Translate -TRANSLATE -

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2023

«Έστηναν» αγώνες και οι αρχαίοι !

 

«Έστηναν» αγώνες και οι αρχαίοι!

 

Γράφει ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΨΥΡΡΑΚΗΣ

Αθλητές και προπονητές πουλούσαν τους αγώνες και στην αρχαιότητα! Το καταγγέλλει ο Φλάβιος Φιλόστρατος, που έζησε στα τέλη τον 2ου και στο πρώτο μισό του 3ου μετά Χριστόν αιώνα. Είναι ένας από τους σοφιστές-ρήτορες που έζησαν κατά την αυτοκρατορική εποχή. Του Φιλόστρατου κυκλοφορούν τα «Άπαντα» από τις εκδόσεις «Κάκτος». Θα σταθούμε στον 7ο τόμο με τίτλο «Γυμναστικός».

ΓΡΑΦΕΙ ο Φιλόστρατος:

«Κάποιος νέος νίκησε στην πάλη στα Ίσθμια υποσχόμενος τρεις χιλιάδες σε έναν από τους αντιπάλους του για να του παραχωρήσει τη νίκη. Την επόμενη μέρα, όταν συναντήθηκαν στο γυμναστήριο, ο ένας απαιτούσε τα χρήματα, ενώ ο άλλος έλεγε πως δεν οφείλει τίποτα, επειδή είχε νικήσει με την αξία του.

Η συζήτηση δεν κατέληγε πουθενά, γι' αυτό συμφώνησαν να δοθεί όρκος. Πήγε, λοιπόν, αυτός που πούλησε τη νίκη στο ιερό του Ίσθμιου Ποσειδώνα και ορκίστηκε δημόσια, μάλιστα ενώπιον όλων των Ελλήνων ότι είχε πουλήσει τον αγώνα του θεού κι ότι ο άλλος του είχε τάξει τρεις χιλιάδες και όλα τούτα τα ορκιζόταν με φωνή δυνατή, φοβούμενος μήπως δεν γίνει απόλυτα κατανοητός. Όσο πιο αληθινά είναι τούτα τα εξευτελιστικά, ακόμα κι αν δεν υπάρχουν μάρτυρες, τόσο πιο ανίερα είναι και βλάσφημα.

Από αυτή τη διαφθορά δεν εξαιρώ ούτε τους γυμναστές· διότι πηγαίνουν στα γυμναστήρια έχοντας μαζί τους χρήματα, δανείζουν στους αθλητές με τόκο μεγαλύτερο από αυτόν που δανείζονται όσοι ασχολούνται με το θαλασσινό εμπόριο, δεν ενδιαφέρονται καθόλου για την υπόληψη των αθλητών και γίνονται γι' αυτούς σύμβολα αγοραπωλησίας, Φροντίζοντας για το δικό τους κέρδος».

Αγώνες δρόμου και πυγμαχία

Να πως ξεκίνησαν κατά τον Φιλόστρατο, οι αγώνες δρόμου μεγάλων αποστάσεων: «Από την Αρκαδία πήγαιναν συχνά σε όλη την Ελλάδα αγγελιαφόροι δρομείς για να μεταφέρουν τις πολεμικές ειδήσεις. Απαγορευόταν να χρησιμοποιούν άλογα και έπρεπε να καλύπτουν τις αποστάσεις με τα πόδια.

Επειδή, λοιπόν, σε σύντομο χρονικό διάστημα κάλυπταν τόσο μεγάλες αποστάσεις, οι αγγελιαφόροι δρομείς έγιναν αθλητές δρομείς μεγάλων αποστάσεων και έτσι εξασκούνταν και για τον πόλεμο».

Κατά τον Φιλόστρατο πάντα, η πυγμαχία είναι λακωνική επινόηση και κάποτε έφτασε ως τους βαρβάρους Βέβρυκες. Σ' αυτή διέπρεπε ο Πολυδεύκης, γι' αυτό τον υμνούσαν οι ποιητές. Η πάλη και το παγκράτιο επινοήθηκαν επειδή εξυπηρετούσαν πολεμικές ανάγκες. «Τούτο αποδεικνύεται πρώτα από τη μάχη του Μαραθώνα, στην οποία οι Αθηναίοι πολέμησαν με τρόπο που θύμιζε αγώνα πάλης. Έπειτα από τη μάχη των Θερμοπυλών, τότε που οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή είχαν σπάσει τα ξίφη και τα δόρατα τους έκαναν πολλά με χέρια γυμνά», γράφει ο Φιλόστρατος.

Λεπτομέρειες από τον Φιλόστρατο για τη ζωή των αθλητών:

«Οι παλαιοί αθλητές πλένονταν σε ποτάμια και πηγές και κοιμούνταν κατάχαμα, άλλοι ξαπλωμένοι σε δέρματα κι άλλοι με στρωσίδια από χορτάρι, που μάζευαν από τους αγρούς. Τρέφονταν με ψωμί φτιαγμένο από κριθάρι, με σταρένιο ψωμί μαζί με τα πίτουρα, χωρίς προζύμι και από κρέας έτρωγαν βοδινό, ταύρου, τράγου και ζαρκαδιού. Έκαναν επαλείψεις με άφθονο λάδι ελιάς και αγριελιάς, γι' αυτό δύσκολα αρρώσταιναν και γερνούσαν αργά.

Μερικοί έπαιρναν μέρος σε οκτώ Ολυμπιάδες, άλλοι σε εννιά και ήταν επίσης καλοί οπλίτες. Πολεμούσαν υπερασπιζόμενοι τείχη, χωρίς να υποκύπτουν ούτε εκεί, αντίθετα αποδεικνύονταν άξιοι για βραβεία ανδρείας και τρόπαια. Εξασκούνταν στη γυμναστική πολεμώντας και στον πόλεμο κάνοντας γυμναστική».

Αγοραπωλησίες νίκης

Όταν, όμως, όλα τούτα άλλαξαν και οι άνθρωποι από μαχόμενοι έγιναν αστράτευτοι, από δραστήριοι νωθροί και από σκληραγωγημένοι μαλθακοί, και επικράτησε η σικελική πολυτέλεια στο φαγητό, ατόνησε η ενασχόληση με τον αθλητισμό και άνθησε η... γαστρονομία. Αυτός ο τρυφηλός τρόπος ζωής «ώθησε και σε σαρκικές απολαύσεις και, κυρίως, έγινε αιτία να αρχίσουν να παρανομούν οι αθλητές για χάρη των χρημάτων και να γίνονται αγοραπωλησίες της νίκης», γράφει ο Φιλόστρατος.

Συνεχίζει: «Άλλοι ξεπουλάνε τη δική τους δόξα, επειδή, πιστεύω, έχουν πολυέξοδη ζωή, άλλοι πάλι αγοράζουν την ακοπίαστη νίκη εξαιτίας της αβροδίαιτης ζωής τους».

Πηγή:

ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 9.3.1997

Τα μικρά μυστικά του Καρνάβαλου

 

Τα μικρά μυστικά του Καρνάβαλου

Μια... αποκλειστική «συνέντευξη» με το βασιλιά του ξεφαντώματος

Του ΝΙΚΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΑ

Ο ελληνικός λαός, από τα πανάρχαια χρόνια, ακόμα και στις δύσκολες στιγμές τον, έβρισκε τον τρόπο να διασκεδάζει μ' έναν τρόπο έξαλλο και συναρπαστικό. Οι διονυσιακές γιορτές αποτελούν την αφετηρία όλων των κατοπινών λαϊκών εορταστικών εκδηλώσεων που, όπως και σήμερα, γίνονταν την άνοιξη. Αποτελούσαν κατά κάποιον τρόπο μια πρόσκληση στη χαρά της ζωής που ερχόταν μετά τη χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα, ένα είδος απολύτρωσης από τις δοκιμασίες του χειμώνα.

Οι γιορτές αυτές, που σχετίζονται σε όλη την πορεία τους με τον ελληνισμό, φανερώνουν τον αυθόρμητο ενθουσιασμό που ο Έλληνας διαθέτει και τη βαθύτερη αισιοδοξία του. Απόηχος όλων αυτών των πανάρχαιων εκδηλώσεων αποτελούν και οι γιορτές του καρναβαλιού σ ολόκληρη τη χώρα με επίκεντρο την Πάτρα.

 


Από «πρώτο χέρι»

ΟΙ ΦΙΛΟΙ, όμως, του βασιλιά του γέλιου, του Καρνάβαλου, αδημονούν να μάθουν για το τι κρύβουν τα μυστικά του όπλα.

Γι' αυτό, επιδιώξαμε να έχουμε   μια...   συνάντηση μαζί του, να τον δούμε και να μάθουμε «από πρώτο χέρι» τι κρύβει το... οπλοστάσιο του γέλιου που θα σκορπίσει στους θαυμαστές του.

Τον    ανακαλύψαμε ψηλά, κοντά στην «Αχαΐα Κλάους», να προετοιμάζεται από πλήθος τεχνικών  και  καλλιτεχνών: ζωγράφων, μακιγιέρ, ενδυματολόγων, σκηνογράφων,  την ώρα που έβαζαν την τελευταία πινελιά στην εμφάνιση του βασιλιά Καρνάβαλου.

Είναι   ένας   χώρος   4   στρεμμάτων, σε μια έκταση 20 στρεμμάτων, που αποτελεί μια επένδυση του Δήμου Πάτρας κόστους ενός δισεκατομμυρίου δραχμών. *

-     Μεγαλειότατε,   σας ακούμε...

«Καταρχήν να σας πω ότι φέτος θα είμαι ο άρχων του τσίρκου. Το άρμα μου έχει μήκος 100 μέτρα, ύψος 5,5, μ. και βάρος 3 τόνων».

- Μήπως το βάρος σας έχει σχέση με κάποια πολιτική προσωπικότητα;

«Σας παρακαλώ, μη με παρομοιάζετε με πρόσωπα της πολιτικής. Εγώ είμαι βασιλιάς και κατά την παράδοση και τους θεσμούς είμαι απολίτικο άτομο...».

- Οι δεσμοί σας με την αρχαιότητα πώς εκφράζονται φέτος;

«Τα άρματα που θα με συνοδεύουν έχουν όλα καλλιτεχνική αξία. Τα θέματα τους κριτικάρουν και σατιρίζουν με διάθεση αριστοφανική την πραγματικότητα και άλλα προτείνουν λύσεις στα προβλήματα της περιοχής.

Η σκωπτική διάθεση που υπήρχε από την αρχαιότητα αποτυπώνεται στις κατασκευές όλων γενικά των αρμάτων».

-  Ποια είναι τα μυστικά της κατασκευής σας;

«Μου έχουν κάνει έναν σκελετό από σιδεροκατασκευή. Αυτή δεν γίνεται από συνηθισμένους σιδεράδες, αλλά από ανθρώπους που διαθέτουν ειδική τεχνογνωσία. Είναι καλλιτέχνες».

 


 

Η... δική μου κλωνοποίηση

- Είπατε ότι δεν είναι συνηθισμένοι σιδεράδες...

«Είναι το μοναδικό συνεργείο που υπάρχει στην Ελλάδα και ένα από τα πρώτα στην Ευρώπη».

-  Τι άλλα υλικά χρησιμοποιούν;

«Για την κωμική μου μορφή, η πρώτη ύλη είναι ο πηλός. Άλλα υλικά είναι το φελιζόλ και ο πολυεστέρας, και ό,τι περισσεύει απ' αυτά ο δήμος τα ανακυκλώνει και τα ξαναπουλάει.

Επίσης, χρησιμοποιούν χαρτώματα για τις επιφάνειες, ακολουθεί το φινίρισμα και καταλήγουν με την επιζωγράφιση.

Ολ' αυτά τα κάνουν άνθρωποι ειδικοί καλλιτέχνες με τοπική τεχνογνωσία, με ιστορία 100 χρόνων. Επίσης, χρησιμοποιούν εκατοντάδες κιλά χρωμάτων, κόλλας και άλλα υλικά».

-  Θα θέλατε να μιλήσετε για την κλωνοποίηση που έχει εντυπωσιάσει τελευταία τον κόσμο;

«(Γελάει). Αυτό το είδος εγώ το έχω ανακαλύψει πριν από χιλιάδες χρόνια, χωρίς ωστόσο η ανακάλυψη μου να κρύβει κάποιους κινδύνους για την ανθρωπότητα. Για παράδειγμα, θα σας αναφέρω τις μάσκες. Κυκλοφορούν όμοιες κατά χιλιάδες, όπως και κοστούμια. Μ' αυτά αλλάζουν μορφή οι άνθρωποι για να διασκεδάσουν στην περίοδο της Αποκριάς. Αν βάλετε στη σειρά μασκαράδες με όμοια κοστούμια και μάσκες, να η δική μου κλωνοποίηση».

- Αναγνωρίζετε στην κοινωνική μας ζωή, αφού δεν αναμειγνύεσθε στην πολιτική, πιερότους και κολομπίνες;

«θα έλεγα ότι πράγματι υπάρχουν σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, που όμως γελοιοπούν την κομέντια ντελ άρτε».

-  Οι απατηλές μεταμφιέσεις των ημερών είναι μόνο ένα εφήμερο «χάπενινγκ»;

«Μπορεί να μην είναι μόνον αυτό που λέτε. Ένα γελοιογράφικό σκίτσο μεταμφιέζει με χιούμορ τα γεγονότα των ημερών, ενώ ένα πορτρέτο ειδεχθούς τέρατος μπορεί να σχολιάζει κάποιο παραμύθι».

- Πώς θα ήταν η ζωή μας χωρίς τις μάσκες;

«Είναι σχεδόν αδύνατον να το προβλέψω, όχι μόνο για τη ζωή, αλλά και για τον πολιτισμό και για την ανθρώπινη ιστορία. Γιατί, η φαντασία χρειάζεται το προσωπείο για να αρχίζει να... καλπάζει για το τι κρύβεται πίσω από τη μάσκα δηλαδή η φυσιογνωμία, το πραγματικό νόημα και άρα η αλήθεια».

*Το ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε την ΚΥΡΙΑΚΗ 9 ΜΑΡΤΙΟΥ 1997                                                                       

 στην εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

 

Απόκριες στο χωριό


 

Απόκριες στο χωριό

Απόγονοι του Διονύσου (Απόκριες στο χωριό)

Γράφει ο Γεώργιος Γαλανόπουλος

Τα άσπρα σύννεφα του χιονιά, σιγά σιγά αποτραβιούνται... Ο ήλιος ξεπροβάλλει ζεστός και τρυφερός κανακεύοντας με τις αχτίδες του τα βουνά και τα φαράγγια. Επιτέλους ο χειμώνας περπατάει προς το τέλος. Το λευκό το νεκροσέντονο αναδιπλώνεται από τις ψηλές κορυφές,  στις βαθιές κι ανήλιαγες χαράδρες. Οι ομίχλες ανεβοκατεβαίνουν από τον ουρανό σκεπάζοντας και ξεσκεπάζοντας τη γύμνια των ανθρώπων, ανάλογα τα κέφια των ανέμων...

Ανάσες ανακούφισης σε όλο το χωριό. Από ανθρώπους και ζωντανά. Τον βγάλανε και τούτο το χειμώνα. Μόνο ο γερο-Χρήστος και η Θιοφανή μείνανε στη στράτα… τους βρήκε ο Χάρος αδύναμους και τους εκμεταλλεύτηκε…

Πλησιάζουνε οι Απόκριες. Πότε ήτανε Χριστούγεννα; Σαν χτες φύγανε τα καλικατζάρια, κατεβήκανε πάλι στα έγκατα της γης να ξαναπριονίσουν το δέντρο της ζωής... Η Τσικνοπέμπτη και η Κριάτινη περνάνε στα ψιλά. Το κρέας το έχουν αποκρέψει απ’ τα Χριστούγεννα…Το Πάσχα πάλι κρέας!

Το χωριό στέκεται ευλαβικά και με θρησκευτική κατάνυξη στο Ψυχοσάββατο, το Σάββατο πριν την Κυριακή της Απόκρεω. Hμέρα των ψυχών! Ημέρα μνήμης, θύμησης και τιμής στους νεκρούς, τους περσινούς, τους φετινούς,  τους αλησμονημένους. Αυτούς που είδαμε και δεν είδαμε. Τους παππούληδες, τις γιαγιάδες,  τους προσπαππούληδες και  τις προσγιαγιάδες, τους μικρούς και τους μεγάλους που πέθαναν μέσα κι έξω απ’ το χωριό, στα βουνά και στα λαγκάδια, στην ξενιτειά και στους πολέμους.

Οι γυναίκες και οι γιαγιάδες, την παραμονή των ψυχών, φτιά-χνουν κόλλυβα και λειτουργιές. Γεμίζουν  πιάτα με τραγάλια, τα σκαλοπάτια του Αγιώρη δεξιά κι αριστερά της Ωραίας Πύλης. Κάθε πιάτο κι ένα σπιτικό, κάθε σπυρί και μια ψυχή. Δεκάδες τα πιάτα, εκατοντάδες χιλιάδες οι ψυχές. Πάκους τα ψυχοχάρτια  πάνω στην Αγία Τράπεζα. Θυμιατίζει ο παππάς τα κόλλυβα και διαβάζει ονόματα,  που τελειωμό δεν έχουν. Τα τραγάλια  και τα πρόσφορα γεμίζουν τις κανίστρες. Σμίγουν τα κόλλυβα, ανακατεύονται κι ευφραίνονται οι ψυχές από τη κανέλα, το σουσάμι, τα καρύδια, τα γαρύφαλλα, τα κουφέτα, την άχνη και το λιβάνι από το θυμιατό του παπα-Γιώρη. Μοιράζονται στο εκκλησίασμα, στα παιδιά του δημοτικού  σχολείου και σε όλο το χωριό, για το συχώριο.

Το βράδυ-βράδυ μπουλούκια μπουλούκια τα μικρά παιδιά, περιδιαβαίνουνε τα σπίτια και τραγουδάνε το ψυχούδι:

        «Είδαμε δεν είδαμε, ξέρουμε δεν ξέρουμε,

         τους περσινούς, τους φετινούς, τους αλησμονημένους,

         τον παππούλη μου, τη γιαγιά μου, Θόσυχωρέστους

         τον προσπαππούλη μου, την προσγιαγιά μου, Θόσυχωρέστους».

Οι παιδικές φωνές, γίνονται μελωδία. Την παίρνει η ηχώ και το αεράκι, την στέλνουνε στην Παναγιά και στον Αϊ-Νικόλα, την ανεβάζουν στα ψηλά βουνά, στο Τετράζι, στο Διαφόρτι, στο Μαλεβό και στην Παλιαβλάκιζα. Την παίρνουν οι αγέρηδες και την πηγαίνουνε μακριά, εκεί που χωριστήκανε οι ψυχές από τα σώματα για να χαρούν… γιατί καταλαβαίνουν ότι ζουν, όσο κάποιοι τις θυμούνται. Έπαθλο των παιδιών η μακρόστενη λαγάνα με νυχιές-κεντίδια από πάνω, βουτηγμένη στο κρασόλαδο. Τη λαγάνα τη λεν ψυχούδι, την καλοτρώνε τα παιδιά ευφραίνονται και συγχωράνε.

Απόκριες για τούτο το χωριό είναι η Κυριακή της Τυρινής. Την παραμονή οι νοικοκυρές ανασκουμπώνουν τα βελέσια, δένουν σφιχτά τα μπαρέζια  στα κεφάλια και φτιάχνουν μακαρόνια. Τα ζυμώνουν στο σκαφίδι, τα πλάθουν και τα στρίβουν στα πλαστήρια και ύστερα τα απλώνουν πάνω στα κρεβάτια, στις πατωσιές για να στεγνώσουν.

Την Κυριακή το βράδυ όλη η οικογένεια μαζεύεται στο σπίτι, γύρω από το σοφρά στο χειμωνιάτικο, χάμω σταυροπόδι, δίπλα από το αναμμένο τζάκι. Τα μακαρόνια τούρλα στα εμαγιέ τα πιάτα, πασπαλισμένα με μπόλικη μυζήθρα και τσιγαρισμένα με κρεμμύδια και λίγδα απ’ την τριχέρα. Η κανάτα γεμάτη με κόκκινο κρασί απ’ το βαγένι και γυάλινα ποτήρια για τους μεγάλους.

Ο Ντίρα-Ντίρας κάνει το σταυρό του και  παρακαλεί το Θεό να ευλογήσει το τραπέζι και τη φαμελιά του. Τ’ αυγά, ένα για τον καθένα, στήνονται στη στάχτη  όρθια, το ένα δίπλα στο άλλο απέναντι και κοντά στα αναμμένα κούτσουρα για να ψηθούν. Η γρια-Θοδωράκαινα  κάνει τους χρησμούς της στα εγγόνια.

   - Γιώργο μου, το αυγό σου ίδρωσε, το βλέπεις; Καμιά αρρώστια δεν θα σε πιάσει, θα είσαι γερός ούλη τη χρονιά!

   - Βγένω μου, έσκασε τ’ αυγό σου… θα σκάσουν ούλοι οι οχτροί σου!

Τα εδέσματα καταναλώνονται με βουλιμία. Στο τέλος η Θυμιά ψάχνει το μελιγκόνι(μυρμήγκι)  γύρω απ’ το σοφρά, δίπλα στη φωτογωνιά, κοντά στις στάχτες, στ’ αναμμένα ξύλα.

   - Νάτο! Νάτο! Το βλέπουτε; Φέτος σαν μελιγκόνια, θα είναι οι σοδιές μας!

Την Κυριακή το μεσημέρι, από το ρέμα στις Κορύτες, από του Νικόλη κι από την Κατσουλότρουπα, μπαίνουν στο χωριό μπουλούκια-μπουλούκια οι καρνάβαλοι, οι μασκαράδες και οι μπούλες. Οι τόποι μασκαρέματος, έξω από το χωριό, στα ξαμόνια  για να διαφυλαχτεί το απόρρητο. Τα υλικά της μεταμφίεσης, όλα εκ των ενόντων. Οι φιγούρες γνωστές, απαράλλαχτα οι ίδιες στο πέρασμα των χρόνων. Ο γέρος και η γριά, ο γαμπρός κι η νύφη, ο κουμπάρος, ο παππάς, ο χωροφύλακας, ο γιατρός κι ο Ζήσης. Όλοι άντρες που σήμερα γίνονται παιδιά...

Ο γέρος όσο πιο ρακένδυτος, τόσο πετυχημένος. Φουσκωμένος με άχυρα στα χέρια και τα πόδια μέσα από τα παλιόρουχά του, μαύρο μαντήλι διάφανο στο πρόσωπό, με άθλια τραγιάσκα στο κεφάλι. Στη ζώνη αρμαθιές τροκάκια και κουδούνια και στα χέρια του η μαγκούρα και η μακριά χοντρή κάλτσα γεμάτη στάχτη, για να κάνει κάτασπρους όποιοι του μπαίνουν στο ρουθούνι.

Η γριά, καμπουριασμένη και κουτσή, με λαγοτόμαρο στα σκέλια, που το επιδεικνύει σε κάθε ευκαιρία σηκώνοντας το μακρύ μαύρο της φουστάνι, με γιούρντα και χοντρές κάλτσες μέχρι το γόνατο, παντόφλες και μαγκούρα. Όλα μαύρα, όλα της γιαγιάς του μασκαρεμένου, άλλοτε με τη συγκατάθεση κι άλλοτε κρυφίως απαχθέντα.

Ο γαμπρός με μαντήλι και τραγιάσκα αξιοπρεπή, τα ρούχα του ανάποδα, με τροκάκια και κουδούνια γύρω από τη μέση.

Η νύφη καλοντυμένη, με άσπρο τσεμπέρι στο κεφάλι και στο πρόσωπο, διάνινο κλαρωτό φόρεμα, κάλτσες χοντρές κάτω από το γόνατο, αρβύλες για παπούτσια, χαμηλοβλεπούσα ντροπαλή και λιγομίλητη…

Ο κουμπάρος, με την αμφίεση περίπου του γαμπρού, κρατώντας στα χέρια του τα στέφανα από κληματόβεργες, ενωμένα μεταξύ τους με χοντρό σκοινί φθαρμένο.

Ο παππάς, ψηλός με άσπρα σεντόνια και μακριά, μαξιλάρα στη μέση για τούρλα την κοιλιά, καπέλο από χαρτόνι μαυρισμένο στο λυχνάρι, γένια άσπρα από προβιά και δυο τρία κουτιά γάλα Βλάχας ενωμένα με σύρμα μεταξύ τους, για θυμιατήρι...

Ο γιατρός, καλοντυμένος με φαρδύ κουστούμι σταυρωτό, αγέρωχος, σοβαρός και περισπούδαστος… κοιτάζοντας πάντα τον ουρανό, όπως ο Ασημακόπουλος... Ρεμπούμπλα ή ψάθα του Λια-Πανώτη ή του Σωτηρη-Τζουτζούλη, δανεικιά. Δερμάτινη τσάντα στο χέρι, με μοναδικό εργαλείο το τσαγκαρόσουγλο , για τις ενέσεις στο γέρο και τη γριά, που συνέχεια αρρωσταίνουν και πέφτουν στα καλά καθούμενα, ανάσκελα στους δρόμους.

Ο χωροφύλακας, κοντός, κατσούφης, πονηρός και αυστηρός με στολή από τα σπίτια που έχουν παιδιά στη χωροφυλακή. Πηλίκιο, του γυμνασίου της Ανδρίτσαινας με την κουκουβάγια, κατεβασμένο το γείσο χαμηλά στο ύψος των ματιών κι όλο το καπέλο χωμένο ως τ’ αυτιά. Σχοινί να δένει τους παρανόμους και δεφτέρι  με στυλό να γράφει τ’ αμολητά γουρούνια, τα σκυλιά και όποιο σπίτι δεν έχει αποχωρητήριο... Συλλαμβάνει όποιον του καπνίσει, ότι δηλαδή κάνουν οι αληθινοί και οσμίζεται τους απαγωγείς της νύφης και τους… αριστερούς.

Για τον Ζήση, το μασκάρεμα ελεύθερο, αρκεί να μην αναγνωρίζεται. Στα χέρια του, μεγάλο καλάθι για τα φιλοδωρήματα του μπουλουκιού. Καρύδια, τσαπέλες, αυγά, κυδώνια και πορτοκάλια. Όλα μέσα στο καλάθι που στο τέλος μοιράζονται σε όλους.

Τα μπουλούκια των μασκαράδων περιδιαβαίνουν τους δρόμους, τις γειτονιές, τα σοκάκια και τα σπίτια του χωριού, κυνηγώντας τα μικρά παιδιά που τρέχουνε ξοπίσω. Στα σπίτια, οι νοικοκυραίοι κλέβουνε τη νύφη και τη γριά και τις κρύβουν στα κατώγια. Ο γέρος τους παστώνει με τη στάχτη,  ο γιατρός τους απειλεί με το τσαγκαρόσουγλο, ο χωροφύλακας προχωρά σε ανακρίσεις κι ο παππάς θυμιατίζει και προσεύχεται μεγαλόφωνα,  παρακαλώντας το Θεό να φανερώσει τις γυναίκες. Μετά από πιέσεις, δεήσεις και απειλές, οι απαγωγείς επιστρέφουν τις γυναίκες.... Καθ’ οδόν, συχνάκις αρρωσταίνουν ο γέρος κι η γριά εναλλάξ, ξαπλώνονται στο χώμα ανάσκελα, φωνάζοντας βοήθεια. Ειδοποιείται αμέσως ο γιατρός, ανοίγει την τσάντα του, ψάχνει, βγάζει το κατάλληλο εργαλείο, τρυπάει τον άρρωστο στον πισινό και γίνεται περδίκι... Τρέχει κι  ο παππάς και θυμιατίζει, κάνοντας κι αυτός ότι κάνει κι ο συνάδελφός του παπα-Γιώρης…

Το βράδυ-βράδυ, όλα τα μπουλούκια μαζεύονται στη Ράχη. Στο κέντρο ανάβει τρανή φωτιά και οι σάτυροι του Διόνυσου, χοροπηδούν ανάγυρα τραγουδώντας.  Οι πιο τολμηροί πηδάνε κι από πάνω! Πολλοί γαμπροί, πολλές νυφάδες, πολλοί γέροι και γριές, γύρω απ’ τη φωτιά. Πολλοί γιατροί γύρω απ΄τη φωτιά. Αφού δεν έχουνε πραγματικούς, φτιάχνουν τους δικούς τους. Όλο το χωριό μαζεύεται στη Ράχη! Χορεύουν και τραγουδάνε αγκαλιά με τις μπούλες και τους μασκαράδες, με τους γιατρούς και τους παππάδες, με τους καρνάβαλους και τους Σάτυρους, του Διόνυσου και του Αγιώρη. Οι γέροι ψάχνουνε τις γριές και οι γαμπροί τις νύφες. Η Ράχη, ένα μεγάλο θέατρο με ηθοποιούς και με Χορό. Το έργο αρχαία κωμωδία! Στήνεται σατυρικός καυγάς. Τα αρσενικά χτυπιούνται για τα θηλυκά. Ξεσπούν τα ένστικτα. Τα μακαρόνια και τα κρασιά, γίνονται αίματα. Τα σωθικά στεριώνουνε, ο κόσμος ομορφαίνει! Χορεύουν και τραγουδούν τον έρωτα, τη λεβεντιά, τους πόθους και τους καημούς, τα νιάτα που φεύγουνε και χάνονται, απλά, χωρίς προστυχιές και υπονοούμενα.                                                                                    

         «Μου παρήγγειλλε τ ’αηδόνι με το πετροχελιδόνι…».

        «Ένας αητός καθότανε στον ήλιο και λιαζότανε…».

        «Να ήσαν τα νιάτα δυο φορές τα γηρατειά καμία…».

   Χορεύουνε και τραγουδούν στο μισοσκόταδο... στην αναλαμπή της φωτιάς, στις κάφτρες των τσιγάρων, στο φως το Αποσπερίτη… Τραγουδάν την Άνοιξη που έρχεται, την γονιμότητα της γης και τη δική τους. Κάνουν αυτά που έκαναν οι προπάτορές τους, οι Σάτυροι και οι Σειληνοί, οι παππούδες και οι προσπαππούδες τους. Από την αναγέννηση της φύσης εξαρτάται η επιβίωσή τους… Από την καρποφορία των χωραφιών και τη νομή των ζωντανών, εξαρτάται η ζωή τους. Από τη Ράχη η αναγέννηση και πάει προς τις ραχούλες. Στο ρεμπένικο και την καυκαλίθρα που μοσχοβολάει το γάλα... στα χωράφια των σιταριών, που θα γεμίσουνε τ’ αμπάρια.

Όμορφο και φυσιολογικό  το πάντρεμα του Διόνυσου με τον Αγιώρη. Των παγανιστικών πνευμάτων, με τις χριστιανικές ψυχές. Φυσιολογικό  το προξενιό του σάτυρου, με τον καρναβαλιστή παπά. Φυσική τούτη η μετεξέλιξη...

Η νύχτα προχωράει... το κρύο τσουχτερό, η φωτιά πέφτει σιγά-σιγά... ο κόσμος αραιώνει. Σκορπίζουνε οι σάτυροι, οι μπούλες, οι μασκαράδες, οι καρνάβαλοι, οι άνθρωποι κι όλοι κρύβονται στις σπηλιές τους…

Ταχιά, Καθαρή Δευτέρα. Ούτε λάδι! Μόνο αν δε φας τίποτε, θα καταλάβεις Καθαρή Δευτέρα! Και τα παιδιά ούτε νερό! Για να βρίσκουν εύκολα τις φωλιές των άγριων πουλιών και να τηγανίζουν τους νεοσσούς στο τηγάνι με αυγά, κρυφά φυσικά από το δάσκαλο.

Τη δεκαετία του ’70 το χωριό λιγοστεύει, αρχίζει να ερημώνει. Οι κάτοικοι το εγκαταλείπουν και φεύγουν στην  Αθήνα. Το καρναβάλι που έχει διασωθεί αιώνες, σβήνει «ένδοξα» μαζί με το χωριό του.

Στις μεγάλες πόλεις, οργανώνονται φαντασμαγορικές παρελάσεις, χωρίς αυθορμητισμό και καρναβαλισμό. Τα πλήθη των καρναβαλιστών χαιρετούν τις κάμερες με τις φανταχτερές στολές τους, όλα κακέκτυπα του Ρίο… Οι μπούλες, οι μασκαράδες, οι σάτυροι και ο Διόνυσος γίνονται «πορνό» και το παρακολουθούν οι άνθρωποι, από τις οθόνες τους στα σπίτια. Αυτή η μετεξέλιξη, φαίνεται αφύσικη… Τα παλιά έθιμα χάνονται. Η παγκοσμιοποίηση και η τηλεόραση έκαναν το θαύμα τους...

 (Απόσπασμα από το βιβλίο « ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ»).

Facebook/George Galanopoulos