Translate -TRANSLATE -

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

ΚΥΠΡΟΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ (2)













Το δημοψήφισμα του 1950.





Η δε­καετία του 1950 άνοιξε στην Κύπρο με ένα εντυπωσιακό τρόπο, δείγμα της επιθετικής πολιτικής που επρό­κειτο να ακολουθήσει η νέα ιεραρχία, μετά την ισχυροποίηση της στο εσω­τερικό.

Λίγους μήνες μετά το τέλος του ελληνικού εμφυλίου, η Ιερά Σύ­νοδος αποφάσισε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με σκοπό την έκφρα­ση της θέλησης του κυπριακού λαού για το πολιτικό μέλλον του τόπου, κα­λώντας μάλιστα την τοπική κυβέρνη­ση να αναλάβει τη διοργάνωση του. Στην «εθναρχική εγκύκλιο» (8-12-1949), που γνωστοποιούσε την από­φαση για το δημοψήφισμα, αναφε­ρόταν ότι όχι μόνο αποδείχτηκαν «έπεα πτερόεντα και φενάκη» οι επαγ­γελίες της Μεγάλης Βρετανίας στη διάρκεια του β' παγκόσμιου πολέμου για επικράτηση της ελευθερίας και της δικαιοσύνης αλλά, επιπλέον, στο τελευταίο διάστημα αρκετοί αποικια­κοί αξιωματούχοι δήλωναν υποτιμη­τικά ότι δεν είχαν αντιληφθεί στην Κύ­προ κάποια εκδήλωση υπέρ της έ­νωσης του νησιού με την Ελλάδα. Σύμφωνα με την Εθναρχία, έπρεπε να ενταθεί ο κυπριακός πολιτικός α­γώνας, με πρώτο μέτρο το δημοψή­φισμα, διότι «μόνον δι' αγώνων επί­μονων και συνεχών, εξαναγκάζονται οι κυρίαρχοι να αναγνωρίζουσιν εις τους υπ' αυτών κυριαρχούμενους το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως».

Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν από την κίνηση της κυπριακής ιε­ραρχίας ήταν ποικίλες. Από το ΑΚΕΛ δηλώθηκε ότι το κόμμα θα υποστή­ριζε το δημοψήφισμα, τονίζοντας ό­τι η Εθναρχία ακολουθούσε τις ακελικές πρωτοβουλίες στο εθνικό ζή­τημα. Ο κυβερνήτης Α. Wright επα­νέλαβε τη βρετανική θέση ότι «το κυπριακόν ζήτημα είναι κλειστόν» και χαρακτήρισε τη διαδικασία μια ά­σκοπη συσσώρευση υπογραφών. Ανάλογη θέση κράτησε και η ελληνι­κή κυβέρνηση, διά του υπουργού Εξωτερικών, τονίζοντας ότι η ανακί­νηση του ζητήματος «ήταν επιζή­μιος» και η διεξαγωγή του δημοψη­φίσματος «ανώφελος». Απαντώντας στα πιο πάνω ο μητροπολίτης Κιτίου Μακάριος (18-12-1949) διακήρυξε ότι οι Κύπριοι είχαν παύσει να πι­στεύουν στο «φιλελεύθερο πνεύμα της Αγγλίας» και στην «ελληνοαγγλική φιλία». Όσο για τη διστακτικότητα της ελληνικής κυβέρνησης, ο Μακά­ριος αποτόλμησε μια πρωτοφανή «ασέβεια» στην κυπριακή ιστορία: «Την Ελλάδα άλλως τε δεν αποτελεί μία κυβέρνησις. Αι κυβερνήσεις έρ­χονται και παρέρχονται, αλλη Ελλάς μένει αιωνία.»

Το κυπριακό δημοψήφισμα -στο οποίο για πρώτη φορά πήραν μέρος και οι γυναίκες- αποτέλεσε μια πι­στοποίηση της καθολικότητας του ε­νωτικού αιτήματος και μια πρωτοφα­νή εκδήλωση συνοχής και πειθαρ­χίας του ελληνικού κυπριακού λαού. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Εθναρχίας, τα τελικά αποτελέσματα ήταν:

Εγγεγραμμένοι στους καταλό­γους: 224.747.
Υπέγραψαν υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα: 215.108 (ποσοστό 95,71%).

Το δημοψήφισμα ήταν μια ηθική νίκη, χωρίς όμως ουσιαστικό πολιτι­κό αντίκρυσμα. Μετά τη διεξαγωγή του, η κυπριακή ηγεσία ακολούθησε την παλιά δοκιμασμένη πρακτική της αποστολής «Πρεσβείας» στο εξωτε­ρικό.

Η πρεσβεία του 1950, με πρό­εδρο το μητροπολίτη Κυρηνείας Κυ­πριανό και μέλη δύο Κύπριους των Αθηνών, τον βετεράνο πολιτευτή Νι­κόλαο Κλ. Λανίτη και τον εξόριστο του 1931 Σάββα Λοϊζίδη, δεν είχε προορισμό μόνο το Λονδίνο, αλλά επισκέφθηκε επίσημα την ελληνική πρωτεύουσα και τη Νέα Υόρκη, έδρα των Ηνωμένων Εθνών και ζωτική πη­γή των μεταπολεμικών ελπίδων για τους Έλληνες της Κύπρου. Στα μέλη της «κυπριακής πρεσβείας» επιφυ­λάχθηκε ενθουσιώδης υποδοχή από τον ελληνικό λαό, με πρωτοφανείς σε όγκο συγκεντρώσεις, αλλά ο τότε πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστή­ρας αρνήθηκε να παραλάβει τους τό­μους με τις υπογραφές του ενωτικού δημοψηφίσματος, επαναλαμβάνο­ντας ότι η ανακίνηση του ζητήματος ήταν άκαιρη. Τελικά, τους τόμους παρέλαβε ο πρόεδρος της Βουλής Κωνσταντίνος Γόντικας στις 3-7-1950, ενώ την ίδια ημέρα ένα ψήφι­σμα 200, περίπου, βουλευτών όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων υ­πογράμμιζε ότι αποδέχονταν με υ­περηφάνεια τις δέλτους του κυπρια­κού δημοψηφίσματος. Στο Λονδίνο η πρεσβεία συνάντησε ερμητικά κλει­στές όλες τις πόρτες της βρετανικής κυβέρνησης, ενώ το υπουργείο Αποικιών αρνήθηκε και την τυπική παραλαβή των τόμων του δημοψη­φίσματος. Τέλος, ούτε στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών οι επαφές της κυπριακής πρεσβείας έφεραν τα αποτελέσματα που ανέμεναν οι Κύ­πριοι, αν και η τρίτη σειρά των τόμων με τις υπογραφές στο δημοψήφισμα παραδόθηκε, χωρίς προβλήματα αυτή τη φορά, στη Γραμματεία του ΟΗΕ στις 23-9-1950.

Παράλληλα με την «Εθνική Πρε­σβεία» έδρασε στο εξωτερικό και η «Λαϊκή Εθνική Πρεσβεία», που την α­ποτελούσαν ο Δήμαρχος Αμμοχώ­στου Αδάμ Αδάμαντος, ο γενικός γραμματέας του ΑΚΕΛ Εζεκίας Παπαϊωάννου και ο ιστορικός Εύδωρος Ιωαννίδης, ηγετικό στέλεχος της «Κυπριακής Επιτροπής Λονδίνου». Η δεύτερη «Πρεσβεία» δημιουργήθηκε μετά την κατηγορηματική άρνηση της Εθναρχίας για την αποστολή κοι­νής «υπερκομματικής» κυπριακής α­ντιπροσωπίας. Τα μέλη της διεξήγα­γαν διαφωτιστικό έργο στη Βρετανία, τη Γαλλία και σε ορισμένες Ανατολι­κές χώρες, αφού στους εκπροσώ­πους της κυπριακής Αριστεράς δε δόθηκε άδεια εισόδου στην Ελλάδα και στις Ηνωμένες Πολιτείες.




Στις 20 Οκτωβρίου του 1950 (με­τά το θάνατο του Μακαρίου Β' τον Ιούνιο 1950) εκλέχθηκε αρχιεπίσκο­πος ο Μακάριος ο Γ, ο 37χρονος χα­ρισματικός και ιδιαίτερα αγαπητός στο λαό μητροπολίτης Κιτίου. Από την ημέρα της ενθρόνισης του στην Αρχιεπισκοπή, επιβλήθηκε σκληρή ενωτική γραμμή στο εσωτερικό, που επικράτησε σταδιακά και στην Αθή­να, την οποία ο νέος πρωθιεράρχης επισκεπτόταν συχνότατα. Η ένωση της Κύπρου έγινε γρήγορα το πα­νελλήνιο καθολικό αίτημα, ενός έ­θνους που εξερχόταν βαρύτατα τραυματισμένο από τη δεκαετία του 1940. Παράλληλα, η μορφή του Μακαρίου έγινε παγκόσμια γνωστή και προστέθηκε στις μεγάλες προσωπι­κότητες του αντιαποικιακού κινήμα­τος του μεταπολεμικού κόσμου.

Μια από τις άμεσες προτεραιότητες του νέου αρχιεπισκόπου ήταν η ανα­διάρθρωση του Γραφείου Εθναρχίας (όπου ο Μακάριος προέδρευε, ε­ξάλλου, ως μητροπολίτης Κιτίου και επί Μακαρίου Β'). Και τα 22 μέλη του Εθναρχικού Συμβουλίου, που ορί­στηκαν στις 28 Φεβρουαρίου του 1951, είχαν εκλεγεί «αριστίνδην» από την Ιερά Σύνοδο, όπως και τα 8 μέλη του νέου Γραφείου Εθναρχίας. Ιδιαίτερο βάρος έδωσε ο αρχιεπί­σκοπος Μακάριος στην οργάνωση της νεολαίας, θέτοντας τις βάσεις για την ίδρυση της «Παγκύπριας Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας» (ΠΕΟΝ), που λίγα χρόνια αργότερα, μαζί με τις χριστιανικές νεανικές ο­μάδες, θα αναδειχθούν ως οι κυριό­τερες και πολυτιμότερες δεξαμενές στελεχών για τον κυπριακό απελευ­θερωτικό αγώνα.

Η τελευταία πράξη της διεθνοποίησηςτου κυπριακού ζητήματος ή­ταν η κατάθεση της πρώτης προ­σφυγής για το κυπριακό από την ελ­ληνική κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου, μετά από πολλούς δι­σταγμούς και αμφιβολίες, στη Γενι­κή Συνέλευση του ΟΗΕ του 1954. Τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενό­μενα και η βρετανική αδιαλλαξία πα­ρέμενε προκλητική: Τον Ιούλιο του 1954 ο Άγγλος υφυπουργός Αποι­κιών H. Hopkinson δήλωσε στη Βου­λή ότι ορισμένα εδάφη της Κοινοπο­λιτείας δεν μπορούσαν ποτέ να γίνουν πλήρως ανεξάρτητα. Το «ουδέ­ποτε» του Hopkinson εκτός από τις εξελίξεις που δρομολόγησε, απέδει­ξε ως χιμαιρώδεις τις εξαγγελίες των νικητών του β' παγκόσμιου πο­λέμου για «ελευθερία και δικαιοσύ­νη» και αποκάλυψε ως τελείως παραπειστικές τις βρετανικές υποσχέ­σεις για παροχή αυτοκυβέρνησης «κατά στάδια» και θέσπιση φιλελεύ­θερου συντάγματος. Μάλιστα, κατά ειρωνικό τρόπο, το «ουδέποτε» συνόδευσε τη δήλωση για την επανα­φορά των συνταγματικών προτάσε­ων του 1948.




Mετά το ενωτικό δημοψήφισμα  της 15ης  Iανουαρίου 1950 και την άνοδό του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του Mακάριου ο τελευταίος πίεζε συνεχώς την ελληνική κυβέρνηση του Στρατάρχη Παπάγου για προσφυγή στον OHE. O Παπάγος αρχικά αποθάρρυνε αυτήν την πολιτική. Oι λαϊκές όμως κινητοποιήσεις στην Eλλάδα, που έλαβαν πρωτοφανή μαζικότητα και οι αντίστοιχες κινητοποιήσεις στην Kύπρο, ανάγκασαν τον Παπάγο να διαφοροποιήσει τη μέχρι τότε στάση του. Έτσι, άνοιξη τού 1954 αποφασίζεται η προσφυγή στον ΟΗΕ και την 16η  Aυγούστου 1954 ζητείται η εγγραφή του Kυπριακού στην ημερήσια διάταξη του OHE. Mετά έξι ημέρες υποβάλλεται επεξηγηματικό υπόμνημα στον OHE και από την κυπριακή εθναρχία. Eίναι η πρώτη ελληνική προσφυγή για το Kυπριακό στη Γενική Συνέλευση του OHE.

Αυτή η πρώτη ελληνική προσφυγή για το Κυπριακό στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, το 1954, επέφερε τη διεθνοποίηση του ζητήματος. Η απόφαση για τη διεθνοποίηση λήφθηκε, όπως προαναφέραμε,  την άνοιξη του 1954 από τον ίδιο τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Παπάγο, με την καταλυτική συμβολή του γενικού διευθυντή του υπουργείου των Εξωτερικών, Αλέξη Κύρου. Η βασική ιδέα ήταν απλή: οι διαδικασίες του ΟΗΕ, η προβολή του αιτήματος της αυτοδιάθεσης και η εντεινόμενη διεθνώς διαδικασία της αποαποικιοποίησης θα συνιστούσαν σοβαρούς μοχλούς πίεσης προς το Λονδίνο, ώστε να διαπραγματευθεί μία διμερή συμφωνία με την Αθήνα, που θα προέβλεπε ένωση μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η πολιτική αυτή εδραζόταν, ωστόσο, σε βάσεις επισφαλείς  έτσι τον Δεκέμβριο του 1954, η Ελλάδα ηττήθηκε στην συζήτηση στον ΟΗΕ.

Σχετικά με το δημοψήφισμα και την αντίδραση της Ελλάδος αξίζει να κάμουμε εδώ μια μικρή φιλοτελική παρένθεση και να αναφερθούμε στην διεθνή διαμαρτυρία της Ελλάδας μέσα από την έκδοση μιας σειράς γραμματοσήμων αφιερωμένων στην προσφυγή της Ελλάδος στον ΟΗΕ

Στις 22 Σεπτεμβρίου 1954 κυκλοφορεί από τα Ελληνικά Ταχυδρομεία η  ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΚΥΠΡΟΥ» ΠΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. Ήταν μια έκδοση για την προσφυγή της Ελλάδος στον Ορ­γανισμό Ηνωμένων Εθνών για το Κυπριακό ζήτη­μα που ήδη προαναφέραμε.

Η έκδοση έγινε σε ταχύτατο χρονικό διάστημα για να συμπέσει η κυκλοφορία της με την ημέρα καταθέσεως της προσφυγής της Ελλάδος στα Ηνωμένα Έθνη.

Η παράσταση περιελάμβανε κείμενο μικροφωτο-γραφημένου αποσπάσματος από τα επίσημα πρα­κτικά της 28-7-1954 της Βουλής των Κοινοτήτων (HANSARD) σε τρεις γλώσσες : Στην Ελληνική ( γραμματόσημο αξίας 1,20 δρχ μαύρο και κίτρινο ανοικτό), στην Γαλλική (γραμματόσημο αξίας 2 δρχ. μαύρο και σωμόν και γραμματόσημο αξίας 2,40 δρχ. μαύρο και μωβ) και στην Αγγλική (γραμματόσημα αξίας 2 και 2,50 και 4 δρχ.). 





Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι αποτελεί πραγματι­κό τυπογραφικό επίτευγμα η εκτύπωση ενός τό­σο μεγάλου κειμένου 708 λέξεων μικροφωτο-γραφημένου σε διαστάσεις 23 χ 20 χιλιοστών. (Οι διαστάσεις της εικόνος του γραμματοσήμου είναι 33 χ 22 χιλιοστά.) Η σειρά εκυκλοφόρησε μέχρι τις 31-3-1955).

Το μικροφωτογραφημένο κείμενο, 708 λέξεων, αποσπάσματος από τα επίσημα πρακτικά της Βουλής των Κοινοτήτων (HANSARD) της 28-7-1954 πλαισιωμένο με πένθος και με μεγάλη μαύρη κηλίδα στο κέντρο του σε ένδειξη διαμαρτυρίας και αποδοκιμα­σίας. Το περιθώριο των γραμματοσήμων είναι έγχρωμο με διαφορετικό χρώμα σε κάθε αξία.




 Δυστυχώς τον Σεπτέμβριο η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αποφάσισε να μην εγγράψει το Κυπριακό στην ημερήσια διάταξή της. Όλα αυτά επέφεραν μία σοβαρότατη κρίση στις διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας, καθώς και άνοδο του αντιδυτικού πνεύματος στο εσωτερικό της χώρας.


Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ (1955-1959)




Η προετοιμασία του ένοπλου α­γώνα.

Τα απογοητευτικά για την ελ­ληνική κυπριακή πλευρά αποτελέ­σματα της προσφυγής στον ΟΗΕ και η βρετανική αδιαλλαξία φάνηκαν να δικαιολογούν την οργάνωση του έ­νοπλου απελευθερωτικού αγώνα στην Κύπρο, με όσες δυσκολίες έ­κρυβε το παράλογο και παράτολμο ενός τέτοιου εγχειρήματος, ως της μόνης διεξόδου που είχε απομείνει για να πειστεί η αποικιακή υπερδύ­ναμη, που αυτή την περίοδο ολο­κλήρωνε τον ιστορικό της κύκλο, να παραχωρήσει στους Κυπρίους την ελευθερία τους. Ο ένοπλος αγώνας ήταν το τέλος μιας άκαρπης μακράς πορείας, που είχε ακολουθηθεί από το 1878, όταν οι Άγγλοι κατέλαβαν την Κύπρο. Η ενωτική αξίωση είχε εκφραστεί με διαδηλώσεις και συλλα­λητήρια, με την υποβολή δεκάδων υπομνημάτων και ψηφισμάτων, με την οργάνωση τριών «δημοψηφισμά­των» (1921, 1930, 1950), με την α­ποστολή «Πρεσβειών» στο Λονδίνο, με τη συμμετοχή χιλιάδων Κυπρίων εθελοντών στον ελληνικό στρατό σε διάφορες πολεμικές περιόδους, και με την αυθόρμητη οκτωβριανή εξέ­γερση του 1931.

Η ιδέα για ανάληψη ένοπλου απελευθερωτικού κινήμα­τος μέχρι τότε δημιουργούσε έντονο σκεπτικισμό, καθώς αντιμετώπιζε ο­ρισμένα  βασικά μειονεκτήματα και ε­μπόδια, είτε λόγω χώρου (εύκολος αποκλεισμός του ανεφοδιασμού σε πολεμοφόδια από το εξωτερικό, έλ­λειψη ορεινών δύσβατων όγκων για κινήσεις και απόκρυψη ανταρτικών ομάδων), είτε λόγω τοπικών συνθη­κών (ανυπαρξία οπλισμού, το απει­ροπόλεμο των Κυπρίων, δυνατότητα μεταφοράς στην Κύπρο σε σύντομο χρονικό διάστημα μεγάλων βρετανι­κών στρατιωτικών δυνάμεων ικανών να συντρίψουν κάθε εξέγερση, η α­νάμνηση της σκληρής αποικιακής αντεπανάστασης μετά τα «Οκτωβρια­νά» του 1931 και, φόβος επανάληψης της σε πιθανή αποτυχία, η αδυναμία των ελληνικών κυβερνήσεων να προ­σφέρουν ουσιαστική βοήθεια κ.ά.).

Οι πρώτες συζητήσεις για ένοπλη αντίσταση κατά της βρετανικής κα­τοχής έγιναν στις αρχές της δεκαε­τίας του 1950, ανάμεσα στους κύ­κλους των λίγων, αλλά καλά δικτυω­μένων στα κέντρα αποφάσεων, Κυ­πρίων της Αθήνας. Οι προσπάθειες αυτές άρχισαν να συγκεκριμενοποι­ούνται από τις 7 Μαρτίου 1953, στην ελληνική πρωτεύουσα, όπου οι πρω­τεργάτες της ιδέας επισημοποίησαν τα σχέδια τους με την ορκωμοσία τους για την ανάληψη αγώνα για την απελευθέρωση της Κύπρου. Εκτός από τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μα­κάριο, υπέγραψαν το σχετικό πρω­τόκολλο ο πρώην υπουργός Γ. Στρά­τος, οι καθηγητές του Πανεπιστημί­ου Αθηνών Γερ. Κονιδάρης και Δημ. Βεζανής, ο εξόριστος του 1931 δι­κηγόρος Σάββας Λόίζίδης και ο α­δελφός του Σωκράτης, ο στρατηγός Ν. Παπαδόπουλος, ο Κύπριος από­στρατος συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας, κ.ά. Η αρχηγία του στρατιω­τικού αγώνα ανατέθηκε και τυπικά, λίγες ημέρες αργότερα, από τον αρ­χιεπίσκοπο στο Γ. Γρίβα, ο οποίος εί­χε κιόλας πραγματοποιήσει δύο α­ναγνωριστικές επισκέψεις στο νησί στα 1951 -1952.

Ο προσανατολισμός και τα σχέδια των Μακαρίου - Γρίβα αφορούσαν αγώνα 3-6 μηνών, αφού υπήρχε η πίστη ότι η εξέγερση θα ε­πιτάχυνε τις διαδικασίες επίλυσης του κυπριακού.

Το Νοέμβριο του 1954, ο Γ. Γρί­βας και ο Σωκράτης Λοϊζίδης αποβι­βάστηκαν μυστικά σε ακτή της Πά­φου. Οι πρώτες ενέργειες τους στράφηκαν στον οργανωτικό τομέα, με τη δημιουργία μικρών πυρήνων στα χωριά και την επιλογή έμπιστων προσώπων για την οργάνωση ενός πολύπλοκου δικτύου συνδέσμων, τροφοδοσίας και πληροφοριοδο­τών. Παρά τις δυσκολίες στη στρα­τιωτική εκπαίδευση των απειροπό­λεμων πρωτομυηθέντων και την εξασφάλιση οπλισμού και πυρομαχι­κών, η στρατολόγηση στην οργάνω­ση απέδωσε καρπούς, με βασικά φυ­τώρια τις οργανώσεις ΠΕΟΝ και ΟΧΕΝ («Ορθόδοξος Χριστιανική Ένωσις Νέων / Νεανίδων»), που είχε ιδρύσει και καθοδηγούσε η Εθναρχία.

Το πρώτο φορτίο όπλων

Για την εισαγωγή οπλισμού στην Κύπρο από την Ελλάδα ο Διγενής χρησιμοποίησε φίλους και συνεργάτες του. Το πρώτο φορτίο όπλων έφτασε στην Κύπρο το Μάρτιο του 1954. Μ' αυτά τα λίγα όπλα ξεκίνησε ο Αγώνας της ΕΟΚΑ την 1η Απριλίου 1955. Ένα δεύτερο φορτίο, που μεταφερόταν με το πλοιάριο «Άγιος Γεώργιος» τον Ιανουάριο του 1955, κατασχέθηκε από τις Αγγλικές Αρχές, κατόπιν προδοσίας, κοντά στο χωριό Χλώρακα της Πάφου.

Κατά τη διάρκεια του Αγώνα λειτούργησε μυστικό σχέδιο αποστολής όπλων στην Κύπρο με επιβατικά πλοία της γραμμής Πειραιά - Λεμεσού. Άλλα όπλα έφταναν με το ταχυδρομείο της Πάφου και με άλλους τρόπους. 

Στις 29 Ιανουαρίου του 1956, και αφού ο αγώνας είχε αρχίσει, ο οπλισμός της ΕΟΚΑ εμπλουτίστηκε με 800 περίπου κυνηγετικά όπλα Ελληνοκυπρίων, που είχαν πάρει απ' αυτούς μέλη της ΕΟΚΑ. Ένας άλλος τρόπος, με τον οποίο η ΕΟΚΑ εξασφάλιζε όπλα, ήταν οι επιθέσεις σε αστυνομικούς σταθμούς και από νεκρούς Άγγλους στρατιώτες. Μερικά όπλα ήταν επιτόπιας κατασκευής σε ειδικά εργαστήρια, στα οποία κατασκευάζονταν επίσης ωρολογιακές βόμβες, νάρκες και άλλο πολεμικό υλικό.


1955  Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ


 Τον Ιανουάριο του 1955, ο Γ. Γρί­βας μύησε στην οργάνωση το Γρη­γόρη Αυξεντίου, οδηγό ταξί, έφεδρο αξιωματικό του ελληνικού στρατού. Ο Αυξεντίου ανέλαβε την περιοχή Αμμοχώστου και αποτέλεσε με τις στρατιωτικές γνώσεις και την εμπει­ρία του, μια σημαντική ενίσχυση για τον αγώνα.

Για οργανωτικούς λό­γους η Κύπρος είχε χωριστεί από το συνταγματάρχη Γρίβα σε «τομείς», με επικεφαλής τους «τομεάρχες», και στις τέσσερις μεγάλες επαρχίες είχαν οργανωθεί μικρές ομάδες δο­λιοφθορών, δύναμης 5-6 ανδρών. Βασικό γνώρισμα της οργάνωσης και απαραίτητο στοιχείο για την επι­τυχία της, ο αυστηρά συνωμοτικός χαρακτήρας, με την ορκωμοσία ό­λων των μελών και τη χρήση ψευ­δωνύμων.


Ο πρώτος χρόνος του ένοπλου α­γώνα, μέχρι την εξορία του αρχιεπισκόπου Μακαρίου (Απρίλιος 1955-Μάρτιος 1956). 




Οι πρώτοι νεκροί

Στα τέλη Μαρτίου του 1955 η ΕΟΚΑ ήταν έτοιμη για το ξεκίνημα του Αγώνα. Τη νύκτα της 31ης Μαρτίου προς την 1η Απριλίου, 30 λεπτά μετά τα μεσάνυκτα, οι ομάδες της ΕΟΚΑ έδρασαν με επιτυχία. Εκκωφαντικές εκρήξεις συγκλόνισαν τη Λευκωσία, τη Λάρνακα, τη Λεμεσό και στρατιωτικές επισταθμίες. Η ΕΟΚΑ είχε τότε τον πρώτο της νεκρό. Ήταν ο Μόδεστος Παντελή από το Λιοπέτρι, που πέθανε από ηλεκτροπληξία στην προσπάθειά του ν’ αποκόψει ηλεκτροφόρα σύρματα, για να δράσουν οι ομάδες της ΕΟΚΑ. 

Οι δολιοφθορές σε κυβερνητικά κτίρια, αστυνομικούς σταθμούς και στρατιωτικές εγκαταστάσεις συνεχίστηκαν σ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα. Η ΕΟΚΑ με τη δράση της προξενούσε υλικές ζημιές και θύματα μεταξύ των Άγγλων. Μερικές από τις τολμηρές επιχειρήσεις των πρώτων μηνών του Αγώνα της ΕΟΚΑ είναι:

α) Η τοποθέτηση ωρολογιακής βόμβας στις 25 Μαΐου κάτω από το κάθισμα του Κυβερνήτη Άρμιτεϊτζ στο κινηματοθέατρο Παλλάς της Λευκωσίας. Η βόμβα εξερράγη λίγα λεπτά μετά την αποχώρηση του Κυβερνήτη.
Β) Η επίθεση στον αστυνομικό σταθμό του Αμιάντου στις 22 Ιουνίου 1955 από ανταρτική ομάδα.
Γ) Η επίθεση στο μεταλλείο Μιτσερού στις 22 Σεπτεμβρίου 1955 από ανταρτική ομάδα.
  
Την ευθύνη για τις βομβισπκές επιθέσεις ανέλαβε με προκηρύξεις της την 1.4.1955  η ΕΟΚΑ («Εθνική Οργάνωσις Κυπρίων Αγωνιστών»), που έφεραν την υπογραφή του «Αρχηγού Διγενή», ψευδώνυμο που είχε επιλέξει για τον εαυτό του ο Γε­ώργιος Γρίβας.


Η πρώτη προκήρυξη της ΕΟΚΑ




Με την βοήθειαν του Θεού, με πίστιν εις τον τίμιον αγώνα μας, με την συμπαράστασιν ολοκλήρου του Ελληνισμού και με την βοήθειαν των Κυπρίων αναλαμβάνομεν τον αγώνα διά την αποτίναξιν του αγγλικού ζυγού, με σύνθημα εκείνο, το οποίον μας κατέλιπον οι πρόγονοί μας ως ιεράν παρακαταθήκην “Ή ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ”.

Αδελφοί Κύπριοι,

Από τα βάθη των αιώνων, μας ατενίζουν όλοι εκείνοι, οι οποίοι ελάμπρυναν την Ελληνικήν ιστορίαν διά να διατηρήσουν την ελευθερίαν των, οι Μαραθωνομάχοι, οι Σαλαμινομάχοι, οι τριακόσιοι του Λεωνίδα και οι νεώτεροι του Αλβανικού έπους. Μας ατενίζουν οι αγωνισταί του ‘21, οι οποίοι μας εδίδαξαν, ότι η απελευθέρωσις από τον ζυγόν δυνάστου αποκτάται πάντοτε με το ΑΙΜΑ. Μας ατενίζει, ακόμη, σύμπας ο Ελληνισμός, ο οποίος μας παρακολουθεί με αγωνίαν, αλλά και με εθνικήν υπερηφάνειαν.

Ας απαντήσωμεν με έργα, ότι θα γίνωμεν “πολλώ κάρρονες” τούτων.

Είναι καιρός να δείξωμεν εις τον κόσμον, ότι εάν η διεθνής διπλωματία είναι ΑΔΙΚΟΣ και εν πολλοίς ΑΝΑΝΔΡΟΣ, η Κυπριακή ψυχή είναι γενναία. Εάν οι δυνάσται μας δεν θέλουν να αποδώσουν την λευτεριά μας, μπορούμε να την διεκδικήσουμε με τα ίδια μας τα ΧΕΡΙΑ και με το ΑΙΜΑ μας.

Ο αγών θα είναι σκληρός. Ο δυνάστης διαθέτει τα μέσα και τον αριθμόν. Ημείς διαθέτομεν την ΨΥΧΗΝ. Έχομεν και το ΔΙΚΑΙΟΝ με το μέρος μας. Γι’ αυτό και θα ΝΙΚΗΣΩΜΕΝ
Έλληνες,

Όπου και αν ευρίσκεσθε, ακούσατε την φωνή μας.
Εμπρός! Όλοι μαζί για την λευτεριά της Κύπρου μας.

Ε.Ο.Κ.Α.
Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΔΙΓΕΝΗΣ


Επιβε­βαίωση της αποφασιστικότητας των μαχητών της ΕΟΚΑ ήταν ο θάνατος, το πρώτο βράδυ της δράσης της ορ­γάνωσης, του Μόδεστου Παντελή, μέλους ομάδας δολιοφθορών, ενώ σημαντικές απώλειες ήταν οι συλλή­ψεις ορισμένων βασικών στελεχών. Άλλα μέλη της οργάνωσης, που επικηρύχθηκαν, αναγκάστηκαν να κα­ταφύγουν στην παρανομία, με πρώ­το το Γρηγόρη Αυξεντίου.



Οι ενέργειες της ΕΟΚΑ ήταν κε­ραυνός εν αιθρία και αιφνιδίασαν ό­λους τους συντελεστές του κυπρια­κού, εκτός βεβαίως της Εθναρχίας. Το ξάφνιασμα ήταν μεγαλύτερο για την ηγεσία του ΑΚΕΛ, που αντέδρα­σε βεβιασμένα καταδικάζοντας τις «δυναμιτιστικές ενέργειες», χρησι­μοποιώντας βαριές εκφράσεις ενα­ντίον των αυτουργών τους, γεγονός που φαινόταν να δικαιολογεί και την πολιτική της Εθναρχίας για τη μη συ­νεργασία με την κυπριακή Αριστερά στο εθνικό θέμα. Οι δυναμικές ενέρ­γειες της ΕΟΚΑ ανεστάλησαν μετά από ένα δεκαήμερο, με σκοπό την α­ναδιοργάνωση των ομάδων δολιο­φθοράς και την εκπαίδβυση των α­νταρτών. Σημαντική βοήθεια για την οργάνωση των ανταρτοομάδων α­ποτέλεσε η άφιξη οκτώ Κυπρίων φοι­τητών από την Αθήνα, αφού τα μάχι­μα μέλη της οργάνωσης, αλλά και ο αντίστοιχος διαθέσιμος οπλισμός, δεν ξεπερνούσαν τις λιγοστές δεκά­δες.

Στο αμέσως επόμενο διάστημα η ΕΟΚΑ πραγματοποίησε σποραδι­κά θεαματικές ενέργειες, όπως την τοποθέτηση βόμβας σε κινηματο­γράφο της Λευκωσίας, κάτω από το κάθισμα του κυβερνήτη R. Armitage, ενώ δόθηκε βάρος στην οργάνωση μαχητικών αντιβρετανικών διαδηλώ­σεων, με πρωταγωνιστική παρουσία της μαθητικής νεολαίας ή απεργια­κών κινητοποιήσεων. Οι μαθητικές διαδηλώσεις κατέληγαν συνήθως σε άγριο πετροπόλεμο και αποτελού­σαν ένα πραγματικό πονοκέφαλο για τις Αρχές, που τις αντιμετώπιζαν με εκτεταμένες συλλήψεις και πολυήμερο κλείσιμο των «ενοχλητικών» σχολείων. Αντίθετα, για την ΕΟΚΑ λειτουργούσαν σαν μια «επαναστατι­κή προπαίδεια» για το μαθητόκοσμο, ευκαιρία απόδειξης της λαϊκής συ­μπαράταξης προς την οργάνωση, α­πασχόλησης και φθοράς των «δυνά­μεων ασφαλείας» αλλά και ανάδει­ξης στελεχών για τα μάχιμα τμήμα­τα.



Η βρετανική αντίδραση εκδηλώ­θηκε με την άφιξη στρατιωτικών ενι­σχύσεων και την ισχυροποίηση της αστυνομίας, που είχε φανεί ανίκανη να αντιδράσει στις «τρομοκρατικές ε­νέργειες» και δεν παρείχε εμπιστο­σύνη στην τοπική κυβέρνηση, αφού κατά το 1954 το 60% των ανδρών της ήταν Έλληνες. Τέσσερα χρόνια αρ­γότερα, τον Ιούνιο του 1958, ο αριθ­μός των αστυνομικών είχε τετραπλασιαστεί και το 70% ήταν Τουρκο­κύπριοι και μόνο 17% Ελληνοκύπρι­οι. Η ολότητα σχεδόν των Τούρκων στρατολογηθέντων στελέχωσε τη «μηχανοκίνητη εφεδρική Αστυνομία» και τη «Βοηθητική Αστυνομία» (το διαβόητο «Επικουρικό Σώμα»). Ο Κυ­βερνήτης ανέλαβε έκτακτες εξου­σίες, όπως την έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης «υπόπτων» χω­ρίς δίκη και την επιβολή απαγόρευ­σης της κυκλοφορίας και περιορι­σμού κατοίκον, των περιβόητων «κκέρφιου», που έμελλε να ταλαιπω­ρήσουν τους Κύπριους χωρικούς.

Τέλος, το Σεπτέμβριο 1955, η ΕΟΚΑ κηρύχθηκε παράνομη οργάνωση.


ΠΩΣ Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΘΗΚΕ ΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ









ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΚΟΜΑ ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΤΗΣ ΖΥΡΙΧΗΣ


Πολιτική δράση

Παράλληλα με τη στρατιωτική δράση της ΕΟΚΑ, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος δρούσε στο πολιτικό πεδίο. Στις 15 Απριλίου 1955 αναχώρησε για το Μπαντούγκ της Ινδονησίας, όπου συγκροτήθηκε Αφρικανοασιατικό Συνέδριο με εκπροσώπηση 29 κρατών. Εκεί, σε δημοσιογραφική διάσκεψη, μίλησε για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού. Στις 11 Ιουλίου πήγε στην Ελλάδα και έπεισε την Ελληνική Κυβέρνηση να καταθέσει αίτηση στον ΟΗΕ για την εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης στην περίπτωση του κυπριακού λαού.

Αντιδράσεις Τουρκοκυπρίων

Ο Αγώνας της ΕΟΚΑ δεν βρήκε σύμφωνους τους Τουρκοκυπρίους που εξέφρασαν στον Κυβερνήτη την ανησυχία τους. Η ΕΟΚΑ με φυλλάδιά της ξεκαθάριζε το σκοπό και την τακτική του Αγώνα. Με φυλλάδιό της, που κυκλοφόρησε σε τουρκική γλώσσα τον Ιούλιο του 1955 στην τουρκική συνοικία της Λευκωσίας, διαβεβαίωσε τους Τουρκοκύπριους ότι ο Αγώνας δεν στρέφεται εναντίον τους, αλλά εναντίον του Άγγλου κυρίαρχου και τα φυλλάδιά της, που κυκλοφορούσαν στην ελληνική γλώσσα, τόνιζαν ότι μοναδικός σκοπός του Αγώνα ήταν η απελευθέρωση της Κύπρου και η ένωσή της με την Ελλάδα.

Η τριμερής

Οι Άγγλοι, που ήταν αντίθετοι στην παραχώρηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης στον κυπριακό λαό, συγκάλεσαν Τριμερή Διάσκεψη στο Λονδίνο στις 29 Αυγούστου 1955. Σ’ αυτήν πήραν μέρος αντιπροσωπίες των Κυβερνήσεων Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας. Τα θέματα καθορίστηκαν ως εξής: «Πολιτικά και αμυντικά ζητήματα που επηρεάζουν την Ανατολική Μεσόγειο, περιλαμβανομένης της Κύπρου». Η Τριμερής Διάσκεψη έληξε στις 7 Σεπτεμβρίου, χωρίς να γίνει καμιά συμφωνία, λόγω των διαφορετικών θέσεων των τριών χωρών. Τη συμμετοχή της Τουρκίας στη Διάσκεψη εκμεταλλεύτηκε η Βρετανία και τότε και αργότερα, και δεν ικανοποιούσε το αίτημα του κυπριακού λαού για αυτοδιάθεση.

Τουρκικοί βανδαλισμοί

Στις 6 Σεπτεμβρίου 1955 ο τουρκικός όχλος, με συνενοχή της Τουρκικής Κυβέρνησης, διέπραξε βανδαλισμούς εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης. Κατέστρεψε πολλές ορθόδοξες εκκλησίες και άλλα ελληνικά κτίρια. Δύο μητροπολίτες και αρκετοί ιερείς τραυματίστηκαν, πολλοί Έλληνες κακοποιήθηκαν και 20 θανατώθηκαν.

* Ο Κυβερνήτης της Κύπρου, για ν’ αντιμετωπίσει την ΕΟΚΑ, στις 15 Ιουλίου 1955 έθεσε σε ισχύ το νόμο περί προσωποκρατήσεως, που έδινε το δικαίωμα στις δυνάμεις ασφαλείας να συλλαμβάνουν οποιονδήποτε πολίτη θεωρούσαν ύποπτο για παράνομες ενέργειες και να τον εγκλείουν στη φυλακή, στο φρούριο της Κερύνειας ή σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για ακαθόριστο χρονικό διάστημα.

* Στις 20 Σεπτεμβρίου 1955 άρχισε τις εργασίες της η 10η Σύνοδος της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Η εγγραφή του Κυπριακού στην ημερήσια διάταξη απορρίφθηκε. Στην Κύπρο δημιουργήθηκε αντίδραση με μαχητικές διαδηλώσεις και παναπεργία.

Σημαντικοί σταθμοί

Στις 19 Ιουνίου 1957 ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, σε συνέντευξή του στην Αθήνα με Έλληνες και ξένους δημοσιογράφους, κατήγγειλε τα βασανιστήρια των Άγγλων στην Κύπρο, ανέφερε συγκεκριμένες περιπτώσεις και ζήτησε τη διενέργεια αμερόληπτης διεθνούς έρευνας. Οι καταγγελίες του προκάλεσαν παγκόσμια συγκίνηση.

* Στις 22 Οκτωβρίου 1957, ο Χάρντινγκ υπέβαλε την παραίτησή του και αναχώρησε από την Κύπρο στις 4 Νοεμβρίου. Στις 3 Δεκεμβρίου ανέλαβε τα καθήκοντά του ο νέος Κυβερνήτης Σερ Χιου Φουτ, Κυβερνήτης προηγουμένως της Ιαμαϊκής.

* Στις 26 Νοεμβρίου 1957 έγινε μεγάλη δολιοφθορά από την ΕΟΚΑ στη στρατιωτική βάση Ακρωτηρίου. Στις 4.15 μ.μ. ακούστηκαν δύο εκκωφαντικές εκρήξεις από δύο βόμβες, που τοποθετήθηκαν στις μηχανές δύο αεριωθούμενων βομβαρδιστικών «Καμπέρα». Ακολούθησαν εκρήξεις ντεποζίτων των αεροσκαφών και φλόγες περιέζωσαν ολόκληρο το υπόστεγο των αεροπλάνων, όπου υπήρχαν τέσσερα αεριωθούμενα «Καμπέρα» και ένα τύπου «Βένομ». Η δολιοφθορά αυτή θεωρήθηκε η πιο καταστρεπτική στην ιστορία της Αγγλίας. Οι ζημιές υπολογίστηκαν σε 4,5 εκατομμύρια λίρες.

* Στις αρχές Μαρτίου του 1958, ο Διγενής ύψωσε τη σημαία της παθητικής αντίστασης. Με προκήρυξή του κάλεσε τον κυπριακό λαό να μποϊκοτάρει τα αγγλικά προϊόντα και να υποστηρίζει τα εγχώρια. Με το οικονομικό μποϊκοτάζ κατά των Άγγλων η Κυπριακή Κυβέρνηση είχε ζημιές δέκα περίπου εκατομμυρίων λιρών.

* Τον Ιούλιο του 1958, η κατάσταση στην Κύπρο επιδεινώνεται. Οι δυνάμεις ασφαλείας συνεχίζουν τις επιχειρήσεις τους για καταστολή της «τρομοκρατίας», όπως αποκαλούν τη δράση της ΕΟΚΑ. Στις 5 Ιουλίου συλλαμβάνουν και κακοποιούν ένα παιδί στο χωριό Αυγόρου. Οι γυναίκες του χωριού ορμούν και το ελευθερώνουν. Η συμπλοκή γενικεύεται. Οι στρατιώτες πυροβολούν εναντίον των αμάχων του χωριού. Φονεύονται ο Παναγιώτης Ζαχαρία και η Λουκία Παπαγεωργίου, έγκυος και μητέρα έξι παιδιών. Ο Διγενής συνεχίζει να κτυπά τους Άγγλους αποτελεσματικά. Οι Τουρκοκύπριοι βεβηλώνουν ναούς, καίνε εικόνες, διαπράττουν βιαιοπραγίες και δολοφονούν Ελληνοκύπριους στις πόλεις και στην ύπαιθρο. Ο Φουτ επιβάλλει κατ’ οίκον περιορισμό από τις 7 π.μ. μέχρι τις 7 μ.μ. για έναν μήνα. Στο διάστημα αυτό συλλαμβάνονται 2000 περίπου Ελληνοκύπριοι με τη δικαιολογία ότι συμπαθούν την ΕΟΚΑ.

Η θυσία στον Αχυρώνα

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1958, Άγγλοι στρατιώτες, κατόπιν πληροφοριών, περικυκλώνουν έναν αχυρώνα στο Λιοπέτρι. Μέσα σ’ αυτόν βρίσκονται τέσσερις αγωνιστές της ΕΟΚΑ – ο Ανδρέας Κάρυος, ο Φώτης Πίττας, ο Ηλίας Παπακυριακού και ο Χρίστος Σαμάρας. Αρνούνται να παραδοθούν και οι Άγγλοι ρίχνουν βενζίνη και πυρπολούν τον αχυρώνα. Στην έξοδό τους πολεμούν γενναία και πέφτουν νεκροί στο πεδίο της μάχης.

«Θα βγω πυροβολώντας»

Στις 19 Νοεμβρίου 1958, ανακαλύφθηκε από τους Άγγλους, κατόπιν προδοσίας, το κρησφύγετο του Κυριάκου Μάτση στο Κάτω Δίκωμο. Ο Μάτσης διέταξε τους δύο συναγωνιστές του να βγουν από το κρησφύγετο και ο ίδιος φώναξε στους Άγγλους: «Δεν θα βγω ζωντανός. Θα βγω πυροβολώντας». Τότε οι Άγγλοι τού έριξαν χειροβομβίδες και ο ατρόμητος αγωνιστής βρήκε ακαριαίο θάνατο.

Συνομιλίες στο Παρίσι

Στις 25 Νοεμβρίου 1958, άρχισε η συζήτηση του Κυπριακού στον ΟΗΕ. Τελικά ψηφίστηκε από τη Γενική Συνέλευση στις 5 Δεκεμβρίου το σχέδιο του Μεξικού «περί ειρηνικής, δημοκρατικής και δικαίας λύσεως του Κυπριακού, συμφώνως προς τον Χάρτην των Ηνωμένων Έθνών».

Μετά την πιο πάνω απόφαση του ΟΗΕ έγιναν συνομιλίες στο Παρίσι μεταξύ των Υπουργών Εξωτερικών της Ελλάδας και της Τουρκίας, Αβέρωφ και Ζορλού. Ακολούθησε συνάντηση των Πρωθυπουργών Καραμανλή και Μεντερές στη Ζυρίχη, όπου μονογραφήθηκαν σχετικά κείμενα. Στις 19 Φεβρουαρίου 1959 έγιναν δεκτές οι Συμφωνίες της Ζυρίχης στο Λονδίνο και υπογράφτηκαν από τους Πρωθυπουργούς και τους Υπουργούς Εξωτερικών της Αγγλίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας, καθώς και τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Φασίλ Κουτσιούκ.
* Από την ιστοσελίδα (Kέντρο Έρευνας και Τεκμηρίωσης Αγώνα της ΕΟΚΑ)

ΠΗΓΕΣ :

Εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της 28ης Μαίου 1994
Αφιέρωμα «ΚΥΠΡΟΣ: ΜΙΑ ΕΠΙΜΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ» ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 19.7.1992
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ «ΚΥΠΡΟΣ»
ΚΥΠΡΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ 2006
Εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» 2.4.1955
ΦΙΛΟΤΕΛΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ "ΕΡΜΗΣ" 2004

Δεν υπάρχουν σχόλια: