο αυτό. Αισθάνθηκε πλατειά όλο το μεγαλείο της δημιουργίας του και είναι ο πρώτος που στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» 21 'Οκτωβρίου 1825, επεξήγησε στους Έλληνες, τα βαθύτερο νόημα και τα ποιητικά χαρίσματα «του Ύμνου της Ελευθερίας». 

ΠΗΓΗ:

 ΣΠ. ΤΡΙΚΟΥΠΗ : ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