Translate -TRANSLATE -

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

Αγγ. Δαμίγου : Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος




Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος

Γράφει η +Αγγ. Δαμίγου

Με ομορφιά και δόξα προίκισε η ζωή τον Γεώργιο. Γόνος αριστοκρατικής και πλούσιας οικογενείας, αξιώθηκε, χάρη στη δύναμη και την εξυπνάδα του, να γίνει χιλίαρχος και κόμης σε πολύ νεαρή ηλικία. Αλλά η μεγάλη δόξα και τιμή για τον Γεώργιο ήταν η βαθιά πίστη του στο θεό και η λαχτάρα του να Τον υπηρετήσει και να θυσιαστεί γι’ Αυτόν.
Γεννήθηκε στην Καππαδοκία της Μικράς Ασίας στο τέλος του 3ου, αρχές του 4ου αιώνα. Στη Ρώμη βασίλευε ο σκληρός ειδωλολάτρης Διοκλητιανός. Οι γονείς του ήταν χριστιανοί. Δίδασκαν στο παιδί τους τις θείες διδασκαλίες και τις μεγάλες αξίες της ζωής που φέρνουν τον άνθρωπο κοντά στον Πατέρα και Δημιουργό Του.
Σε ηλικία 10 χρόνων ο Γεώργιος είδε τους ειδωλολάτρες να συλλαμβάνουν τον πάτερα του και να τον θανατώνουν με βασανιστήρια. Ο θάνατος του πατέρα του φούντωσε ακόμα περισσότερο την πίστη του στο Χριστιανισμό.
Η μητέρα του πήρε τον Γεώργιο και πήγαν στη Λύδδα της Παλαιστίνης, που είχε τα κτήματα της. Ανέθρεψε το παιδί της με χριστιανικές αρχές. Ο Γεώργιος έγινε ένας νέος τίμιος, ευγενής και θαρραλέος. Κατετάγη από νωρίς στο Στρατό και διακρίθηκε για την ανδρεία του. Γυρίζοντας από μια εκστρατεία πέρασε από την Αλαγία στην οποία βασίλευε ο ειδωλολάτρης Σύλβιος. Ο κόσμος εκεί ήταν αναστατωμένος. Γιατί στην περιοχή αυτή βρισκόταν μια λίμνη από την οποία έβγαινε καθημερινά ένα θηρίο και έτρωγε ανθρώπους και ζώα.
Οι άνθρωποι της περιοχής που ήταν ειδωλολάτρες πίστευαν ότι το θηρίο ήταν ένας δυσαρεστημένος θεός τους που τους τιμωρούσε. Αποφάσισαν μαζί με το βασιλιά τους να εξευγενίσουν το θηρίο προσφέροντας η κάθε οικογένεια - με κλήρωση - ένα παιδί της στο φοβερό θηρίο. Όταν πέρασε από εκεί ο Γεώργιος ήταν η σειρά του βασιλιά να προσφέρει τη μοναχοκόρη του.
Ο Γεώργιος έμαθε τι συνέβαινε. Προσευχήθηκε με θέρμη στο Θεό και τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει να σκοτώσει το θηρίο. Μόλις εκείνο βγήκε από τη λίμνη ο Άγιος Γεώργιος ορθώθηκε μπροστά του, έκανε το σημείο του Σταύρου και το φοβερό εκείνο θηρίο έπεσε στα ποδιά του αλόγου του Γεωργίου και κυλιόταν μουγκρίζοντας. Ο Άγιος το έδεσε και το μετέφερε στην πόλη. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του ηγεμόνα και του πλήθους το σκότωσε με το δόρυ του. Ο Γεώργιος ομολόγησε ότι η δύναμη του Θεού έκανε αυτό το θαύμα. Ο βασιλιάς, η κόρη του, πολλοί άρχοντες και πλήθος λάου πίστεψαν στο Θεό του Γεωργίου.


Επιστρέφοντας στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας, που ήταν η έδρα του Διοκλητιανού, κλήθηκε σε σύσκεψη από τον αυτοκράτορα. Έπρεπε να πάρουν μια απόφαση για το πώς θα σταματήσουν την παρακμή της αυτοκρατορίας. Οι ειδωλολάτρες στρατηγοί αποφάνθηκαν ότι η παρακμή οφείλεται στην εξάπλωση των χριστιανών.
Ο αυτοκράτορας έδωσε διαταγή να τους εξολοθρεύσουν όλους. Τότε ο Γεώργιος χωρίς να χάσει το θάρρος του και γνωρίζοντας τις συνέπειες των λόγων του είπε στον αυτοκράτορα:
-«Οι διωγμοί των χριστιανών είναι άδικοι, οι χριστιανοί είναι οι πιο νομοταγείς πολίτες».
- «Μήπως είσαι και συ χριστιανός;», τον ρώτησε κατάπληκτος ο αυτοκράτορας, ο οποίος εκτιμούσε και θαύμαζε τον Γεώργιο.
-«Ναι!», απάντησε ο Γεώργιος. «Πιστεύω στον ένα και μοναδικό θεό και στον Υιόν Του, τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστόν».


Ο  Διοκλητιανός  προσπάθησε να τον πείσει να αλλαξοπιστήσει και του έταξε μεγάλα αξιώματα. Μπροστά του όμως κάθε φορά αντίκριζε ένα γρανιτένιο βράχο που δεν λύγιζε με τίποτα. Κι έτσι άρχισε ο «χορός» των μαρτυρίων. Έδεσαν τον Γεώργιο σ' ένα ξύλο και τον χτυπούσαν μ' ένα κοντάρι στην κοιλιά. Τον έριξαν στη φυλακή, τον ξάπλωσαν ανάσκελα κι έβαλαν πάνω στο στήθος του μια τεράστια και βαριά πέτρα. Τίποτα δεν πτοούσε τον Γεώργιο. Την άλλη μέρα τον πέρασαν από το μαρτύριο του τροχού που του καταξέσχισε τις σάρκες. Όταν τον έριξαν αιμόφυρτο στο κελί του παρουσιάστηκε μπροστά του Άγγελος Κυρίου και του γιάτρεψε τις πληγές.
Παρουσιάστηκε ξανά στον Διοκλητιανό ο Γεώργιος και του ζήτησε να σταματήσει τους διωγμούς.
Οι αξιωματικοί που παρευρίσκονταν σε αυτή τη συνάντηση είδαν ότι στο κορμί του Γεωργίου δεν υπήρχε καμία πληγή. Και τότε οι χιλίαρχοι Αποστόλιος και Πρωτολέοντας ομολόγησαν μαζί με άλλους αξιωματικούς ότι πιστεύουν στον Κύριο και Θεό του Γεωργίου. Ο Διοκλητιανός διέταξε να τους σκοτώσουν όλους εκείνη τη στιγμή. Για τον Γεώργιο διέταξε να τον βάλουν σ' ένα λάκκο και να τον σκεπάσουν με ασβέστη για να καεί και να μη μείνει ίχνος του. Μετά τρεις μέρες οι στρατιώτες και το πλήθος είδαν να βγαίνει ολοζώντανος από τον ασβέστη ο Γεώργιος χωρίς κανένα σημάδι φθοράς επάνω του. Ο Διοκλητιανός διέταξε νέα βασανιστήρια.
Τότε επενέβη η σύζυγος του Διοκλητιανού, η Αλεξάνδρα, που βλέποντας τα θαύματα είχε πιστέψει στη θρησκεία του Γεωργίου και μπροστά στα πλήθη ομολόγησε την πίστη της στο θεό και παρακάλεσε το σύζυγο της να σταματήσει τους διωγμούς. Εκείνος, εξοργισμένος την έριξε στη φυλακή. Στο κελί της η Αλεξάνδρα προσευχήθηκε στο θεό και τον παρακάλεσε να πάρει την ψυχή της χωρίς να χρειαστεί να βάψει ο άντρας της τα χέρια του με το αίμα της. Πραγματικά, εκείνο το βράδυ η Αλεξάνδρα βρέθηκε νεκρή.
Ο Διοκλητιανός θεώρησε υπεύθυνο τον Γεώργιο για το θάνατο της συζύγου του και τον υπέβαλε σε φρικτότερα βασανιστήρια- Τον ανάγκασε να φορέσει σιδερένια παπούτσια που τα είχαν πυρώσει στη φωτιά και είχαν γίνει κατακόκκινα και με αυτά να τρέχει. Αλλά τότε έγινε άλλο θαύμα. Φορώντας τα παπούτσια ο Άγιος άρχισε να τρέχει σαν να φορούσε πούπουλα. Ούτε τον έκαιγαν ούτε τον βάραιναν. Όλοι τα είχαν χαμένα. Την άλλη μέρα ο Διοκλητιανός άρχισε να τον καλοπιάνει. Αλλά ο Άγιος του είπε:
-«Δεν πρόκειται, αυτοκράτωρ, να απαρνηθώ την πίστη μου. Με υποβάλλατε σε τόσα βασανιστήρια και με βλέπετε μπροστά σας γερό. Παρ' όλα αυτά δεν θέλετε να πιστέψετε ότι ο Χριστός είναι πιο δυνατός από σας».
Ο αυτοκράτορας τότε διέταξε τους στρατιώτες να δείρουν τον Γεώργιο αλύπητα. Οι στρατιώτες υπάκουσαν και σταμάτησαν να τον χτυπάνε όταν πια οι ίδιοι κουράστηκαν.
Ο Γεώργιος δεν έβγαλε ούτε ένα βογγητό από τα χείλη του. Ο άπιστος αυτοκράτορας προσπάθησε πάλι με υποσχέσεις και κολακείες να τον μεταπείσει αλλά η δύναμη των λόγων του Γεωργίου έπεφτε σαν κεραυνός επάνω του.
—«Πίστεψε στον αληθινό θεό αυτοκράτορα! Αυτός και μόνο είναι η αληθινή οδός και ζωή. Αυτός μόνο δίνει την αιώνια ζωή!».
Ο Διοκλητιανός τότε του είπε: «Αν θέλεις να πιστέψουμε στο Θεό Σου, ανάστατε έναν απ' αυτούς που σκοτώσαμε σήμερα».


Εκεί κοντά βρίσκονταν αρκετά πτώματα χριστιανών. Ο Γεώργιος πλησίασε ένα κι αφού προσευχήθηκε θερμά στο θεό πρόσταξε το νεκρό:
-«Στο Όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού σήκω επάνω!».
Κι ο νεκρός αναστήθηκε. Τα χαμόγελα της ειρωνείας έσβησαν από τα χείλη του αυτοκράτορα και των ειδωλολατρών αυλικών του.
Την άλλη μέρα ο Διοκλητιανός κάλεσε το μάγο Αθανάσιο να κάνει «κάτι» για να αλλαξοπιστήσει ο Άγιος. Ο Αθανάσιος ετοίμασε ένα μαγικό υγρό που υποτάσσει τη βούληση του άνθρωπου και ένα δηλητηριώδες θανατηφόρο υγρό. Έδωσαν στον Γεώργιο να πιει από το πρώτο. Αλλά με Θεια Χάρη δεν έπαθε απολύτως τίποτα. Διατήρησε ακλόνητη την ψυχή και το νου του. Εκνευρισμένος ο αυτοκράτορας διέταξε τον Αθανάσιο να του δώσει το θανατηφόρο υγρό. Κι αυτό το ήπιε ο Άγιος αλλά δεν τον επηρέασε. Έμενε στητός κι αγέρωχος, υγιής και πεντάμορφος. Μόνο ο μάγος Αθανάσιος δεν ένιωσε καλά. Έπεσε στα γόνατα και προσκύνησε τα πόδια του Αγίου ομολογώντας ότι από εκείνη τη στιγμή γινόταν χριστιανός. Βέβαια ο χριστιανικός βίος του μάγου Αθανάσιου δεν κράτησε ούτε λίγα λεπτά της ώρας γιατί ο Διοκλητιανός διέταξε να τον αποκεφαλίσουν και τον Γεώργιο να τον ρίξουν στη φυλακή.
Όλα τα θαύματα του Αγίου είχαν διαδοθεί σε ολόκληρη την πολιτεία. Πλήθη λάου έτρεχαν να δουν τον Άγιο στη φυλακή του. Ήταν δύσκολο να τους σταματήσουν γιατί φοβόντουσαν μη γίνει καμιά επανάσταση.
Ο Διοκλητιανός τότε αποφάσισε να αλλάξει τακτική Επισκέφθηκε τον Γεώργιο στο κελί του και με λόγια γεμάτα συντριβή του είπε:
-«Σε αγαπώ σαν παιδί μου και δεν θέλω να σε χάσω από κοντά μου. Σε παρακαλώ μην επιμένεις στην πίστη σου γιατί είμαι πολύ εκτεθειμένος απέναντι στους αυλικούς και στο λαό. Κάνε λοιπόν σε μένα μια χάρη».


Ο Άγιος Γεώργιος τον κοίταξε με συμπόνια και του είπε:
-«Αφού επιμένεις τόσο βασιλιά, ας επισκεφθούμε τους θεούς σου». Ο Διοκλητιανός χάρηκε πολύ. «Επιτέλους», σκέφθηκε, «άλλαξε ιδέες». Το γεγονός μαθεύτηκε αστραπιαία. Ο Γεώργιος θα πήγαινε στο ναό του Απόλλωνα που ήταν γεμάτος αγάλματα και άλλων θεών.
Πλήθη λαού συγκεντρώθηκαν εκεί και περίμεναν τον Γεώργιο να προσφέρει θυσία στους θεούς. Αλλά διαψεύστηκαν. Είδαν τον Άγιο Γεώργιο να στέκει μπροστά στο άγαλμα του θεού Απόλλωνα και να τον ρωτά:
-«Είσαι θεός εσύ και πρέπει να σε λατρεύουν οι άνθρωποι; Έχεις την αξίωση να σου προσφέρω θυσίες.
Τότε ακούστηκε μια φωνή, που θαρρείς και έβγαινε από το άγαλμα;
«Δεν είμαι εγώ θεός, ούτε και κανένας άλλος από μας. Μόνον Αυτός που πιστεύεις εσύ - ο Ιησούς Χριστός - είναι ο αληθινός θεός».
Ο Άγιος Γεώργιος έκανε το σημείο του Σταυρού. Και τότε τα αγάλματα έπεσαν καταγής και κομματιάστηκαν.
Ο Διοκλητιανός εξοργίστηκε κι άρχισε να τον απειλεί ότι θα τον σκοτώσει.
-«Μη με απειλείς αυτοκράτωρ! Για μένα ο θάνατος είναι χαρά γιατί θα με ενώσει με τον Κύριο μου και Θεό μου».
Ο Διοκλητιανός διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Περικυκλωμένος από πλήθη ο Άγιος Γεώργιος βάδιζε προς τον τόπο της εκτέλεσης του. Παρακάλεσε τους δημίους του να του επιτρέψουν, σαν τελευταία χάρη, να προσευχηθεί. Εκείνοι του το επέτρεψαν.
Ο Άγιος ύψωσε τα μάτια και τα χέρια του στον ουρανό και είπε:
-«Δοξασμένο να είναι το Όνομα Σου Θεέ μου! Εσύ που με γλίτωσες από τις παγίδες των διωκτών μου, Εσύ που στάθηκες σε όλη μου τη ζωή σαν φιλόστοργος Πατέρας χάρισε μου τη δύναμη μέχρι τέλους και δέξου την ψυχή μου. Συγχώρεσε τους εχθρούς μου και φώτισε τους να Σε γνωρίσουν».
Τελειώνοντας την προσευχή του έσκυψε το ωραίο κεφάλι του στο ξίφος του δήμιου.
Το άγιο λείψανο του ένας πιστός του το μετέφερε στη Λύδδα της ΙΙαλαιστίνης όπου αργότερα κτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός. Η μνήμη του γιορτάζεται στις 23 Απριλίου.

Αγγ. Δαμίγου «Το συναξάρι των Αγίων»




ΛΥΔΔΑ



H Λύδδα είναι η Διόσπολη των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων και ανήκε στη φυλή του Βενιαμίν· αργότερα μετά την περσική εποχή (μετά το 628 μ.Χ.) ανήκε στην επαρχία της Σαμάρειας. Απόστολος Πέτρος εδώ θεράπευσε τον παράλυτο Αινέα (Πραξ. 9,32-35)
 Ο Άγιος Γεώργιος γεννήθηκε εδώ. Η πόλη τότε λεγόταν Διόσπολη. Εδώ ετάφη μετά το μαρτύριο του στη Νικομήδεια επί Διοκλητιανο στις αρχές του 4ου αι. Από τον 5ο αι. υπήρχε εδώ μεγάλο χριστιανικό προσκύνημα και μεγαλοπρεπής βασιλική μέσα στην οποία δείχνονταν και ο τάφος του Αγίου. Τμήματα της παλαιοχριστιανικής αυτής βασιλικής σώζονται μέχρι σήμερα στο μουσουλμανικό τέμενος της Λύδδας, πού ονομάζεται Τζάμαα λ Καμπίρ. Σέ μια οπό τις κολώνες του οποίου υπάρχει και η εξής ελληνική επιγραφή: «Ο μέν προεδρεύσαντες στεως πάλαι του Χριστολάμπρου του δέ σεμνόν ποιμένες καλλωπίσαντες τον δε τον λαμπρόν δόμον».


Η κκλησία και ο τάφος του Αγίου κάηκαν από τούς μουσουλμάνους κατά τον 10ο αι. και ξανακτίσθηκαν από τούς Σταυροφόρους τον 12ο αι. Μετά την κατάλυση του σταυροφορικού κράτους ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί. Το 1873 το ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο αγόρασε από τους μουσουλμάνους ένα τμήμα του τζαμιού, αυτό στο οποίο βρισκόταν ο Τάφος του Αγίου και το διαμόρφωσε σε εκκλησία. Η εκκλησία και Ο Τάφος πήραν την τελική τους μορφή μόνο το 1893 όταν χτίσθηκε και το παραπλήσιο ελληνικό μοναστήρι.


Διαβάστε επίσης τις αναρτήσεις μας :



Δεν υπάρχουν σχόλια: