Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΜΕΡΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΜΕΡΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2023

O κώδικας της γραφής των Μάγια

 


Πώς αποκαλύφθηκε ο κόσμος των Μάγια

Όταν έσπασε ο κώδικας της γραφής, ανατράπηκαν όλες οι παραδοσιακές αντιλήψεις για τον πολιτισμό τους. Δημιούργησαν αστικό πολιτισμό με καταγραμμένη ιστορία και υπαρκτή γλώσσα

Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του αιώνα μας». Έτσι χαρακτήρισε ο Μάικλ Κόου του Πανεπιστημίου του Γέιλ την αποκρυπτογράφηση της γραφής των Μάγια.  Ο φαινομενικά υπερβολικός   ενθουσιασμός   του είναι    δικαιολογημένος. Όταν το 1839 είδαν το φως τα πρώτα δείγματα γραφής των Μάγια, εκείνος που τα ανακάλυψε, ο Τζον Λόιντ Στίβενς, παραπονιόταν επειδή δεν βρισκόταν κάποιος νέος Σαμπολιόν να τα αποκρυπτογραφήσει, όπως είχε συμβεί με τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά 17 χρόνια νωρίτερα. «Ποιος θα τα διαβάσει;» αναρωτιόταν ο Στίβενς. Χρειάστηκε να περάσουν 150 χρόνια για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα. Οι Μάγια ήταν οι πρώτοι Αμερικανοί της προκολομβιανής περιόδου που ανέπτυξαν ένα εξελιγμένο σύστημα γραφής, με το οποίο κάλυπταν τα κτίρια τους. Αυτά τα κτίρια, κατεστραμμένα τώρα, βρίσκονται θαμμένα στις ζούγκλες του Μεξικού και της Κεντρικής Αμερικής.

Οι υψηλοί ναοί, με τις απότομες κλιμακωτές πλευρές τους, που κατέληγαν σε επίπεδα από ασβεστόλιθο, δεσπόζουν πάνω από μία θάλασσα δέντρων, τη ζούγκλα που καλύπτει θαμμένους πάντα ναούς και που διαρκώς αποψιλώνεται. Μοιάζει σαν άλλος κόσμος και ίσως γι' αυτό το Τικάλ, η μεγαλύτερη αρχαία πόλη των Μάγια στη Γουατεμάλα, χρησίμευσε για εξωγήινο κάστρο στην ταινία «Πόλεμος των Αστρων».

Όσο για τους ανθρώπους που έχτισαν τα μέρη αυτά, ίσως πραγματικά να προήλθαν από κάποιον άλλο κόσμο. Ή τουλάχιστον έτσι το έκαναν να φαίνεται οι μελετητές που έγραψαν γι' αυτούς. Σύμφωνα με την παραδοσιακή άποψη, οι Μάγια διέφεραν από οποιονδήποτε άλλο λαό, που έχει καταγραφεί στα χρονικά της ανθρωπότητας. Δεν είχαν πόλεις, ούτε βασιλείς, δεν πολεμούσαν, δεν είχαν ούτε καν ιστορία ή καλύτερα δεν ενδιαφέρονταν για την ιστορία.

 

 

Δύο μελετητές

Δύο ήταν οι βασικοί υπεύθυνοι για την εδραίωση της άποψης αυτής. Ο ένας, ο Αμερικανός Σιλβάνους Μόρλεϊ, πίστευε ότι τα ασβεστολιθικά ερείπια στη ζούγκλα δεν προέρχονταν από πόλεις, αλλά από ναούς, που είχαν κατοικηθεί μόνο από ιερείς και τους βοηθούς τους. Μονομανία του Μόρλεϊ ήταν το ημερολόγιο των Μάγια, εξαιρετικά  λεπτομερειακό και περίπλοκο, με ομόκεντρους κύκλους αιώνων και χιλιετιών και που περιελίσσονται σε ετήσιες περιόδους των 260 ημερών, στηριγμένες στον μαγικό αριθμό 13 και με βασικό αριθμό το 20 (οι Μάγια μετρούσαν σε εικοσάδες).

Ο άλλος μελετητής ήταν ο σερ Ερικ Τόμπσον, Άγγλος της υψηλής κοινωνίας, που με την ευρωστία του πνεύματος του και την ειρωνική πένα του κυριάρχησε στις έρευνες και τις μελέτες για τους Μάγια μέχρι το θάνατο του, το 1975. Για τον Τόμπσον η θρησκεία διαδραμάτιζε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Κατά την άποψη του, οι Μάγια ήταν λάτρεις των άστρων και ζούσαν ειρηνικά σε χωριά διάσπαρτα στην περιοχή. Υπέρτατη αρχή ήταν οι ιερείς, οι οποίοι ασχολούνταν κατά κύριο λόγο με την αστρονομία. Οι επιγραφές στα μνημεία δεν αναφέρονταν σε βασιλείς, αλλά σε θεούς. Ο Τόμπσον πίστευε ότι οι Μάγια δεν είχαν καν ιστορία, εφόσον δεν υπήρχαν βασιλείς, κράτη ή πόλεμοι.

Όταν εμφανίστηκαν οι αποδείξεις για την ύπαρξη κρατών και πόλεων, εκείνος τις απέρριψε, με τον ισχυρισμό ότι ήταν αποτέλεσμα βαρβαρικών εισβολών και ότι οι πόλεις εκείνες δεν δημιουργήθηκαν από τους Μάγια. Όσο για τη γραφή, αυτή δεν ανταποκρινόταν σε μια γλώσσα της καθομιλουμένης, αλλά ήταν ένας μυστικιστικός γρίφος που επινόησαν οι ιερείς για ημερολογιακούς και θρησκευτικούς λόγους, όχι απλώς άγνωστος, αλλά υπεράνω ερμηνείας ή μάθησης.

Δυστυχώς, η Αρκαδία εκείνη δεν υπήρξε ποτέ. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 αναπτύχθηκε ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος θεώρησης του πολιτισμού των Μάγια, που ανέτρεψε όλες σχεδόν τις παραδοσιακές αντιλήψεις. Σύμφωνα με τη νέα εκδοχή, οι Μάγια δημιούργησαν έναν αστικό πολιτισμό. Δεν ήταν καθόλου ειρηνικοί. Είχαν καταγραμμένη ιστορία. Η κατάρρευση τους προήλθε από εσωτερική πολιτική παρακμή και όχι από ξένη εισβολή ή θρησκευτική αναταραχή, όπως πίστευε ο Τόμπσον. Πάνω από όλα έγραφαν σε μία υπαρκτή γλώσσα και η ανακάλυψη της ήταν που άνοιξε τον δρόμο σε νέα συμπεράσματα. Και όπως συμβαίνει συνήθως με τις μεταβολές στον τρόπο σκέψης, η αναμόρφωση των αντιλήψεων για τους Μάγια δεν επήλθε με μια εκτυφλωτική αστραπή, αλλά σταδιακά.

 



 Νέα στοιχεία

Το πρώτο ρήγμα στις παλιές αντιλήψεις εμφανίστηκε πολύ μακριά από την Κεντρική Αμερική, στο Λένινγκραντ, το 1952, όταν ένας νεαρός μελετητής, ο Γιούρι Κνοσόροφ, δημοσίευσε ένα άρθρο στη «Σοβιετική Εθνογραφία».

Το 1945, στην πτώση του Βερολίνου,   ο   Κνοσόροφ, στρατιώτης τότε πήρε μέσα από την πυρπολημένη Εθνική Βιβλιοθήκη της πόλης ένα βιβλίο. Επρόκειτο για έκδοση, που περιλάμβανε τρία από τα τέσσερα βιβλία των Μάγια, που έχουν διασωθεί. Επτά χρόνια αργότερα ανακοίνωσε εκείνο που ο Τόμπσον θεωρούσε αδύνατο, ότι δηλαδή είχε ανακαλύψει πώς γράφονταν οι λέξεις. Υποστήριξε ότι η γραφή των Μάγια. όπως εξάλλου όλες οι αρχαίες γραφές (και τα ιαπωνικά και τα κινεζικά), ήταν εν μέρει εικονογραφική και εν μέρει φωνητική «λογογραφική» κατά την τεχνική ορολογία. Πρόκειται δηλαδή για κλασικά ιερογλυφικά, για γραφή που υπόκειται στις αρχές των γνωστών ιερογλυφικών συστημάτων Ο Τόμπσον κατήγγειλε την εκδοχή ως προπαγάνδα των μπολσεβίκων.

Το επόμενο βήμα δεν είχε, παραδόξως, καμία σχέση με το πρώτο. Το 1960 η Ρωσοαμερικανίδα Τατιάνα Προσκουριάκοφ δημοσίευσε ένα άρθρο στο οποίο υποστήριζε ότι οι αλληλουχίες ονομάτων που χωρίζονται με χρονικά διαλείμματα ανταποκρίνονται στους κύκλους της ανθρώπινης ζωής - γέννηση, γάμος και θάνατος. Με άλλα λόγια οι επιγραφές ήταν ανθρώπινες ιστορίες. Ο Τόμπσον, που είχε πεισματικά απορρίψει αυτή την εκδοχή, αναγκάστηκε να υποχωρήσει.

Το τρίτο και τελευταίο βήμα ήταν συνδυασμός των δύο προηγούμενων θεωριών και της γλωσσολογικής ανάλυσης. Το συμπέρασμα ήταν ότι η γραφή ανταποκρινόταν σε γλώσσα της καθομιλουμένης, με γραμματική και συντακτικό. Με άξονα αυτά τα σύμβολα, που δεν ήταν ούτε ημερομηνίες, ούτε ονόματα και ανατρέχοντας στη δομή των σύγχρονων διαλέκτων των Μάγια, η Λίντα Σελ από το Πανεπιστήμιο του Τέξας απομόνωσε τα   ρήματα. Αργότερα αποδείχτηκε ότι το φωνητικό τμήμα της γραφής ήταν πιο σημαντικό από ό,τι πίστευαν.

Οι Μάγια έγραφαν συστηματικά την ίδια λέξη χρησιμοποιώντας αδιακρίτως τα φωνητικά και τα εικονογραφικά σύμβολα. Επακολούθησε χείμαρρος αποκρυπτογραφήσεων και στη δεκαετία του '80 περίπου το 80% των ιερογλυφικών μεταφράστηκε. Οι περισσότερες επιγραφές αναγνώστηκαν. Ο κώδικας των Μάγια είχε σπάσει.

 


 

Ανασκεύασαν την ιστορία

Υπάρχει κάτι μαγικό στις άγνωστες γραφές. Η αποκρυπτογράφηση είναι ένα από τα πιο λαμπρά κατορθώματα της επιστήμης», έλεγε ο Μορίς Ποπ, μελετητής των γλωσσών. Η λιγότερο λαμπρή πραγματικότητα είναι ότι η αποκρυπτογράφηση είναι μόνο η αρχή: ακολουθεί η κατανόηση του νοήματος των λέξεων. Όμως, από τα μέσα του '80 οι μελετητές ήξεραν πια τι αναζητούσαν. Έως τότε επικρατούσε η αντίληψη ότι ο πολιτισμός των Μάγια είχε διαρκέσει περίπου 500 χρόνια (300 - 800 μ. Χ.). Βρισκόταν στην ακμή του, όταν ο Καρλομάγνος στέφθηκε αυτοκράτορας και όταν ο Μωάμεθ έφευγε από τη Μέκκα για τη Μεδίνα. Αλλά οι νέοι μελετητές ανακάλυψαν ιερογλυφικά το 100 μ. Χ. και οι πρώτες πόλεις των Μάγια έμοιαζαν ακόμη παλαιότερες, του 5ου και 6ου π. Χ. αιώνα. Με άλλα λόγια ο πολιτισμός των Μάγια εκτεινόταν χρονολογικά από την Αθήνα του Περικλή ως την απαρχή της μεσαιωνικής Ευρώπης.

Σύμφωνα με την Προσκουριάκοφ, τα άτομα που αναφέρονται στις επιγραφές δεν ήταν ιερείς, αλλά βασιλείς. Στο Κόπαν, στην Ονδούρα, οι γραφολόγοι επεξεργάστηκαν αρχικά την αλυσίδα των δυναστειών που προέκυπτε από τις επιγραφές και στη συνέχεια οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν τα σώματα, Από τη μία πόλη στην άλλη οι μελετητές ανασκεύασαν την ιστορία: ποιος κυβερνούσε πότε, ποια ήταν τα παιδιά του, με ποιους πολέμησε και πώς αντιμετώπιζε τους γείτονες του. Όπως οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, οι Μάγια κατέγραφαν την πολιτική ζωή στους ναούς και φρόντιζαν να τοποθετούν τις πολιτικές πράξεις με ακρίβεια στο ιστορικό τους πλαίσιο, ώστε να τους προσδίδουν νομιμότητα. Έτσι, σήμερα αποκαλύπτεται όχι μόνο η χρονιά ενός σημαντικού γεγονότος, αλλά και η ημέρα και ενίοτε η ώρα.

 


 

Κατάρρευση και αφύπνιση ενός πoλιτισμού

Η πληθώρα λεπτομερειών αποσαφηνίζει τι συνέβη και, μέχρις ενός σημείου, γιατί. Στο βιβλίο «Ένα δάσος βασιλέων» η Λίντα Σελ και ο Ντέιβιντ Φρίντελ υποστηρίζουν ότι η βασιλεία ήταν ο κεντρικός πολιτικός θεσμός των Μάγια. Τα βασιλικά μνημεία δεν αποτελούσαν απλούς καταλόγους, αλλά συγκεκριμένες αναφορές σε διάφορα ζητήματα, όπως περιγραφή μιας νέας στρατηγικής (Τικάλ), τι συμβαίνει όταν μία γυναίκα γίνεται διάδοχος του θρόνου (Παλένκουε), όταν υπάρχει διαφωνία για τη διαδοχή (Γιαξτσιλάν), πώς δημιουργείται ένα νέο σύστημα διακυβέρνησης ύστερα από κοινωνική κατάρρευση (Τσιτσέν Ιτσα). Στο «Αίμα των Βασιλέων» η Λίντα Σελ και η Μέρι Μίλερ του Πανεπιστημίου του Γέιλ υποστηρίζουν ότι πρωταρχικό ενδιαφέρον των βασιλέων ήταν το βασιλικό αίμα και η κατάκτηση μέσω του αίματος.

Ανατριχιαστικές σκηνές θυσιών και τελετουργικών αυτοτραυματισμών έχουν χαραχτεί με κάθε λεπτομέρεια. Οι Σελ και Φρίντελ, σε ένα άλλο βιβλίο τους, τον «Κόσμο των Μάγια», εξετάζουν σε ποιο σύστημα αξιών στηρίζονται οι διαδικασίες αυτές. Κατά τη γνώμη τους οι Μάγια πίστευαν ότι ο κόσμος ήταν ζωντανή οντότητα. Αν έπαιρνες κάτι από αυτόν, τροφή για παράδειγμα, έπρεπε να δώσεις κάτι άλλο σε αντάλλαγμα. Το αίμα ήταν το πολυτιμότερο υγρό του ανθρώπου. Η λέξη αίμα σήμαινε ταυτόχρονα τον Θεό και την ψυχή και ήταν συγγενική με τις λέξεις ήλιος και όνειρο. Η τελετουργία της αιματοχυσίας ήταν ένα είδος επικοινωνίας με τους ιερούς προγόνους ή τεκμηρίωνε τη βασιλική καταγωγή ενός επίδοξου διαδόχου του θρόνου.

Σύμφωνα με τις τελευταίες απόψεις οι περισσότερες πόλεις-κράτη των Μάγια ενώνονταν με δύο χαλαρές συμμαχίες, που είχαν έδρα το Τικάλ, τη μεγαλύτερη πόλη - κράτος, και το Καλακμούλ. Οι συμμαχίες, κυρίως στρατιωτικές, στηρίζονταν σε εισφορές και στους γάμους.

Η μελέτη των συμμαχιών ίσως να ρίξει φως στο τελευταίο άλυτο μυστήριο των Μάγια, δηλαδή τα αίτια της κατάρρευσης του πολιτισμού τους, ο οποίος, σε αντίθεση με τον πολιτισμό των Αζτέκων, είχε παρακμάσει έξι αιώνες πριν από την έλευση των Ισπανών κατακτητών.

Η εισβολή ξένων μυστακοφόρων εχθρών στα βασίλεια των Μάγια εμφανίζεται στις εικόνες τους, μαζί με περίεργα πορτοκαλόχρωμα δοχεία. Ο,τι απέμεινε από τον κόσμο των Μάγια καταποντίστηκε μέσα στην αναρχία. Μέχρι το έτος 1000 δεν υπήρχε πλέον σχεδόν τίποτε. Η αιτία, σύμφωνα με τις τελευταίες αποκαλύψεις, ήταν η αποτυχία του πολιτικού συστήματος. Το 695 το σύστημα των συμμαχιών κατέρρευσε, όταν το Τικάλ κατέκτησε το Καλακμούλ και θυσίασε τον βασιλιά του. Η συμμαχία διαλύθηκε, το Τικάλ δεν κατόρθωσε να ελέγξει ολόκληρη την επικράτεια, ανίκανο να επιβληθεί στους τοπικούς άρχοντες.

 


 

Ωστόσο, η ιστορία των Μάγια δεν τελείωσε. Η πολιτισμική τους αναβίωση συμπίπτει με την εξιχνίαση του παρελθόντος, αντίδραση στην επονομαζόμενη μεγάλη συμφορά των Μάγια. Η πρώτη ήταν η κατάρρευση του 9ου αιώνα, η δεύτερη η ισπανική κατάκτηση, η τρίτη η αντεπίθεση του στρατού της  Γουατεμάλα στη δεκαετία του '80, κατά την οποία σκοτώθηκαν 190.000 Μάγια και ένα εκατομμύριο από τα τρία του συνολικού πληθυσμού έγιναν πρόσφυγες. Η αναγέννηση των Μάγια έχει αντίκτυπο πέρα από τη Γουατεμάλα, στο Μεξικό, όπου η επανάσταση των Ζαπατίστας, εκτός από εξέγερση των οικονομικά εξαθλιωμένων χωρικών, έχει και εθνικιστικές ρίζες. Και στις δύο χώρες οι πρώτες συμφωνίες ειρήνευσης μεταξύ κυβερνήσεων και επαναστατών οδήγησαν στην εισαγωγή της διδασκαλίας της γλώσσας των Μάγια και στη χρήση της στην κυβέρνηση.

Οι σύγχρονοι Μάγια διατηρούν στοιχεία από την πίστη των προγόνων τους, όπως η σύνδεση του αίματος, του ήλιου και της ψυχής.

Ξαφνικά στην Κεντρική Αμερική κυκλοφόρησαν ημερολόγια με το έτος των 260 ημερών, οι μύθοι των Μάγια κυκλοφορούν σε κόμικς και τα ιερογλυφικά εμφανίζονται στις αναμνηστικές επιγραφές. Ο πολιτισμός των Μάγια δεν είναι νεκρός, όπως εκείνος της Μεσοποταμίας, ούτε ζωντανός σαν τον πολιτισμό της Ινδίας. Φαίνεται να αφυπνίζεται, καθώς το αρχαίο σύστημα έχει πεθάνει, αλλά η θεώρηση του κόσμου επηρεάζει πάντα όσους μιλούν τις διαλέκτους των Μάγια. Και αυτοί, όπως οι μελετητές, ανακαλύπτουν και πάλι την Ιστορία.

THE ECONOOMIST -  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 8.1.1997

 

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2018

6.8.1945 Θυμάμαι την Χιροσίμα



Θυμάμαι την Χιροσίμα

Όταν η πρώτη πυρηνική βόμβα έπεσε στην Χιροσίμα, στις 6 Αυγούστου 1945, ο Άγγλος Έντουαρντ Σώγιερ ήταν αιχμάλωτος πολέμου και δούλευε στο λιμάνι της ιαπωνικής αυτής πόλης. Σήμερα, μετά από 73 χρόνια παρουσιάζουμε εδώ την προσωπική του μαρτυρία για εκείνη τη φοβερή ημέρα

του Edward Sawyer

ΜΕ ΜΙΑ ΚΛΩΤΣΙΑ, η πόρτα ανοίγει και ο φρουρός ουρλιάζει «Σπΐντο! Τένκο!» Ύστερα διασχίζει κατά μήκος την ξύλινη παράγκα, χτυπώντας το ραβδί του στις 80 κουκέτες του θαλάμου. Είναι 6 το πρωί, και μ' αυτόν τον άγριο τρόπο ξαναβυθίζομαι στην καθημερινή εξαθλίωση της ζωής του αιχμάλωτου πολέμου, στα χέρια των Γιαπωνέζων -τριάμισι χρόνια μετά την αιχμαλωσία μου στο νησί Τιμόρ, του Ειρηνικού, όπου υπηρετούσα λοχίας σε μια αντιαεροπορική πυροβολαρχία.
Ανασηκώνομαι ανόρεχτα, στηρίζομαι στον έναν αγκώνα, ξεδιπλώνω το πράσινο παντελόνι αγγαρείας που χρησιμοποιώ για μαξιλάρι, το φοράω πάνω από το μακρύ βρωμερό μου σώβρακο και βάζω μέσα το χακί μου πουκάμισο, που το φορούσα και στον ύπνο για να φυλαχτώ από τους ψύλλους. Τυλίγω την αχυρένια ψάθα - το μοναδικό στρωσίδι που χωρίζει τις ξύλινες σανίδες του κρεβατιού από το σκελετωμένο μου κορμί.
Όλες οι μέρες με τον ίδιο τρόπο αρχίζουν, και δέχομαι πια με απάθεια το άγριο ξύπνημα, τη βασανιστική πείνα, την αρρώστια, την αδυναμία, ακόμη και τους ξυλοδαρμούς.
Ο αέρας του πρωινού είναι δροσερός κι ο ουρανός είναι καθαρός, καθώς τον φωτίζει ο ήλιος που βγαίνει πίσω απ' τους λόφους που περιβάλλουν  το  στρατόπεδο.   Ο  διοικητής βγαίνει από το Διοικητήριο, χαιρετά τη σημαία του Ανατέλλοντος Ηλίου που κρέμεται χωρίς πνοή από τον ιστό της, κι ύστερα στέκεται μπροστά στους παραταγμένους αιχμαλώτους -Αμερικανούς, Αυστραλούς, Άγγλους, Κινέζους, Ολλανδούς, Ινδούς και Μαλαισιανούς. Με τα μάτια να κοιτούν κατ' ευθείαν μπροστά, είμαστε υποχρεωμένοι να υποκλιθούμε βαθιά. Μας χαιρετά, ύστερα περπατάει πάνω-κάτω ανάμεσα στις γραμμές μας με την ακολουθία του, επιθεωρώντας μας, και επιστρέφει στο κτίριο.
Μας εφοδιάζουν με το μεσημεριανό μας, μαύρο αναποφλοίωτο ρύζι, λίγα φασόλια σόγια, λίγα ραπανάκια και δυο λεπτές φέτες ψάρι ξεραμένο στον ήλιο, στο μέγεθος μικρής σαρδέλας, όλα μαζί πακεταρισμένα σε ξύλινα κουτιά. Μ' αυτά τα εφόδια, ξεκινάμε, 20 άντρες και δύο ένοπλοι φρουροί σε κάθε φορτηγό, για μια σκληρή μέρα δουλειάς σε κάποιο ανθρακωρυχείο, σε σιδηρουργείο, σε χωράφια να φυτεύουμε λαχανικά ή στο λιμάνι να ξεφορτώνουμε εμπορεύματα.
Τραμπαλιζόμαστε για καμιά τριανταριά χιλιόμετρα, σε δρόμους όλο στροφές και σπαρμένους με λακκούβες, μέσα από τους λόφους, σταματώντας κάθε τόσο για να ξεφορτώσουμε μια ομάδα εργασίας, μέχρι να φτάσουμε τελικά στις αποβάθρες του λιμανιού, στο δέλτα του ποταμού Ότα.
Πηδάω κάτω από το φορτηγό κι ένας Γιαπωνέζος χάντσο (εργοδηγός) μου δείχνει ένα σαπιοκάραβο, φορτηγό των 5.000 τόνων, δεμένο στο μουράγιο. Το ξέρω καλά. Εδώ και δυο μέρες ξεφορτώνω το φορτίο του, μια αναθεματισμένη, βρωμερή μαύρη ζάχαρη. Είμαστε οχτώ που δουλεύουμε
μαζί, οι τέσσερις κάτω στ' αμπάρια και οι τέσσερις πάνω, που στοιβάζουν τα τσουβάλια στη διπλανή αποθήκη. Το στρίβουμε για να δούμε ποιος θα πάει κάτω για τα δύο πρώτα φορτία. Χάνω, και ανεβαίνω στο πλοίο μαζί με τον Κηθ, τον Μπλούι και τον Κέρλυ -όλοι τους Αυστραλοί. Είμαι ο μοναδικός Άγγλος αιχμάλωτος στο πλοίο.
Κατεβαίνουμε από τη μεταλλική σκάλα στο αποπνικτικό αμπάρι. Ένας ηλεκτρικός γλόμπος που κρέμεται από ένα καλώδιο είναι το μοναδικό φως εδώ κάτω, μαζί με το μικρό κομμάτι ουρανού που φαίνεται από την καταπακτή, δέκα μέτρα πάνω απ' τα κεφάλια μας. Γυμνωνόμαστε από τη μέση και πάνω κι αρχίζουμε να σέρνουμε τα σακιά των 100 κιλών μέχρι την πλατφόρμα που έχει κατεβάσει ο γερανός. Όλες οι μύγες που ήταν αραγμένες πάνω στη βρωμερή λινάτσα των σάκων, μεταφέρουν τα ενδιαφέροντα τους πάνω στα ιδρωμένα μας κορμιά. Μόλις φορτώνουμε τέσσερα σακιά, ειδοποιούμε τον αιχμάλωτο που περιμένει στο κατάστρωμα και κάνουμε πίσω, καθώς ο γερανός αρχίζει ν' ανεβάζει, μπαλαντζάροντας, το φορτίο απ' τ' αμπάρι.
Μετά από ένα μικρό διάλειμμα, ανεβαίνουν άλλα τέσσερα σακιά, κι είναι ώρα ν' αλλάξουμε βάρδιες. Καθώς αρχίζουμε ν' ανεβαίνουμε τη σκάλα, ο χάντσο μάς διατάζει να δουλέψουμε για άλλο ένα φορτίο. Τον βρίζουμε, του λέμε ότι κάναμε τη βάρδια μας, αλλά μας απειλεί, κι έτσι αρχίζουμε να ξανακατεβαίνουμε.
Ξάφνου, ένα λαμπρό λευκό φως πλημμυρίζει κάθε γωνιά στο αμπάρι. Τυφλωμένοι από τη λάμψη παραπατάμε, πέφτουμε πίσω και βρισκόμαστε ξαπλωμένοι στο πάτωμα, ενώ το πλοίο φαίνεται να ρουφιέται προς τα κάτω. Ταρακουνιέται και κλυδωνίζεται ολόκληρο, σαν να το έχει γραπώσει και να το τραντάζει μια τρομερή δύναμη. Ύστερα ξανασηκώνεται και γέρνει απότομα προς τα δεξιά, χτυπώντας με δύναμη το πλευρό του πάνω στην τσιμεντένια αποβάθρα. Μεγάλες φλούδες μετάλλου πέφτουν βροχή στα κεφάλια μας από τα σκουριασμένα τοιχώματα του αμπαριού. Έξω, μια υπόκωφη βροντή γίνεται όλο και πιο δυνατή.


Η θάλασσα τραντάζει το πλοίο, κι ακούμε τα ξάρτια του στο κατάστρωμα να ξεριζώνονται από έναν άνεμο με δύναμη κυκλώνα. Το ηλεκτρικό φως έχει σβήσει κι εμείς μένουμε στο σκοτάδι έντρομοι, κολλημένοι πάνω στα  βρώμικα τσουβάλια,  καθώς το πλοίο στριφογυρίζει σαν καρυδότσουφλο και τ' αυτιά μας βομβαρδίζονται από έναν αλλόκοσμο θόρυβο που συνεχίζει να βρυχάται.
Σιγά-σιγά, ο φρικτός στροβιλισμός αρχίζει να μετριάζεται και το σκάφος μένει ακίνητο, γερμένο στο ένα του πλευρό. Κοιτάζω επάνω, μέσα από την καταπακτή, και ο γαλάζιος ουρανός έχει γίνει μολυβής. Τ' αυτιά μου κουδουνίζουν, αλλά ακούω στο βάθος ομιλίες Αυστραλών.
«Διάολε. Τι ' ταν αυτό;»
«Μήπως έπεσε βόμβα στην προκυμαία;»
«Δεν άκουσα έκρηξη. Άκουσες εσύ;»
Αλλά κανείς μας δεν είχε ακούσει έκρηξη. Άρα, δεν ήταν βόμβα.
«Μα τι 'ταν τότε;»
Αρχίζουμε να φωνάζουμε, κάνοντας τα χέρια μας χωνί. Καμιά απάντηση. Η ζέστη μέσα στο αμπάρι έχει γίνει αφόρητη. Αποφασίζουμε να βγούμε έξω. Ο Μπλούι πιάνεται από τη σκάλα για ν' ανέβει, αλλά τραβάει το χέρι του με μια κραυγή. Το μέταλλο καίει. Αδύνατο να το ακουμπήσεις. Ακόμη και οι μπουλμέδες κάτω από την ίσαλο γραμμή είναι ζεστοί. Μένουμε, λοιπόν, σ' αυτό το αμπάρι-φούρνο.
Σε λίγο ακούμε το θόρυβο βροχής, και βλέπουμε χοντρές μαύρες σταγόνες να πέφτουν μέσα απ' την καταπακτή. Η όψη τους έχει κάτι το απειλητικό και τραβιόμαστε όσο πιο μακριά μπορούμε, ενώ οι σταγόνες γίνονται πια κανονική βροχή, που μουσκεύει και λεκιάζει το σάκο που βρίσκεται στην πλατφόρμα. Με μια μακάβρια περιέργεια, καθόμαστε και κοιτάμε αυτή την αλλόκοτη μαύρη βροχή, μέχρις ότου σταματάει, το ίδιο απότομα όπως άρχισε.
Τώρα, έξω βασιλεύει μια περίεργη σιωπή, που τη διακόπτουν πότε-πότε το τρίξιμο και μετά ο γδούπος μαδεριών που σωριάζονται. Αρχίζουμε πάλι να φωνάζουμε, αλλά δεν παίρνουμε άλλη απάντηση από την ηχώ της φωνής μας μέσα στην πνιγηρή ζέστη και το σκοτάδι.
Περνάει ώρα πολλή. Ώσπου ακούμε βήματα πάνω στο κατάστρωμα. Πεταγόμαστε πάνω και φωνάζουμε πάλι. Ένα πρόσωπο σκεπασμένο με λευκή χειρουργική μάσκα προβάλλει και κοιτά κάτω. «Περιμένετε! Περιμένετε! Μείνετε εκεί που είσαστε!» φωνάζει στα γιαπωνέζικα.
«Μα τι συνέβη;»
«Φοβερός κίνδυνος! Φωτιά! Πολλοί νεκροί. Περιμένετε!»
Περιμένουμε, χωρίς να ξέρουμε γιατί. Σε μια ώρα περίπου, ο ίδιος αξιωματικός του Λιμενικού ξαναγυρίζει και μας κατεβάζει ένα καλάθι δεμένο με σχοινί. Έχει μέσα ένα μπουκάλι νερό και ντολμάδες από ρύζι, τυλιγμένους με φύκια. Καθόμαστε και τρώμε, ακούγοντας από μακριά το θόρυβο φτυαριών που σκάβουν και τις φωνές των εργατών. Ύστερα, καινούρια βήματα ακούγονται στο κατάστρωμα.
Τρία μασκοφορεμένα πρόσωπα μας κοιτάζουν. Μια φωνή στα αμερικάνικα μας πληροφορεί ότι είναι γιατρός κι ότι έχει μαζί του άλλους δύο Γιαπωνέζους γιατρούς. Μας πετά τέσσερις νιτσεράδες και μας λέει να τις φορέσουμε πριν ανέβουμε. Η σκάλα έχει κρυώσει, κι έτσι βγαίνουμε έξω, σ' έναν κόσμο πυρπολημένο και κατεστραμμένο.
Πάνω απ' τα κεφάλια μας, ο λυγισμένος βραχίονας του γερανού γέρνει επικίνδυνα. Ο οδηγός του είναι νεκρός μέσα στην καμπίνα του. Το φουγάρο του πλοίου έχει πέσει στο πλάι. Το γερμένο κατάστρωμα είναι γεμάτο με σπασμένα ξάρτια. Η γέφυρα είναι τσακισμένη. Ανάμεσα απ' τα κάγκελα της αριστερής κουπαστής βλέπουμε το ποτάμι να κατεβάζει ντουζίνες καμένα πτώματα προς τη θάλασσα, μερικά απ' αυτά ακόμα αγκαλιασμένα σε μακάβρια συμπλέγματα.
Κοιτώντας προς την πάνω μεριά του ποταμού, αντικρίζουμε αυτό που κάποτε ήταν η πόλη της Χιροσίμα. Σε μια έκταση πέντε τετραγωνικών χιλιομέτρων, σχεδόν όλα τα κτίρια έχουν γίνει σκόνη, ενώ πάνω απ' αυτό το βιβλικό τοπίο κρέμεται ένα μολυβί σύννεφο καπνού.
Ο γιατρός (ένας Αμερικανός ταγματάρχης των πεζοναυτών, αιχμάλωτος από τις Φιλιππίνες) μας είπε ότι όλα αυτά τα έκανε μία και μόνο βόμβα, αλλά είναι αδύνατο να το χωνέψουμε. Αντίθετα, η απαίσια δυσοσμία γύρω μας είναι πολύ πειστική, και σπεύδουμε να φορέσουμε τις μάσκες που φιλτράρουν κάπως τις οσμές της καμένης σάρκας, της στυφής καπνιάς και του καυτού μέταλλου, που μας φέρνουν ναυτία. Το καρβουνιασμένο πτώμα του χάντσο κείτεται κοντά στην πλώρη, κι ανάμεσα στα πεσμένα ξάρτια βρίσκεται το πτώμα του αιχμάλωτου που μετέφερε τα σινιάλα μας στον οδηγό του γερανού. Τον κοιτάζουμε μελαγχολικά κι αναλογιζόμαστε πώς έγινε και μείναμε εμείς κάτω. Ύστερα βγαίνουμε στην προκυμαία, αναζητώντας τους άλλους τρεις.
Η οροφή της αποθήκης έχει εξαφανιστεί. Το ρολόι, όμως, στον τοίχο παραμένει ανέπαφο, με τους δείκτες του σταματημένους στις 8.15. Άντρες της πολιτικής αεράμυνας προσπαθούν να μεταφέρουν τους νεκρούς που είναι σκορπισμένοι στην προκυμαία. Μα όταν πάνε να τους σηκώσουν, το καμένο δέρμα ξεφλουδίζει και βγαίνει μονοκόμματο, σαν φανελάκι.


Το θέαμα μας αρρωσταίνει. Πηγαίνουμε μέχρι την αποθήκη, κι εκεί βρίσκουμε τα πτώματα των άλλων τριών αιχμαλώτων. Οι δύο έχουν πέσει μπρούμυτα, αλλά ο τρίτος έχει μείνει καθιστός, με τα μάτια σ' ένα γκροτέσκο βλέμμα να λιώνουν σε κέρινα ρυάκια πάνω στο κόκκινο πρησμένο του πρόσωπο. Τον κοιτάμε κι εμείς αποσβολωμένοι.
«Ελάτε,» μας φωνάζει ο ταγματάρχης. Έχοντας βεβαιωθεί ότι είμαστε
οι μοναδικοί επιζώντες, αρχίζει να ανυπομονεί. «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε. Ας πηγαίνουμε.» Μας αφήνει να καταλάβουμε ότι, με όσα είδε σήμερα, φοβάται κάποια αντίποινα από τους επιζώντες Γιαπωνέζους. Τον ακολουθούμε κατά μήκος της προκυμαίας. Ιδρώνοντας κάτω απ' τις νιτσεράδες που κρύβουν την ιδιότητα μας, προσπερνάμε βιαστικά μια ομάδα Γιαπωνέζων στρατιωτών που ψάχνουν για επιζώντες μέσα στα χαλάσματα, έπειτα ένα μαυρισμένο τοίχο που πάνω του έχει αποτυπωθεί, σαν φάντασμα, το περίγραμμα μιας γκρίζας ανθρώπινης μορφής που στεκόταν εκεί δίπλα όταν έγινε η έκλαμψη. Καθώς προχωράμε, ο ταγματάρχης, που το πρόσωπο του είναι πληγωμένο και ματωμένο, μας διηγείται το πώς γλίτωσε σαν από θαύμα, όταν το νοσοκομείο όπου εργαζόταν κατέρρευσε. Θάφτηκε κάτω από τα συντρίμμια, αλλά κατάφερε να βγει έξω ανοίγοντας δρόμο με τα χέρια του, και να συναντήσει τα συνεργεία διασώσεως. Μας διηγείται για δύο γυναίκες που έμπαιναν μαζί στο νοσοκομείο την ώρα που έπεφτε η βόμβα. Η μία σκοτώθηκε από την έκλαμψη, της άλλης τα ρούχα εξαφανίστηκαν κι απόμεινε ζωντανή, χωρίς ούτε ένα σημάδι στο γυμνό της σώμα.
Στα προάστια, περνάμε από μια πλατεία που έχει μετατραπεί σε πρόχειρο νοσοκομειακό σταθμό. Είναι πλημμυρισμένη από ανθρώπους, που περιμένουν σε ουρές, πολλοί απ' αυτούς με εγκαύματα, με αιμορραγίες, με λωρίδες δέρματος να κρέμονται από τα πρησμένα, γυμνά σώματα τους. Δεν υπάρχει ούτε υστερία ούτε πανικός, μόνο η απόγνωση των ομάδων παροχής  πρώτων  βοηθειών  και  τα βλέμματα, πληγωμένα και κατάπληκτα, εκείνων που περιμένουν. Για πρώτη φορά, αισθάνομαι λύπη και συμπόνια για τους Γιαπωνέζους. «Κοιτάξτε όλα αυτά τα φρικτά μαρτύρια,» λέει ο ταγματάρχης, κουνώντας το κεφάλι. «Τι χρειαζόντουσαν; Τους είχαμε πια σχεδόν νικήσει, έτσι κι αλλιώς. Γιατί το έκαναν; Γιατί; Γιατί;» Αυτή είναι μια ερώτηση που την κάνουν συχνά οι στρατιώτες.


Ο ταγματάρχης μάς οδηγεί σ' ένα σημείο συγκέντρωσης όπου μερικά φορτηγά περιμένουν στη σειρά, και συνεννοείται με τον επικεφαλής αξιωματικό. Κατόπιν, ένας νεαρός στρατιώτης, κουβαλώντας το όπλο του, μας συνοδεύει σ' ένα απ' τα φορτηγά. Μπαίνουμε μέσα, βγάζουμε τις νιτσεράδες και τις επιστρέφουμε στον ταγματάρχη. Δεν υπάρχουν λόγια για να τον ευχαριστήσουμε για τη σωτηρία μας.
Ο Γιαπωνέζος στρατιώτης σκαρφαλώνει μαζί μας και το φορτηγό ξεκινάει, στρίβοντας μια από δω και μια από κει, αναζητώντας μια ανοιχτή διάβαση έξω από την ισοπεδωμένη πόλη. Ο στρατιώτης, μισανοίγει το καραβόπανο που κλείνει το πίσω μέρος του φορτηγού για να βλέπει έξω, κι από τις χαραμάδες βλέπουμε την πρόσοψη μιας χριστιανικής εκκλησίας να έχει μείνει όρθια, με το γοτθικό τόξο της πόρτας της να οδηγεί μονάχα σε ερείπια που καπνίζουν. Καθώς ανεβαίνουμε στους λόφους έξω από την πόλη, βλέπουμε δέντρα καμένα, άλλα ξεριζωμένα κι άλλα απογυμνωμένα απ' όλο τους το φύλλωμα.
Όταν φτάνουμε στο στρατόπεδο, βλέπουμε ότι η μάντρα του έχει ισοπεδωθεί και η σκεπή μιας αποθήκης έχει σαρωθεί. Μας λένε ότι τη ζημιά την έκανε ένας τρελός αέρας. Τους εξηγούμε ότι ήταν βόμβα, αλλά κανείς δεν μας πιστεύει.
Πηγαίνουμε στη δεξαμενή του νερού και καταβρέχουμε, ξανά και ξανά, το σώμα μας, προσπαθώντας να πλύνουμε από πάνω μας όλες τις οσμές κι όλο το θέαμα της ημέρας. Ύστερα πέφτουμε εξαντλημένοι στα κρεβάτια μας. Ο αρχαιότερος αιχμάλωτος αξιωματικός, ένας Αμερικανός συνταγματάρχης, μπαίνει μέσα και μας στέλνει στο γιατρό για έλεγχο. Μολονότι το ηθικό μας είναι τσακισμένο, είμαστε σώοι και υγιείς.
Στο βραδινό προσκλητήριο τέσσερις άντρες λείπουν, και μόνον ο Κηθ, ο Μπλούι, ο Κέρλυ κι εγώ ξέρουμε τη φρίκη του ακαριαίου θανάτου τους. Οι φρουροί μάς καλούν να παραταχθούμε στο χώρο των παρελάσεων. Ο διοικητής εμφανίζεται με την ακολουθία του, κι εμείς κάνουμε τη συνηθισμένη βαθιά υπόκλιση. Χαιρετά, διατάσσει ανάπαυση κι αρχίζει να μιλάει στα αγγλικά.
«Σήμερα Αμερική έριξε μεγάλη βόμβα Χιροσίμα...» Η φωνή του βράζει από οργή καθώς περιγράφει τις καταστροφές και τις χαμένες ζωές. Ύστερα παίρνει έναν περιφρονητικό τόνο. «Αμερική δεν θα έριχνε μεγάλη βόμβα, αν Ιαπωνία είχε μεγάλη βόμβα, γιατί αν Ιαπωνία είχε μεγάλη βόμβα, Ιαπωνία θα βομβάρδιζε Σαν Φραντσίσκο...»
Το επαναλαμβάνει πολλές φορές, αναφέροντας όσα ονόματα αμερικανικών πόλεων μπορεί να θυμηθεί, και τον ακούμε με αγωνία, με το μάτι μας καρφωμένο στο οπλοπολυβόλο και το χειριστή του. Αλλά, προς ανακούφιση μας, μας ανακοινώνει ότι το στρατόπεδο θα εκκενωθεί και θα μεταφερθούμε με τραίνο στην Νιιγκάτα, στη βορειοδυτική ακτή του Χονσού.
Την ώρα που μας καλούν ν' ανεβούμε στα φορτηγά για τον σιδηροδρομικό σταθμό, ανασηκώνω μια από τις σανίδες της κουκέτας μου και ψάχνω για το κρυμμένο μικρό μου σημειωματάριο, που μου χρησίμευσε σαν ημερολόγιο τα τελευταία τρισήμισι χρόνια. Το κρύβω μέσα στο πουκάμισο μου, μαζί με την ταλαιπωρημένη φωτογραφία της αρραβωνιαστικιάς μου, της Μαίρης. Μπαίνω κι εγώ στη σειρά για τα φορτηγά.
Το σκοτάδι αρχίζει να πέφτει καθώς ξεκινάμε το μακρύ ταξίδι μας προς το βορρά. Ακούγοντας το ρυθμό των τροχών πάνω στις ράγες, αρχίζω, μετά από λίγο, να νιώθω μια αχνή ελπίδα. Αυτή είναι ίσως η αρχή του ταξιδιού της επιστροφής μου στην ελευθερία, η αρχή του τέλους της πολύχρονης σκληρής σκλαβιάς μου.


Ο Έντουαρντ Σωγιερ είναι σήμερα (1985) ένας υγιής και δραστήριος άντρας 67 χρονών, αλλά, όπως όλοι οι αιχμάλωτοι πολέμου από την Άπω Ανατολή, χρειάστηκε πολύ καιρό μέχρι να ξαναβρεί την υγεία του.
Όταν απελευθερώθηκε το 1945, το βάρος του είχε φτάσει τα 47κιλά και υπέφερε από δυσεντερία, μαλάρια και νευρικές διαταραχές. Χρειάστηκαν δύο χρόνια ανάρρωσης πριν μπορέσει να ξαναπιάσει δουλειά ως τυπογράφος. Τον Ιούλιο του 1947, παντρεύτηκε την Μαίρη. Παρ' όλο που τους είχαν πει ότι δεν θα μπορούσαν μάλλον ποτέ να κάνουν οικογένεια, μετά από 14 χρόνια γεννήθηκε το μοναχοπαίδι τους, ένα υγιέστατο αγοράκι.
Ο 'Εντουαρντ Σώγιερ - συνταξιούχος τώρα πια - μολονότι έχει γνωρίσει όσο λίγοι τη φρίκη των πυρηνικών όπλων, δεν ανήκει στους οπαδούς του μονομερούς αφοπλισμού. «Τον πόλεμο τον κάνουν οι άνθρωποι, όχι τα όπλα. Οι ισχυρότεροι θα κατακτούν πάντα όσα μπορούν και οι αδύναμοι θα παραχωρούν όσα εξαναγκάζονται. Τα ζητήματα ηθικής και δικαιοσύνης αρχίζουν να εμφανίζονται μόνον όταν οι δυνάμεις είναι ίσες. Με τον σημερινό χωρισμό του κόσμου σε δύο στρατόπεδα, η ουδετερότητα είναι αυταπάτη και ο μονομερής πυρηνικός αφοπλισμός μπορεί να μας οδηγήσει μόνο στη σκλαβιά.»

© 1979 by Emory Μ. Thomas. Condensed from "The Washimghton Post" (August 15,  79).  

Πηγή : ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑΝ ΠΡΩΤΟΙ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ;



ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑΝ ΠΡΩΤΟΙ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ;

Σύμφωνα με τον πανεπιστημιακό καθηγητή Ενρίκο Ματίεβιτς ο Άδης και η Περσεφόνη έζησαν στις κεντρικές Άνδεις του Περού.

Ο γεννημένος στην Ιταλία Ερνίκο Ματίεβιτς, ο οποίος σπούδασε και εργάστηκε σε πανεπιστήμια του Περού και της Βραζιλίας, δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία πως οι έλληνες ανακάλυψαν την Αμερική πολλά χρόνια πριν από τον Χριστόφορο Κολόμβο, για τον οποίο κάποιοι υποστηρίζουν ότι ήταν επίσης Έλληνας.
Τις απόψεις του για την ανακάλυψη της Αμερικής από τους έλληνες τις διατυπώνει εμπεριστατωμένα ο Λατινοαμερικάνος καθηγητής στο βιβλίο του “ταξίδι στη μυθολογική κόλαση”, το οποίο έχει κυκλοφορήσει και στα ελληνικά.
Τις επανέλαβε επίσης στο πλαίσιο ενός ταξιδιού που πραγματοποίησε στην Αυστραλία το 2003. Μιλώντας στα μέσα ενημέρωσης ο καθηγητής σημείωσε :
“Στις κεντρικές Άνδεις του Περού, κοντά στο συνοικισμό του Τσαβίν ντε χουαντάρ, βρίσκονται τα υπολείμματα ενός φημισμένου μαντείου άνω των 3.000 ετών. Αυτό το αρχαίο μαντείο αναγνωρίστηκε από εμένα σαν η κατοικία του Άδη και της Περσεφόνης, Τα φοβερά ανάκτορα των θεοτήτων του χθόνιου κόσμου.
Οι παραστάσεις του Τσαβιν συμπίπτουν στις μικρότερες λεπτομέρειες με τις οντότητες του Ταρτάρου, οι οποίες περιγράφονται στη Θεογονία του Ησίοδου.
Ο ίδιος δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι οι αρχαίοι Έλληνες έφθασαν στη νότιο Αμερική πολλούς αιώνες πριν από τον Κολόμβο και παρουσιάζει μια σειρά στοιχείων για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του αυτούς καταλήγοντας :
«Οι μύθοι που διηγούνται τα φανταστικά ταξίδια των αρχαίων Ελλήνων στον κάτω κόσμο θα είχαν την καταγωγή τους στις διηγήσεις των θαλασσοπόρων του Αιγαίου, οι οποίοι κατέβηκαν στη Νότιο Αμερική, αφού είχαν διασχίσει τον Ατλαντικό Ωκεανό. Συνεχίζοντας τη ναυσιπλοΐα μέσω του Αμαζονίου ποταμού θα είχαν φτάσει μέχρι τις Άνδεις του Περού, όπου βρίσκονται έως σήμερα άφθονα αρχαιολογικά κατάλοιπα που μπορούν να επιβεβαιώσουν την παρουσία τους».



Print Collector via Getty Images
Ptolemy's Map of the World cA.D 150. The Ptolemy world map is a map of the known world to Hellenistic society in the 2nd century AD. It was based on the description contained in Ptolemy's book Geographia, written c150. Perhaps the most significant contributions of Ptolemy's maps are the first uses of longitudinal and latitudinal lines. Taken from 'A Book of Discovery', published by T. C. & E. C. Jack Ltd. 1912. (Photo by The Print Collector/Print Collector/Getty Images) 

Οι αρχαίοι Έλληνες ανακάλυψαν την Αμερική, υποστηρίζει Ιταλός καθηγητής πανεπιστημίου

Όμως και ένας άλλος ιταλός καθηγητής φυσικός, φιλόλογος και ιστορικός των επιστημών ο οποίος διδάσκει σε πανεπιστήμιο της Ρώμης, ο Lucio Russo επιμένει πως αυτός ο “Νέος Κόσμος” ήταν ήδη γνωστός πριν πολλούς αιώνες.
Μπορεί δηλαδή το 1492 να ήταν μια από τις πιο σημαντικές χρονιές στην ιστορία των Ανακαλύψεων, ο κόσμος ξαφνικά να “μεγάλωσε” -μετά την ανακάλυψη της Αμερικανικής Ηπείρου- και η Ευρώπη να έπαψε να είναι το κέντρο της γης όμως ο κόσμος αυτός ήταν ήδη γνωστός στους αρχαίους Έλληνες.
Αυτό άλλωστε φαίνεται να υποστηρίζει και στο βιβλίο του, “Η ξεχασμένη Αμερική: Η σχέση μεταξύ των πολιτισμών και το λάθος του Πτολεμαίου” τον οποίο και “κατηγορεί” όπως επίσης και τους “δύσπιστους” Ρωμαίους για την απώλεια της γνώσης των αρχαίων Ελλήνων.
Μεταξύ των πολλών, όπως υποστηρίζει ο Russo, στοιχείων που ενισχύουν την άποψη πως υπήρχε επαφή μεταξύ των αρχαίων Ευρωπαίων και των ιθαγενών Αμερικανών, είναι μερικά προ-Κολομβιανά κείμενα που κατάφεραν να “επιβιώσουν” της καταστροφής που επέφερε η ισπανική κατάκτηση.


Η λάθος μετάφραση για εκείνους που “ήρθαν από την Ανατολή”

Σε ένα βιβλίο, σχετικά με την προέλευση των Μάγια - όπως αναφέρει μιλώντας στο Epoch Times -υπάρχουν αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία. Οι “πατέρες” του συγκεκριμένου πολιτισμού, σύμφωνα πάντα με το κείμενα αυτά, ήταν “μαύροι και λευκοί, με διάφορα πρόσωπα και μιλούσαν διάφορες γλώσσες” και ήρθαν από την Ανατολή. “Και δεν είναι ξεκάθαρο πως διέσχισαν τη θάλασσα”. Ωστόσο, οι ερευνητές αποφάσισαν να μεταφράσουν τη λέξη που χρησιμοποιούσαν οι Μάγια για τη “θάλασσα” ως “λίμνη”.
Επίσης, υπάρχουν αρκετές απεικονίσεις Μάγια αλλά και κείμενα στα οποία γίνονται αναφορές σε άνδρες με μούσια. Μόνο που οι ιθαγενείς της Αμερικανικής Ηπείρου δεν άφηναν γένια.
Υπάρχουν όμως και αρκετά έργα Ρωμαίων στα οποία εμφανίζεται το φρούτο ανανάς, το οποίο “εισήχθη” όμως στην Ευρώπη, μόνο μετά την κατάκτηση του Νέου Κόσμου, δηλ. Το 1492, αφού ευδοκιμούσε στη Ν. Αμερική.


Ο δογματισμός της επιστήμης

Ο Russo, ο οποίος διδάσκει στο πανεπιστήμιο Tor Vergata της Ρώμης, υποστηρίζει πως ο λόγος για τον οποίο οι ερευνητές πιστεύουν πως η Αμερικανική Ήπειρος δεν ήταν γνωστή στους αρχαίους Έλληνες, έχει να κάνει με τον δογματισμό και όχι με την έλλειψη αποδείξεων.
Για χρόνια, κυριαρχεί η θεωρία πως ο πολιτισμός εξελίσσεται σε προκαθορισμένα στάδια. Για παράδειγμα: ένας πολιτισμός ανακάλυψε τη φωτιά, μετά ανακάλυψε τον τροχό, τη γραφή κ.ο.κ φτάνοντας μέχρι τα επιτεύγματα της σύγχρονης τεχνολογίας και τη Δημοκρατία. Όλοι οι πολιτισμοί, εκτιμάται πως “πέρασαν” από αυτά τα στάδια και μπορούν να ιεραρχηθούν βάσει των επιτευγμάτων τους.
Όμως ο Russo, παρουσιάζει ένας εντελώς διαφορετικό σενάριο: οι ανακαλύψεις, όπως π.χ. η γραφή δεν αναπτύχθηκαν αυτόνομα και ανεξάρτητα σε κάθε πολιτισμό αλλά πέρασαν από τον ένα στον άλλο. Υποστηρίζει δε, πως είναι λανθασμένη η αντίληψη πως η επιστήμη εξελίσσεται χρόνο με το χρόνο. Εξάλλου υπάρχουν πολλά παραδείγματα επιστημονικής και πολιτισμικής παρακμής όπως η καταστροφή του πολιτισμού των Καρχηδονίων και των Ελλήνων, από τους οποίους οι Ρωμαίοι κληρονόμησαν μόνο ένα μικρό μέρος των επιστημονικών τους γνώσεων.


Ένα από τα σχετικά παραδείγματα που αναφέρει ο Rosso, αφορά τα επιτεύγματα στον τομέα της ναυσιπλοϊας. “Το μέγεθος των πλοίων κατά την Ελληνιστική περίοδο ξεπεράστηκε μόνο την περίοδο του Ναπολέοντα ενώ ο Κολόμβος, όπως αναφέρεται, σχεδίασε το ταξίδι βασιζόμενος σε μέρος των μαθηματικών γνώσεων της Ελληνιστικής περιόδου που είχαν καταφέρει να διασωθούν. Όπως τονίζεται, οι Έλληνες ήταν εξάλλου ο μόνος πολιτισμός της εποχής του που είχε κατανοήσει πως η Γη είναι στρογγυλή. Η γνώση αυτή όμως στη συνέχεια “χάθηκε”.
Ακόμη και σήμερα όπως τονίζει στο Epoch Times ο Russo, βρισκόμαστε σε μια περίοδο “επιστημονικής κρίσης” η οποία όμως είναι διαφορετική από αυτή των ρωμαϊκών χρόνων καθώς η σημερινή παρακμή, σύμφωνα με τον καθηγητή, “κρύβεται” πίσω από τα τεχνολογικά επιτεύγματα.

Το λάθος του Πτολεμαίου και πως οι άνθρωποι “ξέχασαν” την Αμερική


Παρά ταύτα, το ερώτημα παραμένει. Πως μπορεί οι άνθρωποι να “έχασαν” τη γνώση μιας ολόκληρης ηπείρου; Το λάθος, σύμφωνα με τον καθηγητή, εντοπίζεται στον Πτολεμαίο ο οποίος έφτιαξε έναν “παγκόσμιο” χάρτη συνδυάζοντας τους επικρατέστερους ισχυρισμούς από τις διαθέσιμες αρχαίες πηγές.
Το βασικό πρόβλημα κατά τον καθηγητή είναι η “τοποθέτηση” των Τυχερών Νησιών, τα οποία οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν Κανάριες Νήσους. Στην πραγματικότητα όμως οι Έλληνες αναφέρονταν στις Αντίλλες, σύμφωνα τουλάχιστον με τον Russo. Η “παρεξήγηση” οφείλεται κατά τον ίδιο, στους Ρωμαίους και όχι μόνο, και στη δυσπιστία όσο και αδυναμία τους να “ανοιχτούν” στους ωκεανούς.
Ακολουθώντας τους κανόνες της φιλολογικής όσο και μαθηματικής λογικής, ο Russo εξηγεί στον αναγνώστη, ένα ένα τα λάθη του Πτολεμαίου – τα οποία θεωρούνται πολύ μεγάλα- και παράλληλα αποδεικνύει πως οι γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων για τον πλανήτη μας ήταν πολύ ακριβείς. Ο Πτολεμαίος, όπως τονίζει ο καθηγητής, υπολόγισε λάθος το γεωγραφικό πλάτος των Κανάριων Νήσων, κατά 15 μοίρες με αποτέλεσμα στο δικό του χάρτη να εμφανίζονται εκεί που θα ανέμενε κανείς να είναι οι Αντίλλες. Φυσικά η Αμερική δεν εμφανίζεται στο χάρτη του.
Σύμφωνα με τον Russo, το βιβλίο προκάλεσε δύο ειδών αντιδράσεις. Οι επιστήμονες και οι φιλόλογοι έδειξαν ενθουσιασμό, σε αντίθεση με τους ιστορικούς και τους γεωγράφους, που όπως τονίζει ο συγγραφέας, αδυνατούν να κατανοήσουν κάποιες λογικές πτυχές του έργου του.
“Έχουμε πολλά να μάθουμε από τους αρχαίους Έλληνες. Για παράδειγμα θα πρέπει να προσπαθήσουμε να περιορίσουμε την τάση που υπάρχει για υπερβολική εξειδίκευση” γιατί τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνο από αυτούς που εστιάζουν σε περισσότερες από μια πτυχές της ανθρώπινης γνώσης.

Πηγή:

Epoch Times

http://diodos.gr/parajena_p/anatrept/amerikh.htm (2003)