Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

Κων. Γραικιώτη: Η ιστορία του Σαλή από τα Χανιά




Η ιστορία του  Σαλή από τα Χανιά

Γράφει ο Κώστας Γραικιώτης

Μέσα στον κόσμο των παιδικών μου αναμνήσεων ξεχωριστή θέση κατέχει ένα περιστατικό που μου συνέβηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 αρχές του ‘60 και μου το επανέφερε στην μνήμη ένα χρονογράφημα του Λουδοβίκου των Ανωγείων που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Έθνος της Κυριακής» την 1η Απριλίου  φέτος και, αν και δεν είναι απόλυτα ακριβές, όμως δίνει μια εικόνα του Σαλή.
Τα χρόνια εκείνα το ταξίδι στην Κρήτη γινόταν με τα ατμόπλοια Αγγέλικα και Ιόνιον του Τυπάλδου και το Έλλη Τόγια (τουλάχιστον από ότι θυμάμαι με αυτά ταξιδεύαμε). Σύμφωνα με την διαδρομή που ακολουθούσαν τα πλοία φθάνοντας στην Κρήτη έπιαναν αρχικά στα Χανιά και στη συνέχεια άροδο στο Ρέθυμνο και τελικά πλεύριζαν στο Ηράκλειο. Την χρονιά που συνέβηκε το περιστατικό κατεβαίναμε από τον Πειραιά στο Ηράκλειο με την μητέρα και τον ένα αδελφό μου. Καθοδόν μας έπιασε μια πολύ γερή τρικυμία που μου προκάλεσε έντονη ναυτία και φυσικά με είχε αναστατώσει και φοβίσει -καθώς μάλιστα έβλεπα τα κύματα να φθάνουν και να σκεπάζουν στο φινιστρίνι της καμπίνας. Μόλις το πλοίο μπήκε στον κόλπο της Σούδας, τα ξημερώματα, η θάλασσα ηρέμησε και το πλοίο κατευθύνθηκε να πιάσει στο λιμάνι των Χανίων ενώ το πλήρωμα ειδοποιούσε τους επιβάτες που επρόκειτο να αποβιβαστούν άροδο στο Ρέθυμνο να κατέβουν στα Χανιά γιατί για λόγους ασφαλείας το πλοίο δεν θα έπιανε στο Ρέθυμνο. Αυτό σήμαινε ότι θα παρέμενε στα Χανιά για περισσότερο χρόνο.
Τρομοκρατημένος όπως ήμουν ζητούσα από την μητέρα μου να κατεβούμε στα Χανιά και να πάμε οδικά στην Νεάπολη της Κρήτης που ήταν ο τελικός μας προορισμός. Η μητέρα μου για να με ηρεμήσει μου υποσχέθηκε να κατεβούμε για λίγο στην αποβάθρα των Χανίων για να μου δείξει μάλιστα ένα ξεχωριστό άνθρωπο, χαρακτηριστική φιγούρα του λιμανιού όπως μου είπε. Και πράγματι κατεβαίνοντας την είδα να πλησιάζει ένα άνθρωπο που δεν ήταν λευκός κάτι που με ξένισε και με φόβισε. Όμως εκείνος χαμογελούσε πλατιά και καλοκάγαθα με τα λευκά του δόντια να λάμπουν στο μαύρο παρουσιαστικό του. Βλέποντάς με – πως άραγε να του φάνταζα έτσι ταλαιπωρημένος που ήμουν – μου χάδεψε πατρικά το κεφάλι και με ρώτησε αν έφαγα το πρωινό μου, αν αγαπώ την μητέρα μου και αν είμαι καλό παιδί. Μετά έβαλε το χέρι του στην τσέπη και μου πρόσφερε καραμέλες και μας ευχήθηκε φεύγοντας καλό ταξίδι.
Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία συνάντησή μου με τον Σαλή. Έκτοτε, όποτε ταξίδευα στην Κρήτη και το πλοίο έπιανε Χανιά, πάντα με το βλέμμα μου αναζητούσε την καλοκάγαθη φιγούρα του. Μια φιγούρα που έσβησε τον Φεβρουάριο του 1967 την ημέρα των γενεθλίων μου.


