Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Γράφει ο Κ. Γραικιώτης
Σε μια εποχή όπου οι πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες, από την κομπορρημοσύνη του Τράμπ μέχρι τον αμοραλισμό του Ντενάχιου και τον θρησκευτικό φανατισμό του Ιράν, συχνά φαίνεται να αγνοούν τις συνέπειες των πράξεών τους, μια φωνή από το παρελθόν έρχεται να μας ταρακουνήσει. Είναι η φωνή του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα Mark Twain, που με το αιχμηρό του δοκίμιο Η Προσευχή του Πολέμου (The War Prayer) υπενθυμίζει ότι οι αποφάσεις για νίκη και δόξα συνοδεύονται πάντα από ανθρώπινο πόνο — και ότι η ηθική ευθύνη δεν μπορεί να παρακαμφθεί.
Το The War Prayer είναι ένα σύντομο αλλά εξαιρετικά αιχμηρό αντιπολεμικό δοκίμιο του Mark Twain, το οποίο έχει ενδιαφέρουσα ιστορία όσον αφορά τη συγγραφή και τη δημοσίευσή του.
Ο Twain έγραψε το κείμενο γύρω στα 1905, λίγο μετά τον Ισπανοαμερικανικό Πόλεμο του 1898 και ενώ η αμερικανική κοινωνία βρισκόταν σε κλίμα πατριωτικού ενθουσιασμού.
Το δοκίμιο αντικατοπτρίζει την κυνική κριτική του Twain για τον πόλεμο και τη θρησκευτική και όχι μόνο υποκρισία που τον συνοδεύει.
Η αφορμή ήταν η παρατήρηση ότι οι άνθρωποι προσεύχονταν για νίκη και «ευλογούσαν» τα στρατεύματά τους, χωρίς να συνειδητοποιούν το ηθικό κόστος για αυτούς και τους εχθρούς τους.
Περιεχόμενο και μήνυμα
Το κείμενο παρουσιάζει μια εκκλησία γεμάτη με πατριώτες που προσεύχονται για τη νίκη των στρατευμάτων τους.
Ξαφνικά εμφανίζεται ένας «αγγελιοφόρος του Θεού», που τους αποκαλύπτει το σκοτεινό νόημα της προσευχής τους: κάθε αίτημα για νίκη συνεπάγεται αίτημα για καταστροφή και θάνατο των αντιπάλων.
Το κείμενο καυτηριάζει την υποκρισία της θρησκευτικής και πατριωτικής ρητορικής και μας αναγκάζει να σκεφτούμε τις ηθικές συνέπειες των πράξεών μας.
Αν και γράφτηκε το 1905, δεν δημοσιεύτηκε όσο ζούσε ο Twain.
Οι εκδότες θεώρησαν ότι το κείμενο ήταν πολύ προκλητικό και επικίνδυνα αντιπολεμικό, κυρίως λόγω της κριτικής του προς τον πατριωτισμό και τη θρησκευτική ευσέβεια.
Τυπικά δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του, το 1916, περίπου έναν χρόνο μετά τον θάνατό του.
Θεωρείται ένα από τα πιο αιχμηρά αντιπολεμικά έργα στην αμερικανική λογοτεχνία και δείχνει την ικανότητα του Twain να χρησιμοποιεί σαρκασμό και ειρωνεία για να αποκαλύψει τις ηθικές αντιφάσεις της κοινωνίας.
Το έργο παραμένει επίκαιρο για τη κριτική του στη συλλογική ψευδαίσθηση, την υποκρισία και τη θρησκευτική νομιμοποίηση της βίας.
Παρακάτω παραθέτω σε ελεύθερη μετάφραση το αρχικό κείμενο
Η Προσευχή του Πολέμου
Mark Twain
Ήταν εποχή πολέμου. Οι εκκλησίες ήταν γεμάτες, και οι ιερείς κήρυτταν πατριωτισμό και προσεύχονταν για τη νίκη. Οι νέοι άνδρες έφευγαν για το μέτωπο, και οι σημαίες ανέμιζαν, και τα τύμπανα ηχούσαν, και οι καρδιές φλέγονταν από ενθουσιασμό.
Την Κυριακή το πρωί, η εκκλησία ήταν κατάμεστη. Οι στρατιώτες που επρόκειτο να αναχωρήσουν κάθονταν μαζί, περιτριγυρισμένοι από συγγενείς και φίλους. Ο ιερέας μίλησε με θέρμη για το δίκαιο της υπόθεσης, για τη βοήθεια του Θεού, και για τη βέβαιη νίκη. Στο τέλος, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και έκανε μια ένθερμη προσευχή:
«Ω Κύριε των Δυνάμεων, προστάτεψε τα γενναία παλικάρια μας. Δώσε τους δύναμη και θάρρος. Οδήγησέ τα στη νίκη. Σύντριψε τον εχθρό μας, ταπείνωσέ τον, και κάνε τη σημαία μας να θριαμβεύσει πάνω από τα πεδία της μάχης. Ευλόγησε τα όπλα μας, και χάρισε μας μια ένδοξη νίκη.»
Η εκκλησία αντήχησε από ένα δυνατό «Αμήν».
Εκείνη τη στιγμή, ένας παράξενος, ηλικιωμένος άνδρας σηκώθηκε και προχώρησε προς τον άμβωνα. Το πρόσωπό του ήταν σοβαρό, σχεδόν απόκοσμο. Κανείς δεν τον γνώριζε.
Στάθηκε δίπλα στον ιερέα και είπε:
«Έρχομαι ως αγγελιοφόρος του Θεού. Μου δόθηκε να μεταφέρω σε εσάς το πλήρες νόημα της προσευχής σας. Διότι δεν το γνωρίζετε, αλλά ζητήσατε περισσότερα απ’ όσα ειπώθηκαν.»
Το εκκλησίασμα πάγωσε.
Ο γέρος συνέχισε:
«Η προσευχή σας για νίκη περιέχει και μια άλλη προσευχή — μια που δεν ειπώθηκε φωναχτά. Αν θέλετε να κερδίσετε, πρέπει να τολμήσετε να ζητήσετε και το αντίθετο για τους εχθρούς σας.
Ακούστε, λοιπόν, το υπόλοιπο της προσευχής σας:
«Ω Κύριε, βοήθησέ μας να κατασπαράξουμε τους εχθρούς μας. Βοήθησέ μας να σπείρουμε τα πτώματά τους στα πεδία. Βοήθησέ μας να πνίξουμε τη γη στο αίμα τους. Βοήθησέ μας να συντρίψουμε τα σπίτια τους, να αφήσουμε τις γυναίκες τους να θρηνούν και τα παιδιά τους να περιπλανώνται άστεγα και πεινασμένα. Βοήθησέ μας να γεμίσουμε τις καρδιές τους με πόνο και απελπισία.»
Διότι αυτό ζητάτε, όταν ζητάτε νίκη.
Ένα ρίγος διαπέρασε το πλήθος.
Ο γέρος κοίταξε γύρω του.
«Αν αυτό είναι που θέλετε — αν αυτό είναι που τολμάτε να ζητήσετε από τον Θεό — τότε πείτε το. Πείτε το ολοκληρωμένα. Διαφορετικά, μείνετε σιωπηλοί.»
Κανείς δεν μίλησε.
Ο άνδρας αποχώρησε όπως είχε έρθει — σιωπηλός.
Οι άνθρωποι έμειναν ακίνητοι. Και μετά από λίγο, κάποιος ψιθύρισε:
«Ήταν τρελός.»
Συμπεράσματα
Το κείμενο του Mark Twain είναι μια από τις πιο αιχμηρές αντιπολεμικές σάτιρες της λογοτεχνίας. Κάτω από την απλότητά του, κρύβονται πολύ δυνατές ιδέες:
1. Η «αόρατη» πλευρά κάθε προσευχής για νίκη
Ο Twain αποκαλύπτει μια ηθική αλήθεια που συνήθως αγνοούμε ότι κάθε ευχή για νίκη εμπεριέχει αναγκαστικά μια ευχή για καταστροφή του άλλου.
Δηλαδή:
«Να νικήσουμε» επομένως «να πεθάνουν αυτοί»
«Να σωθούμε» επομένως «να υποφέρουν άλλοι»
Ο γέρος απλώς λέει αυτό που όλοι σκέφτονται αλλά κανείς δεν τολμά να το αρθρώσει.
2. Η υποκρισία της θρησκευτικής ρητορικής
Ο ιερέας παρουσιάζει τον πόλεμο ως ιερό και δίκαιο.
Ο Twain δείχνει πόσο εύκολα η θρησκεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να «αγιάσει» τη βία.
Όμως το σοκ έρχεται να ταρακουνήσει το ποίμνιο όταν η ίδια προσευχή μεταφράζεται σε ωμή πραγματικότητα και γίνεται σχεδόν βλάσφημη ενάντια στην ηθική και τα κηρύγματα αγάπης του Χριστού και της Εκκλησίας.
3. Ο συλλογικός ενθουσιασμός και η τύφλωση
Οι άνθρωποι που βρίσκονται στην εκκλησία είναι καλοπροαίρετοι, αγαπούν τους δικούς τους, πιστεύουν ότι κάνουν το σωστό. Και όμως συμμετέχουν σε κάτι καταστροφικό χωρίς να το συνειδητοποιούν. Για αυτό και ο Twain καυτηριάζει τη «μαζική ψευδαίσθηση» του πατριωτισμού.
4. Ο «τρελός» ως φορέας αλήθειας
Η αντίδραση στο τέλος («Ήταν τρελός») είναι κρίσιμη. Γιατί η αλήθεια και το ξεσκέπασμα είναι πολύ σκληρό και γι’αυτό ο απλός παρασυρμένος άνθρωπος προτιμά να τη χαρακτηρίσει παράλογη. Ο «αγγελιοφόρος» λειτουργεί σαν προφήτης — αλλά απορρίπτεται.
5. Αντιπολεμικό μήνυμα
Το έργο γράφτηκε σε περίοδο πολεμικού ενθουσιασμού και δεν δημοσιεύτηκε όσο ζούσε ο Twain, γιατί θεωρήθηκε υπερβολικά προκλητικό. Βλέπετε ο πόλεμος δεν είναι ηρωισμός — είναι συμμετρική καταστροφή που απλώς τη βλέπουμε από τη μία πλευρά.
Συνοψίζοντας
Το δοκίμιο του Twain δεν είναι απλώς ένα ιστορικό ή λογοτεχνικό κείμενο· είναι ένας καθρέφτης που αντικατοπτρίζει τις πιο σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης και των συλλογικών ψευδαισθήσεων. Μας αναγκάζει να σκεφτούμε τι πραγματικά σημαίνει η λέξη «νίκη» και ποιο είναι το ηθικό κόστος της. Και ίσως, πάνω απ’ όλα, μας υπενθυμίζει ότι η αλήθεια, όσο δυσάρεστη κι αν είναι, αξίζει πάντα να ακουστεί — ακόμα κι αν ο κόσμος τη χαρακτηρίσει «τρελή».
(*) Ο Mark Twain (Σάμιουελ Λάνγκχορν Κλέμενς 1835-1910) υπήρξε μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της αμερικανικής λογοτεχνίας, γνωστός για το καυστικό του χιούμορ, την κοινωνική του κριτική και τα έργα που σημάδεψαν την παγκόσμια λογοτεχνία.
κγ




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου