Translate -TRANSLATE -

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2025

Ο Πήγασος — Το φτερωτό άλογο της έμπνευσης

 


Ο Πήγασος — Το φτερωτό άλογο της έμπνευσης

Από το αίμα της Γοργόνας ως τον αστερισμό του ουρανού

Ο Πήγασος, το φτερωτό άλογο της ελληνικής μυθολογίας, γεννημένος από το αίμα της Μέδουσας και την πνοή του Ποσειδώνα, έγινε διαχρονικό σύμβολο έμπνευσης, δημιουργίας και υπέρβασης. Από την πηγή των Μουσών στον Ελικώνα ως τον αστερισμό που φέρει το όνομά του, η ιστορία του συνδέει τη γη με τον ουρανό, τη δύναμη με την ποίηση.

Ο Πήγασος εξακολουθεί να σαγηνεύει τη φαντασία των ανθρώπων μέχρι σήμερα. Από τα αρχαία αγγεία και τα ανάγλυφα ως τα λογότυπα και τις κινηματογραφικές και τηλεοπτικές οθόνες της εποχής μας, παραμένει σύμβολο της ποιητικής έμπνευσης, της πτήσης του νου και της υπέρβασης των ορίων.

Η καταγωγή του χάνεται στα βάθη της αρχαιότητας, στην προφορική παράδοση των Ελλήνων. Η πρώτη του εμφάνιση σε γραπτή μορφή βρίσκεται στη Θεογονία του Ησιόδου (8ος–7ος αι. π.Χ.), όπου περιγράφεται ως παιδί της Γοργόνας Μέδουσας και του Ποσειδώνα. Όταν ο ήρωας Περσέας αποκεφάλισε τη τρομερή Μέδουσα, από το αίμα της γεννήθηκαν δύο πλάσματα: ο Χρυσάωρ, πολεμιστής με χρυσό ξίφος, και ο Πήγασος, το λαμπρό φτερωτό άλογο.

 

 

Η γέννησή του λοιπόν συνδέεται με τον θάνατο της μητέρας του, της Γοργόνας Μέδουσας, από τον Περσέα. Άλλοτε ξεπηδά από τον λαιμό της Γοργόνας, ως γιος του Ποσειδώνα, και άλλοτε από την ίδια τη Γαία που γονιμοποιήθηκε από το αίμα της Γοργόνας, όταν την αποκεφάλισε ο Περσέας. Όσο για το όνομά του, αυτό συνδέεται με τον τόπο κατοικίας της μητέρας του και τον τόπο της δικής του γέννησης όπως αναφέρει ο Ησίοδος

Αμέσως μετά τη γέννησή του, ο Πήγασος πέταξε ψηλά στον ουρανό και εγκαταστάθηκε στο όρος Ελικώνας, όπου με ένα χτύπημα της οπλής του έκανε να αναβλύσει μια πηγή, η Ιπποκρήνη. Από τότε, η πηγή αυτή θεωρήθηκε ιερή για τις Μούσες — τις θεότητες της τέχνης και της ποίησης — και έγινε σύμβολο της έμπνευσης που ξεπηδά ξαφνικά, όπως το νερό από τη γη.

 

 

Σε άλλους μύθους, ο Πήγασος συνδέεται με τον ήρωα Βελλεροφόντη, ο οποίος, με τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς, εξημέρωσε το άλογο χρησιμοποιώντας ένα χρυσό χαλινάρι. Μαζί αντιμετώπισαν τη φοβερή Χίμαιρα, ένα τέρας με κεφάλι λιονταριού, σώμα κατσίκας και ουρά φιδιού. Καβάλα στον Πήγασο, ο Βελλεροφόντης έπληξε το τέρας από ψηλά και έγινε ένδοξος ήρωας.

Όμως, η ύβρις — η αλαζονεία απέναντι στους θεούς — δεν άργησε να τον καταστρέψει. Ο Βελλεροφόντης θέλησε να ανέβει στον Όλυμπο πάνω στον Πήγασο και να συγκαταλεχθεί στους αθανάτους. Ο Δίας, για να τον συνετίσει, έστειλε μια μύγα να τσιμπήσει το άλογο· ο ήρωας έπεσε στο κενό, ενώ ο Πήγασος συνέχισε την πορεία του προς τον ουρανό. Εκεί, σύμφωνα με την παράδοση, ο Δίας τον τοποθέτησε ανάμεσα στ’ άστρα, όπου λάμπει ακόμη ως ο αστερισμός του Πήγασου.

 


Στην ελληνική τέχνη και λογοτεχνία, ο Πήγασος απεικονίζεται ως άλογο κατάλευκο, ευγενικό, ταχύτατο και πανίσχυρο, που πετά ανάμεσα στη γη και τον ουρανό. Το λευκό του χρώμα συμβολίζει την καθαρότητα της ψυχής, την αγνότητα της έμπνευσης και τη θεϊκή χάρη που αγγίζει τον άνθρωπο όταν δημιουργεί.

Με την πάροδο των αιώνων και την εξάπλωση του χριστιανισμού, ο Πήγασος έπαψε να λατρεύεται ως θεϊκό ον, αλλά δεν ξεχάστηκε ποτέ. Στους ύστερους χρόνους, έγινε το αιώνιο έμβλημα του ποιητικού οίστρου — το φτερωτό άλογο που μεταφέρει τους ανθρώπους από τη γη της ανάγκης στον ουρανό της φαντασίας.

Γι αυτό αν και μυθολογικό όν ο Πήγασος ενέπνευσε και τους σύγχρονους μυθοπλάστες που τον φέρνουν να έχει ιππευτεί από ένα άλλο μυθικό μας ήρωα τον Περσέα –αν και αυτό δεν αναφέρεται ρητά πουθενά στις πηγές της Ελληνικής Μυθολογίας. Γράφουν λοιπόν ότι με το που γεννήθηκε ο Πήγασος ιππεύτηκε από τον Περσέα που τον καβαλίκεψε αμέσως μετά το κόψιμο της κεφαλής της Μέδουσας προκειμένου να αποφύγει την καταδίωξη των αδελφών της Μέδουσας. Και πέταξε γοργά με τα φτερωτά σανδάλια του καβαλικεύοντας τον Πήγασο και έφυγε μακριά από τον τόπο.

 

 

Στον δρόμο της επιστροφής, πέρασε από την Αιθιοπία. Εκεί, σ΄ έναν βράχο είδε μια γυναικεία φιγούρα αλυσοδεμένη. Πλησίασε και θαμπωμένος από την ομορφιά της, σταμάτησε να μάθει τι συμβαίνει. Μαθαίνει πως η κόρη ονομάζεται Ανδρομέδα. Είναι κόρη του βασιλιά Κηφέα και της Κασσιόπης ή Κασσιόπειας ή Κασσιέπειας, η οποία είχε προκαλέσει την οργή του Ποσειδώνα, επειδή περηφανεύτηκε πως είναι πιο όμορφη από τις Νηρηίδες. Ο Ποσειδώνας έστειλε τότε ως τιμωρία της ένα θαλάσσιο Δράκοντα, το Κήτος, και για εξιλέωση απαίτησε τη θυσία της Ανδρομέδας. Ο Περσέας, ερωτευμένος με την κόρη του Κηφέα, αποφασίζει να σκοτώσει το Κήτος και να πάρει μαζί του την Ανδρομέδα. Πράγματι, ο ήρωας τερματίζει τη ζωή του θαλάσσιου τέρατος και με τη συγκατάθεση των γονέων της, παίρνει την Ανδρομέδα μαζί του στη Σέριφο

Και έτσι, όπως βλέπετε,  ακόμη και σήμερα, ο Πήγασος εξακολουθεί να εμπνέει και να πετά στις σελίδες, στους πίνακες και στα όνειρά μας, υπενθυμίζοντας ότι κάθε πτήση ξεκινά με μια σπίθα έμπνευσης.

 

 

Αρχαίες πηγές και παραλλαγές

•          Ησίοδος, Θεογονία 270–281: πρώτη αναφορά στη γέννηση του Πήγασου και του Χρυσάωρα από το αίμα της Μέδουσας.

•          Πίνδαρος, Ολυμπιόνικος 13.63–92: ο Πήγασος χαρίζει στον Βελλεροφόντη τη νίκη κατά της Χίμαιρας.

•          Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις 9.31.3: αναφορά στην πηγή Ιπποκρήνη του Ελικώνα.

•          Υγίνος, Fabulae 57: η ανάβαση του Βελλεροφόντη προς τον Όλυμπο και η θεϊκή τιμωρία.

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2025

ΑΦΙΕΡΩΜΑ - ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

 


ΑΦΙΕΡΩΜΑ - ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

 

Βρισκόμαστε 114  χρόνια από την ημέρα γέννησης του μεγάλου ποιητή μας  του Οδυσσέα Ελύτη και συμμετέχουμε στον εορτασμό με ένα μικρό αφιέρωμα, παρακολουθώντας - όσο μπορούμε – αυτόν  που τίμησε  την πατρίδα μας, την τέχνη, την επιστήμη, τον πολιτισμό, τον άνθρωπο.

ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ

Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ' ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

- Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.

- Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.

- Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.

- Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.

Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, το Νοέμβριο του 1911. Ήταν ο έκτος γιος της Μαρίας και του Παναγιώτη Αλεπουδέλη, γνωστού σαπουνοβιομήχανου από τη Μυτιλήνη, που διατηρούσε πολύ φιλικούς δεσμούς με το Ελευθέριο Βενιζέλο.

Στην Αθήνα, η οικογένεια εγκαθίσταται, όταν ο Οδυσσέας ήταν 3 χρονών. Στα παιδικά και νεανικά του χρόνια, στο σπίτι της οδού Σόλωνος, σημαντικό ρόλο έπαιξαν, η Γερμανίδα γκουβερνάντα του Άννα Κέλερ και ο θάνατος της αδερφής του Μυρσίνης το 1918, όταν ο ποιητής ήταν μόνο 7 χρονών. Ένας θάνατος, που τον συγκλόνισε και ίσως να τον έβαλε σ' έναν αγώνα να τον ξεπεράσει, ώστε στο τέλος να τον αποδεχθεί και να τον νικήσει. Έτσι κατάφερε να κάνει οίστρο της ζωής, το φόβο του θανάτου.

Σε νεαρή ηλικία ο ποιητής μας στάθηκε τυχερός να έχει σπουδαίος δασκάλους, όπως ο Ιωάννης Κακριδής και ο Γιώργος Αποστολάκης, ευτύχησε να ταξιδέψει πολύ, να μυηθεί στην αγάπη της φύσης, να προχωρήσει στην ανακάλυψη των νησιών του Αιγαίου και να αφήσει την ψυχή του σ' ένα αδιάκοπο ταξίδι στα γαλανά νερά του Αρχιπελάγους.

Στα 13 του χρόνια άρχισε να δημοσιεύει, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο, συνεργασίες του στη «Διάπλαση των Παίδων», ένα περιοδικό που στα παιδιά θυμίζει τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, την Πηνελόπη Δέλτα και άλλους κορυφαίους των ελληνικών γραμμάτων.

Γράφει τα «Πρώτα ποιήματα» το 1934. Τότε γνωρίζει και συνδέεται με τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Μια γνωριμία, που θα τον επηρεάσει και που θα εξελιχθεί σε μια βαθιά, ισόβια φιλία. Για πρώτη φορά τότε, δέχεται απρόθυμα να δημοσιεύσει ποιήματα του στα «Νέα Γράμματα», με το ψευδώνυμο που θα τον έκανε παγκόσμια γνωστό: Ελύτης.

Στο καφενείο του Λουμίδη, ένα στέκι που εγκαινίασαν το 1938, με την άλλη μεγάλη ποιητική μορφή, το Νίκο Γκάτσο, συναντιέται με σπουδαίους ανθρώπους. Ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζηδάκις ήταν δυο απ' αυτούς.

Στην εποχή του, στην ποίηση επικρατούσε μια νοοτροπία, που ήταν γνωστή με τον όρο «Καρυωτακισμός», που σήμαινε για τη λογοτεχνία ένα κλίμα πόνου, ενοχής και ίσως απαισιοδοξίας. Κόντρα σ' αυτά, ο Ελύτης αντιτάσσει μια ποίηση χαρούμενη, με μια τρελή ροή λόγου, γεμάτη ζωντανές εικόνες.

Εκπρόσωποι της γενιάς του '30, αυτός και ο Εμπειρικός αφομοιώνουν στην ποίηση τους στοιχεία υπερρεαλισμού, σε αντίθεση με τον Σεφέρη - άλλη μια ξεχωριστή μορφή της ίδιας γενιάς - ο οποίος φέρνει στην ελληνική ποίηση, έναν νέο αέρα, επηρεασμένος από τον συμβολισμό.

Ο Ελύτης υπηρέτησε στο αλβανικό μέτωπο ως ανθυπολοχαγός ('40-'41). Οι εμπειρίες του απ' το Αλβανικό έπος συγκεντρώνονται σ' ένα έργο, το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας». Στη Γαλλία, το 1950, αρχίζει να γράφει την κορονίδα του έργου του, το «Άξιον Εστί», που κυκλοφορεί το 1960 και κερδίζει το Πρώτο Κρατικό Βραβείο. Το 1963, ο Σεφέρης παίρνει το βραβείο Νόμπελ και ο Ελύτης εκδίδει το έργο του «Ήλιος ο Πρώτος» και τα επόμενα χρόνια ηχογραφεί με τον Θεοδωράκη τις «Μικρές Κυκλάδες».

Στα 1972 αρνείται - σαν πράξη αντίστασης - το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας, που του προσφέρει η χούντα. Εκδίδει «Τα ρω του έρωτα» το 1973 και κυκλοφορεί σε μουσική Λίνου Κόκοτου «Το θαλασσινό τριφύλλι».

Το 1979, η Σουηδική Ακαδημία ανήγγειλε, ότι του απονέμει το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας και γίνεται ο δεύτερος Έλληνας, που τιμάται με το ανώτερο βραβείο, στο χώρο της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς από την πνευματική παρακαταθήκη που μας άφησε. «Προσανατολισμοί» (1940), «Θάνατος και Ανάσταση του Κων/νου Παλαιολόγου» (1971), «ο Ήλιος ο Ηλιάτορας» (1972), «ο ζωγράφος Θεόφιλος» (1973), «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη» (1977), «Μαρία Νεφέλη» (1978), αλλά και ένα τεράστιο έργο στο χώρο της δισκογραφίας.

Από τα δοκίμια του μέχρι τις μεταφράσεις ξένων ποιητών και θεατρικών συγγραφέων. Μια προσφορά που συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το 1992, το βιβλίο «Εν λευκώ» και το 1995 μια συλλογή δοκιμίων με τίτλο «Ο κήπος με τις αυταπάτες». Μια παρακαταθήκη, για την οποία τιμήθηκε και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Στις 18 Μαρτίου 1996 ο Οδυσσέας Ελύτης έφυγε από κοντά μας για να πάρει τη θέση που του άξιζε στο πάνθεο των αθανάτων του πνεύματος και της τέχνης.

«- Όλα χάνονται, του καθενός έρχεται η ώρα.

- Όλα μένουν. Εγώ φεύγω. Εσείς να δούμε τώρα».

Σήμερα, 114 χρόνια μετά, ο Οδυσσέας Ελύτης παραμένει ζωντανός μέσα από τα λόγια του, τις εικόνες του, και την αίσθηση ότι η ποίηση μπορεί να γίνει «καράβι» που ταξιδεύει στο Αιγαίο, αλλά και μέσα στον εσωτερικό μας κόσμο.

Με ιδέα από το Περιοδικό

«Τά δικά μας φτερά»  

ΜΑΡΤΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2006

 

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025

Το Φρούριο και η Κοινότητα της Γραμβούσας

 


Το Φρούριο και η Κοινότητα της Γραμβούσας

Η κατασκευή και η ονομασία του φρουρίου

Η Γραμβούσα βρίσκεται στο δυτικό άκρο της Κρήτης, απέναντι από τη λιμνοθάλασσα του Μπάλου, και αποτελείται από δύο μικρά νησιά, την Άγρια και την Ήμερη Γραμβούσα. Στην Ήμερη Γραμβούσα δεσπόζει το ενετικό κάστρο, χτισμένο σε ύψος 137 μέτρων πάνω από τη θάλασσα, με εξαιρετική στρατηγική θέση και φυσική οχύρωση από τα απόκρημνα βράχια της βόρειας πλευράς.

Το κάστρο οικοδομήθηκε από τους Βενετούς την περίοδο 1579–1584, βάσει σχεδίων του Latino Orsini και κατόπιν πρότασης του Μονεμβασίτη στρατιωτικού Σοφιανού Ευδαιμονογιάννη. Είχε ακανόνιστο τριγωνικό σχήμα με ισχυρά τείχη και προμαχώνες. Το όνομα «Γραμβούσα» προέρχεται από τη βενετσιάνικη λέξη Garabuse, που σημαίνει «φυλάκιο ακρωτηρίου».

Το 1588, το φρούριο υπέστη μεγάλη καταστροφή, όταν κεραυνός χτύπησε την μπαρουταποθήκη με 350 βαρέλια εκρηκτικής ύλης. Οι Βενετοί το ανακατασκεύασαν το 1630 και διατήρησαν την κυριότητά του έως το 1692, οπότε οι Οθωμανοί το κατέλαβαν με δωροδοκία του Ενετού διοικητή, γνωστού έκτοτε ως «καπετάν Γραμβούσα».


 

Η Γραμβούσα κατά την Ελληνική Επανάσταση

Κατά τον 19ο αιώνα, το κάστρο απέκτησε ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο. Στις 2 Αυγούστου 1824, δεκαπέντε Σφακιανοί επαναστάτες κατέλαβαν τη Γραμβούσα, καθιστώντας την το πρώτο τμήμα της Κρητικής γης που ελευθερώθηκε από τους Τούρκους. Το φρούριο εξελίχθηκε σε καταφύγιο για περίπου 3.000 Κρητικούς αγωνιστές και πρόσφυγες, οι οποίοι οργάνωσαν εκεί έναν πυρήνα αντίστασης. Από τη Γραμβούσα ξεκινούσαν οι περίφημοι «καλησπέρηδες» που επιτίθεντο τη νύχτα στους Οθωμανούς, ενώ το νησί έγινε για ένα διάστημα το μοναδικό ελεύθερο σημείο όχι μόνο της Κρήτης, αλλά σχεδόν ολόκληρης της Ελλάδας.

Η δύσκολη όμως επιβίωση, η έλλειψη τροφής και εφοδίων οδήγησαν τους κατοίκους στην πειρατεία. Η Γραμβούσα απέκτησε φήμη ως «νησί των πειρατών», προκαλώντας ανησυχία στις ευρωπαϊκές δυνάμεις και δυσπιστία στην Ελληνική Διοίκηση. Παρά ταύτα, μέσα στην απομόνωση αναπτύχθηκε μια πρωτοφανής για τα δεδομένα εποχής μορφή τοπικής αυτοδιοίκησης: η λεγόμενη Κοινότητα της Γραμβούσας ή Κρητικό Συμβούλιο, με σφραγίδες που σώζονται έως σήμερα στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος.

 


Η ίδρυση του σχολείου στη Γραμβούσα (1826)

Μέσα σε αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, οι επαναστάτες προχώρησαν σε μια πράξη ελπίδας και πνευματικής αντίστασης: την ίδρυση σχολείου.

Στις 16 Νοεμβρίου 1826, η προσωρινή κυβέρνηση της Γραμβούσας αποφάσισε τη δημιουργία σχολείου στο φρούριο, προκειμένου να μορφώνονται τα παιδιά των αγωνιστών και των προσφύγων. Η απόφαση αυτή τεκμηριώνεται στα πρακτικά της κοινότητας και στα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας.

Δάσκαλος του σχολείου διορίστηκε ο ιερέας Ιωάννης Μαυρογένης, μορφωμένος στη Σχολή των Χανίων, ενώ άλλες πηγές αναφέρουν τη συμμετοχή του επισκόπου Αρδαμερίου Ιγνάτιου, ο οποίος φέρεται να ίδρυσε και μικρό ναό αφιερωμένο στην Παναγία την Κλεφτρίνα, προστάτιδα των αγωνιστών και πειρατών.

Το σχολείο λειτουργούσε μέσα σε έναν προσαρμοσμένο χώρο του φρουρίου, με στοιχειώδη εξοπλισμό και ελάχιστα βιβλία. Διδάσκονταν γραφή, ανάγνωση, αριθμητική και εκκλησιαστική μουσική, σε περίπου 50–60 παιδιά — κυρίως ορφανά αγωνιστών. Παρά την πενία, η ίδρυση αυτού του σχολείου αποτέλεσε σύμβολο ελευθερίας και εθνικής συνείδησης, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και μέσα στη φωτιά της επανάστασης, η ελληνική παιδεία δεν έπαψε να αποτελεί προτεραιότητα.

 


 

Η παρακμή και το τέλος της Κοινότητας

Η απομόνωση της Γραμβούσας και η συνεχιζόμενη πειρατική δράση προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις. Στις 19 Ιανουαρίου 1828, αγγλο-γαλλικές ναυτικές δυνάμεις, με τη σύμφωνη γνώμη της κυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια, επιτέθηκαν στο φρούριο, κατέλαβαν πλοία και συνέλαβαν πολλούς από τους πειρατές.

Η τάξη αποκαταστάθηκε με την παρέμβαση του Νικολάου Κριεζώτη και του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη, και το φρούριο τέθηκε υπό τον έλεγχο του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους. Ωστόσο, η Κρήτη δεν συμπεριλήφθηκε στα σύνορα της πρώτης ελληνικής επικράτειας, και έτσι, το 1830, το φρούριο παραδόθηκε σε δυνάμεις των Ευρωπαίων Συμμάχων για λογαριασμό του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου. Το 1831 πέρασε οριστικά υπό αιγυπτιακή διοίκηση και σταδιακά εγκαταλείφθηκε, οδηγούμενο σε ερήμωση.

 


 

Τα κατάλοιπα του φρουρίου σήμερα

Στο εσωτερικό του φρουρίου σώζονται ακόμη τμήματα των τειχών, δύο μεγάλες θολοσκέπαστες δεξαμενές συλλογής βρόχινου νερού, τα ερείπια στρατώνων, του διοικητηρίου, καθώς και ο ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (γνωστός και ως «Παναγία της Κλεφτρίνας»). Από την κορυφή, ο επισκέπτης αντικρίζει το απαράμιλλο τοπίο του Μπάλου και το απέραντο γαλάζιο, μάρτυρες μιας ένδοξης αλλά και τραγικής ιστορίας.

Η Γραμβούσα, περισσότερο από ένα φρούριο, υπήρξε σύμβολο ελευθερίας, αντοχής και μορφωτικής αναγέννησης μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες. Η ίδρυση του σχολείου το 1826 αποτελεί κορυφαία στιγμή αυτής της ιστορίας — μια πράξη πολιτισμού στην καρδιά του πολέμου, που διασώζει τη βαθύτερη ουσία του ελληνικού αγώνα: την πίστη στην παιδεία ως δύναμη ελευθερίας.

Πηγές

«Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», τόμος Γ΄, Γραμβούσα, 1825–1828.

Σπ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Ε΄.

Γ. Δερμιτζάκης, Η Επανάσταση της Κρήτης 1821–1830, Ηράκλειο, 1998.

Κ. Παπαγεωργίου, Η Κοινότητα της Γραμβούσας και το σχολείο της, Κρητικά Χρονικά, τ. 23 (1983).

https://www.kastra.eu/castlegr.php?kastro=gramvousa

http://odysseus.culture.gr/h/2/gh251.jsp?obj_id=15341

 https://agonaskritis.gr/

https://agonaskritis.gr/