ΜΕ ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ

Σαλής, ο μαύρος βαρκάρης


Γράφει ο Λουδοβίκος των Ανωγείων

Στις αρχές του περασμένου αιώνα βρέθηκε στα Χανιά ένας νεαρός άντρας από τη Βεγγάζη. Το όνομα του Σαλής. Ήταν αχθοφόρος. Στο λιμάνι ξεφόρτωνε από τα καράβια τις αποσκευές και τις κουβαλούσε με τη βάρκα του στην αποβάθρα. Μετά, με το καρότσι του μετέφερε τις αποσκευές στο πρακτορείο ή στα σπίτια των ταξιδιωτών. Ήταν η εποχή που τα καράβια έδεναν έξω από το λιμάνι.
Ο Σαλής υπήρξε ένας μαύρος αγαθός γίγαντας και πολύ αγαπητός στους Χανιώτες. Ζούσε σε ένα μικρό σπίτι με την αδελφή του.
Κάποια στιγμή έκαναν απέλαση σε πολλούς ξένους από τα Χανιά. Ανάμεσα τους και ο Σαλής, ο οποίος όταν ανοίχτηκε το καράβι βαθιά έπεσε στη θάλασσα και κολυμπώντας γύρισε.
«Αυτή είναι η πατρίδα μου» έλεγε. Και τελικά παρέμεινε για πάντα στα Χανιά Στα χρόνια της μεγάλης φτώχειας έκανε μια πράξη που τίμησε την ανθρωπιά, που έμεινε στην καρδιά του κόσμου. Αγόραζε, με τα λίγα χρήματα που έβγαζε, τρόφιμα (ρύζι, μακαρόνια, ζάχαρη) και τα έδινε σε έναν νεαρό φίλο του με ποδήλατο. «Πήγαινε σε εκείνο το σπίτι, άφησε στην πόρτα αυτήν την τσάντα και πρόσεξε να μη σε δουν» έλεγε στο μικρό αγόρι, δίνοντας του το σχετικό πουρμπουάρ. Γιατί έτσι προστάτευε την αξιοπρέπεια εκείνου που είχε την ανάγκη.


Το πρωί, η κάθε φτωχή γυναίκα έβρισκε στην πόρτα της έναν θησαυρό. Αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια, κανένας δεν ήξερε ποιος είναι ο ευεργέτης. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, γύρω στο 1967, κέρδισε τον πρώτο αριθμό του λαχείου. Μοίρασε τα χρήματα σε δύο ορφανά κορίτσια, σαν προίκα για να παντρευτούν. Πέθανε μέσα στο σπίτι του και τον βρήκαν δυο μέρες μετά. Η Εκκλησία είχε ένα πρόβλημα. Επειδή ήταν -λέει- μουσουλμάνος, δεν μπορούσαν να τον κηδέψουν σε χριστιανικό νεκροταφείο. Τότε οι Χανιώτες ξεσηκώθηκαν -προς τιμήν τους- και τον κήδεψαν δημοσία δαπάνη στο Κοιμητήριο του Αγίου Λουκά (εκεί βρίσκεται ακόμα ο τάφος του). Και έγραψαν πάνω στο μάρμαρο: «Το δέρμα σου μαύρο, μα η καρδιά σου λευκότερα χιόνος, αγαπημένε μας Σαλί. Καλό ταξίδι». Τα παιδιά τον αγαπούσαν γιατί τα υπολόγιζε και τους έδινε σοκολάτες και καραμέλες. Εκείνο το βράδυ έκλεψαν ένα ποδήλατο και το έβαλαν στον τάφο του, «για να πηγαίνει βόλτες» είπαν οι μικροί του φίλοι. Πέρασαν τα χρόνια. Το 2005, ο Μιχάλης ο Αεράκης, γνωστός ηθοποιός και για πολλά χρόνια εμπνευσμένος διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, κάλεσε εμένα για τη μουσική και τον σκηνοθέτη Γιάννη Καραχισαρίδη να κάνουμε τη ζωή του Σαλή θεατρική παράσταση. Αρχίσαμε την προετοιμασία ψάχνοντας για τη ζωή του σε ανθρώπους που τον γνώρισαν. Βρέθηκαν οι κατάλληλοι ηθοποιοί και η παράσταση ανέβηκε στα Χανιά. Την είδαν 12.000 άνθρωποι. Όλοι όσοι τον ήξεραν ή είχαν ακούσει για την ποιότητα του ανθρώπου...
 πίνακας της Κα Ρούλας Ψιττακάκη

Ο ΣΑΛΗΣ

Το άλογο, το καλντερίμι
πέτρα πέτρα το μετρά.
Τρίζει ο χρόνος στο λιμάνι
σαν το κάρο που τραβά.

Το λιβάνι του Αϊ-Νικόλα
μύρισε με το κερί,
άραγε οι άνθρωποι αλλάζουν
ή αλλάζουν οι καιροί;

Έχει αργήσει το καράβι,
ξημερώνει Κυριακή,
μα του λιμανιού οι εργάτες
το 'χουν ρίξει στη ρακή.

Και ο Σαλής στο καλντερίμι,
μέσα στην οχλοβοή,
σέρνει το βαρύ καρότσι
με βασιλικό στ' αυτί.


Η ΑΜΙΝΑ

Θυμήσου τη μικρή αυλή
τότε που παίζαμε, Σαλή,
εννιάπετρο και ντάμα.

Αν κέρδιζες καμάρωνες
κι αν έχανες με έβριζες
και μ' έπαιρνε το κλάμα.

Θυμήσου και την Αμινά
με το φλιτζάνι να γυρνά
της μοίρας τα σημάδια.

Και τους αράπικους σκοπούς
που τραγουδούσε ο παππούς
στην αγορά τα βράδια.

  
Οι Χαλικούτες και ο Σαλής


Η πρώτη άφιξη Αφρικανών σκλάβων και οικονομικών μεταναστών στην Κρήτη γίνεται το 1669 με την πτώση του Ηρακλείου απ' τους Ενετούς. Τα σκλαβοπάζαρα γνωρίζουν άνθηση. Μαύροι σκλάβοι «εισάγονται» από την κεντρική Αφρική μέσω Καΐρου και λευκοί σκλάβοι από το Βορρά. Η μεγαλόνησος γίνεται σημείο πώλησης σκλάβων -στα Χανιά, επί της οδού Νοέλ, στο Ρέθυμνο και το Ηράκλειο, στο μεϊντάνι, δηλαδή την κεντρική αγορά.
Ενδιάμεσα θα υπάρξουν κι άλλες μεταφορές σκλάβων, όμως η δεύτερη μαζική μεταφορά θα γίνει κατά την περίοδο 1830-40 με την αιγυπτιοκρατία. Απελεύθεροι μαύροι που υπηρετούν στον στρατό του Μεχμέτ Αλή δημιουργούν χωριό έξω από τα τείχη των Χανίων, το Κουμ Καπί. Όμως ανά τακτά χρονικά διαστήματα Αφρικανοί οικονομικοί μετανάστες έρχονται για ένα καλύτερο μέλλον. Τα σκλαβοπάζαρα παραμένουν στην Κρήτη ως την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα.
Η λέξη «Χαλικούτης», σημειώνει ο Χ. Α. Παπαδάκης, είναι άγνωστη για πολλούς. Και σήμερα ακούγεται ελάχιστα, αλλά υποτιμητικά, σε ορισμένες περιοχές της Κρήτης, χωρίς οι περισσότεροι να γνωρίζουν τη σημασία της. Το «χαλικούτης» προέρχεται από το αφρικανικό Χαλ Ιλ Κούτι, δηλαδή «Άφησε κάτω το κιβώτιο», φράση συνηθισμένη ανάμεσα στους αφρικανούς αχθοφόρους.
Οι Αφρικανοί “Χαλικούτες” ή Χαλικούτηδες ήταν φτωχοί μεροκαματιάρηδες, εργάτες κυρίως στο λιμάνι, αχθοφόροι, ιχθυοπώλες, βοηθοί στα σφαγεία και αλλού. Μιλούσαν αραβικά και ήταν Μουσουλμάνοι. Κυκλοφορούσαν ατημέλητοι, ντυμένοι φτωχικά, συχνά ξυπόλητοι και ζούσαν σε ταπεινά δωμάτια και παράγκες, γι’ αυτό κι η λέξη “χαλικούτης” κατάντησε συνώνυμη του απεριποίητου, “του λέτσου”, σε συνδυασμό με την ακαταλαβίστικη γλώσσα που μιλούσαν αδιάκοπα.


Παρ' όλο που έζησαν στο νησί για τρεις αιώνες, οι χαλικούτες αγνοήθηκαν από τους συγγραφείς, εκτός από περιστασιακές αναφορές, και εξαφανίστηκαν, χωρίς να γνωρίζουμε πού βρίσκονται σήμερα και αν θυμούνται κάτι από τους προγόνους τους που έζησαν στην Κρήτη».
Ανάμεσα στους χαλικούτηδες ο πιο γνωστός και αγαπητός ήταν Σαλής Χελιδωνάκης που παρέμεινε στην Κρήτη μέχρι τον θάνατό του.
Κατά άλλους ο Σαλής Χελιδωνάκης δεν ήταν χαλικούτης, δεν άνηκε δηλ. στους βεδουίνους που μεταφέρθηκαν από τα Βόρεια της Αφρικής στην Κρήτη το 1884. Ήταν γόνος μαύρων δούλων που είχαν φέρει Άραβες δουλέμποροι πολύ νωρίτερα. Όμως όταν το έτος 1856, με τη δημοσίευση του Χάτι Χουμαγιούν, καταργήθηκε η δουλεία αρκετοί απ’ αυτούς παρέμειναν εργαζόμενοι ως αχθοφόροι κ.λπ. και αργότερα συγχρωτίστηκαν με τους Χαλικούτηδες γι’ αυτό και υπάρχει αυτή η σύγχυση.

Σαλής, ο μαύρος βαρκάρης, ο μουσουλμάνος του λιμανιού των Χανίων


Αποτέλεσε με την έμφυτη φιλευσπλαχνία και καλοσύνη του μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες των Χανίων του περασμένου αιώνα. Η συγκλονιστική ιστορία του υπήρξε παράδειγμα για τους Χανιώτες ενώ η ζωή του μοιάζει σαν παραμύθι:
Ήταν γνωστός με το όνομα Χελιδονάκης και ήταν γεννημένος στα Χανιά και με καταγωγή του από το Σουδάν. Το επίθετο Χελιδωνάκης, του το έδωσαν οι Χανιώτες γιατί όπως το αθώο χελιδόνι έτσι και αυτός ήταν μια λευκή ψυχή κρυμμένη κάτω από μαύρη φορεσιά. Ο Σαλής με ιδιαίτερη ρώμη στο σώμα και στην ψυχή, δούλευε σκληρά στη βάρκα και ενεργούσε ανώνυμα και διακριτικά, προσφέροντας τρόφιμα και ό,τι άλλο μπορούσε στις φτωχές οικογένειες της πόλης.
Ο Σαλής Χελιδωνάκης λοιπόν ήταν γιος του Ιμπραχήμ και της Αριφέ,  και γεννήθηκε στα Χανιά το 1884. Το 1922 με την ανταλλαγή των πληθυσμών, παρότι μουσουλμάνος, δεν ακολούθησε τους ομοθρήσκους του, αλλά προτίμησε να παραμείνει στα Χανιά. Σ΄αυτό τον βοήθησε η Αγγλική υπηκοότητα που είχε πάρει κατά την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας και η οποία τον καθιστούσε μη ανταλλάξιμο. Η αγγλική υπηκοότητα όμως μπορεί να του εξασφάλισε την παραμονή του στην Κρήτη όμως αργότερα του δημιούργησε πρόβλημα. Στην κατοχή λόγω της Αγγλικής υπηκοότητας του, εξορίστηκε από τους Γερμανούς στην Αθήνα, απ΄ όπου επέστρεψε μετά την απελευθέρωση.
Εργαζόταν από μικρό παιδί στη μπλε βάρκα του προέδρου των βαρκάρηδων των Χανίων Σταύρου Τσιριγωτάκη και χάρη στη δύναμη και την ταχύτητα του νεαρού μουσουλμάνου, η βάρκα του Τσιριγωτάκη ήταν πρώτη στο ξεφόρτωμα επιβατών και αποσκευών, καθώς εκείνη την εποχή το λιμάνι των Χανίων ήταν αβαθές και ακατάλληλο για τον ελλιμενισμό πλοίων. Τις αποσκευές τις ξεφόρτωναν σε μαούνες μέχρι την ακτή και τους επιβάτες οι βάρκες, ανταγωνιζόμενες για την μεγαλύτερη ταχύτητα και καλύτερη εξυπηρέτηση.
«…Και πόσο θαύμαζε τους Βαρκάρηδες, μια στην κορφή της κουπαστής του βαποριού και μια στα ίσαλα το κύμα κι έπρεπε αυτοί οι ήρωες να σιμώσουν το ποστάλι που είχε ριγμένες τις άγκυρες έξω από το λιμάνι για να παραλάβουν επιβάτες τα εμπορεύματα… Ήρωας τότε ο νεαρός Σαλής Χελιδονάκης, ήρωας κι ο Τσιριγώτης κι όλοι οι βαρκάρηδες που κέρδιζαν με τόσο μόχθο το ψωμί τους».
– Σκληρή ζωή, μα όμορφη, γιαγιά μου!
Θα συμπληρώσει ο ίδιος ο Σαλής καθώς θυμάται τα παλιά…


Ο Σαλής ήταν πολύ δυνατός και γρήγορος και έτσι πάντα η βάρκα που κουμάνταρε ήταν πρώτη και με αυτό τον τρόπο κατέληξε να κάνει το βαρκάρη για πάρα πολλά χρόνια ενώ ταυτόχρονα έγινε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες και συμπαθητικές φυσιογνωμίες των Χανίων.
Το πόσο αγαπούσε την Ελλάδα και τα Χανιά, αποδεικνύεται από την άρνησή του να αποχωρήσει το 1922 από την Κρήτη μαζί με τους άλλους μουσουλμάνους κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Μαζί με την Αμπλά, άλλη μια καλόκαρδη μουσουλμάνα ήταν από τους καλύτερους και πιο όμορφους χαρακτήρες των Χανίων, πάντα χαμογελαστοί, γενναιόδωροι και έτοιμοι να βοηθήσουν τους ανήμπορους και άπορους συνάνθρώπους τους. Κάθε φορά που πληρωνόταν ετοίμαζε τσάντες με τρόφιμα και τα έστελνε σε φτωχές πολύτεκνες οικογένειες ανώνυμα. Κάποτε που κέρδισε τον πρώτο λαχνό του λαχείου δεν κράτησε ούτε δεκάρα για τον εαυτό του αλλά μοίρασε το ποσό που κέρδισε σε 2 νεαρές ορφανές που ήθελαν να παντρευτούν προκειμένου να φτιάξουν την προίκα τους. Και όλα αυτά ανώνυμα.
Ο Σαλής όμως έκλαιγε, όταν κάποια μικρά παιδιά τρόμαζαν βλέποντας τον. Στην τσέπη του είχε πάντα καραμέλες ή κουλουράκια για τα παιδιά που κατέβαιναν στο λιμάνι.
Όταν όμως ο Σαλής γέρασε και έχασε τη δύναμή του, σταμάτησε να δουλεύει στη βάρκα και αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι του στο Κούμ Καπί για να μπορέσει να επιβιώσει. Σημειωτέον ότι επί Αραβοκρατίας στην Κρήτη στην παραλιακή συνοικία των Χανίων Κούμ Καπί, κατοικούσαν οι Άραβες και οι μαύροι χαμάληδες των Χανίων οι Χαλικούτηδες. Πολλοί Χανιώτες βλέποντας τότε ότι ο Σαλής έμεινε στη ψάθα κινητοποιήθηκαν για να του ανταποδώσουν τα όσα καλά είχε κάνει γι αυτούς τόσα χρόνια. 


Αρχικά χάρη στις ενέργειες του τυπογράφου, συγγραφέα και ποιητή Γεώργιου Γεωρβασάκη, έγινε Έλληνας πολίτης έστω και αργά παίρνοντας μια μικρή σύνταξη από το ΙΚΑ. Ακόμα και τότε όμως ο Σαλής απέδειξε τη φιλευσπλαχνία και μεγαλοψυχία του. Με τα χρήματα της σύνταξης πορευόταν κρατόντας ελάχιστα για αυτόν και. συνεχίζοντας το φιλανθρωπικό του έργο μετέτρεπε το μεγαλύτερο μέρος της σε τρόφιμα, τα οποία κρυφά άφηνε μέσα σε τσάντες στις πόρτες φτωχών ανθρώπων ενώ ο ίδιος ή όποιον έστελνε έτρεχε να κρυφτεί στο σκοτάδι για να μην τον δούν.
Όπως έχει γράψει ο Γ. Κοκκινάκος  στα Χανιώτικα Νέα,  «Ο Σαλής ήταν η απόλυτη άρνηση της κτητικότητας και της αρπακτικότητας, ένας σεβασμός στην ύπαρξη και στην ουσία. Σε μια φιλικότητα με το τίποτα, δηλαδή με το παν. Σε μια οριακή πενιχρότητα που δίδει χώρο στην πνευματικότητα κι ας ήταν αγράμματος, δηλαδή αθώος, μη βαρυνόμενος με το  «αδίκημα» της εκπαίδευσης.  Ήταν το όριο και το μέγεθος, σημείο και σηματωρός πέρα από την υστερόβουλη φιλανθρωπία και πάνω από την επιτηδευμένη καλοσύνη.  Ένας πλούσιος στην πενία του, ένας άρχοντας στην απόλυτη ένδειά του.»
Πέθανε στις 28 Φεβρουαρίου 1967 στο δωμάτιό του επί της οδού Θεοτοκοπούλου την ώρα που κοιμόταν.
Σύμφωνα με την Ζαχαρένια Σημανταράκή «Δεν είχε οικογένεια και για αυτό πέθανε ολομόναχος στο σπίτι του στον Τοπχανά, την Τρίτη 28-2-1967 σε ηλικία 83 ετών από καρδιακή ανακοπή, καρδιακή ανεπάρκεια, ανεπάρκεια αορτής και μυοκαρδίου, σύμφωνα με τον γιατρό Γεώργιο Βλαχάκη που διενήργησε και τη νεκροτομή. Το πτώμα του ανακαλύφθηκε μετά από αρκετές ημέρες από τη δυσοσμία και ετάφη σε ένα από τα εναπομείναντα τμήματα του ήδη καταργημένου τότε μουσουλμανικού νεκροταφείου. Αργότερα και μετά από έγκριση του Πατριαρχείου, σύμφωνα με τις σχετικές μαρτυρίες, παραχωρήθηκε δωρεάν ένα ταφογήπεδο στην άκρη του Κοιμητηρίου του Αγίου Λουκά, όπου ευαισθητοποιημένοι Χανιώτες, μετά από έρανο, ανήγειραν ένα μνημείο και μετέφεραν εκεί τα οστά του τρία χρόνια μετά το θάνατό του.»
Πραγματικά όταν πέθανε υπήρχε πρόβλημα για τον τόπο ταφής του, αφού λόγω του μουσουλμανικού θρησκεύματος δε μπορούσε να ταφεί σε χριστιανικό νεκροταφείο. Αρχικά τον έθαψαν στην παλιά τούρκικη συνοικία Μερτζαλίκια, αλλά λόγω του ότι ήταν πολύ αγαπητός στους Χανιώτες, τον μετέφεραν και τον έθαψαν στο χριστιανικό κοιμητήριο του Αγίου Λουκά στην οδό Αναπαύσεως με δικά τους έξοδα.
Σήμερα ο Σαλής αναπαύεται σε ένα τάφο όπου πάνω στη μαρμάρινη πλάκα είναι γραμμένοι οι στίχοι του ποιητή και φίλου του Γεώργιου Γεωρβασάκη 


Ας ήσουν μαύρος
Ας μην ήσουν χριστιανός
Ας ήταν μαύρη η μορφή σου
Μ” από το χιόνι πιο λευκή ήτανε η ψυχή σου.


Παραθέτουμε εδώ ένα ντοκιμαντέρ από το οπτικοακουστικό αρχείο της ΕΡΤ για το Σαλή Η σειρά «ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ», στο επεισόδιο με τίτλο «Ο ΣΑΛΗΣ», μας παρουσιάζει τη ιστορία ενός σχεδόν μυθιστορηματικού προσώπου που συνδέθηκε άρρηκτα με την πόλη των ΧΑΝΙΩΝ. 



Για τον πρωταγωνιστή του επεισοδίου μιλούν ο τραγουδοποιός, ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ αλλά και η ΑΡΓΥΡΩ ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΑΚΗ, ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΖΑΒΙΑΝΕΛΗΣ-ΑΪΒΑΛΙΩΤΗΣ, ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΑΚΗΣ και ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΒΡΕΣ, όλοι κάτοικοι της πόλης που γνώριζαν τον ΣΑΛΗ. Επίσης το ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ. ΚΡΗΤΗΣ ανέβασε μια παράσταση με θέμα της τον ίδιο τον ΣΑΛΗ με τίτλο «ΣΑΛΗΣ, Ο ΜΑΥΡΟΣ ΒΑΡΚΑΡΗΣ».  

Ο Γρηγόρης Νιόλης θυμάται τον Σαλή


Ο Χανιώτης ζωγράφος, εικονογράφος και χαράκτης Γρηγόρης Νιόλης, γράφει στα Χανιώτικα Νέα όσα θυμάται από τον Σαλή Χελιδονάκη.
«Καθότανε στου Ζέπου νομίζω ή σε κάποιο παραδιπλανό μαγαζί. Θα ήμουν εννιά – δέκα χρονών και κατευθυνόμουν προς το μαγαζί του πατέρα μου στο Σαντριβάνι. Στο ροζιασμένο μαύρο δουλεμένο του χέρι κρατούσε μια χαρτοσακούλα με κουλουράκια ή κάτι τέτοιο και τ’ άπλωσε προς το μέρος μου: «Ο Γρηγόρης είσαι; Έλα, πάρε δύο κουλουράκια… Ξέρω γιαγιά μου ο μπαμπάς σου έχει να σου δώσει, αλλά πάρε κι από μένανε!…», «Ευχαριστώ, μπάρμπα Σαλή!…»» και συνεχίζει τη διήγησή του για τον γεμάτο καλοσύνη άνθρωπο που στους Χανιώτες θύμιζε το χελιδόνι, το αποδημητικό προπομπό της άνοιξης με το μαύρο χρώμα και τη λευκή ψυχή.
«Ο Σαλής ήτανε μαύρος σαν τον έβενο, ήταν και μουσουλμάνος. Η προσωποποίηση δηλ. του διαφορετικού μέσα σε μια κουλτούρα όπου «ο αράπης παίρνει τα κακά παιδιά» κ.λπ. Αλλωστε, και στην αραβική, αλλά και στην ασιατική γενικά κουλτούρα ο «αράπης» είναι μια αρνητική οντότητα, μια έννοια με αρνητικό πρόσημο.  Μολαταύτα νοιώθω την ανάγκη να τονίσω, πως ο Σαλής ήταν ο πιο καλός Χανιώτης στη νεώτερη ιστορία μας και τον αγαπούσαν οι περισσότεροι. Αυτό δεν είναι μόνο δική μου πεποίθηση, αλλά και των περισσότερων που είχαν την τύχη να γνωρίσουν τον άγιο αυτόν άνθρωπο.   


Όταν λέω καλός, το λέω με την ενεργητική του έννοια, δηλ. καλός για μένα δεν είναι αυτός που δεν πειράζει κανέναν, αυτός που δεν κλέβει, δεν πατάει μυρμήγκι, δεν αδικεί. Καλός είναι κείνος που βάζει το μυαλό του να δουλέψει για το καλό· που βάζει το κορμί του να κουραστεί για το καλό, που βάζει το χέρι του στην τσέπη για να μοιράσει την αγάπη του, που βάζει το χέρι του στον ώμο του άλλου, τη στιγμή που χρειάζεται. Αυτός που προσθέτει στη ζωή. Αυτά λοιπόν όλα, νομίζω, ήταν ο Σαλής».
Ο Σαλής δούλευε σκληρά ως λεμβούχος στο λιμάνι των Χανίων. Από τους πρώτους Χανιώτες που ασφαλίστηκαν στο ΙΚΑ. Συνεχίζει τη διήγησή του ο Νιόλης: «Τίμιος, εργατικός, μεγάλος φιλάνθρωπος, ψυχούλα», έχουν να πούνε ότι κάποτε, που κέρδισε το λαχείο, όλα τα λεφτά τα ‘δωσε σε φτωχές οικογένειες. Αλλά και όποτε λάβαινε τη σύνταξή του, αγόραζε τσάντες με τρόφιμα και τις άφηνε αθόρυβα πίσω απ’ τις φτωχές εξώπορτες. Φτωχός ο ίδιος, βοηθούσε τους πιο φτωχούς! Λένε πως προίκισε κορίτσια μες απ’ τη φτώχεια του, πράγματα που μαθεύτηκαν μετά τον θάνατό του στον Τοπανά την άνοιξη του 1967.» Ζούσε μόνος. «Μερικά χρόνια κατοικήσαμε στο σπίτι που σήμερα φιλοξενεί την καφετέρια «Ταράτσα». Στο ισόγειο υπήρχαν τρεις μεγάλες αποθήκες, στη γωνιακή έμενε ο Σαλής.» Η ευαισθησία του στον πόνο του συνανθρώπου του χαρακτήριζε όλο το βίο του. «Τον θυμάμαι να κλαίει γοερά όταν πέθανε ο Βασιλάκης, ένας νέος είκοσι ενός ή είκοσι δύο χρονών που έφυγε από μια παράξενη αρρώστια, γεροντίαση είπαν».
Έκλαιγε κι όταν κάποια μικρά παιδιά λόγω του σκούρου παρουσιαστικού του τρόμαζαν. Τα περισσότερα παιδιά όμως οι μητέρες τους τα πήγαιναν στον Σαλή για να τα φιλήσει, «να μην τα πιάσει το μάτι». Άλλοι τον φώναζαν στα σπίτια τους αρχές του μήνα για γούρι.
«Κι αν για λίγα πράγματα στάθηκα τυχερός στη ζωή μου, ένα απ’ αυτά θεωρώ είναι που γνώρισα τον Σαλή.», λέει καταλήγοντας ο Νιόλης. 


Πηγές:
ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ /01.04.2018

Δεν υπάρχουν σχόλια: