Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΚΩΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΚΩΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Μονεμβασιά, η κρυμμένη Πολιτεία του Βράχου

 



Μονεμβασιά

Η κρυμμένη Πολιτεία του Βράχου

 

Στην τοπική διάλεκτο, ο τόπος αυτός είναι γνωστός απλώς ως Κάστρο. Επισήμως ονομάζεται Μονεμβασιά, δηλαδή «ο τόπος με μία μόνο είσοδο». Για τους γερμανικής καταγωγής Φράγκους, που την πολιόρκησαν αποτυχημένα επί τρία ολόκληρα χρόνια στα μέσα του 13ου αιώνα, ήταν η Μαλβουαζία. Για τους Άγγλους, που έτρεφαν ιδιαίτερη αδυναμία στο ντόπιο κρασί, ήταν το Μάλμζι. Κι όμως, με την πρώτη ματιά, οι περισσότεροι επισκέπτες που διασχίζουν το στενό ανάχωμα προς αυτή την αρχαία καστροπολιτεία, χτισμένη πάνω σε μια νησίδα στα νοτιοανατολικά του Μοριά, δύσκολα φαντάζονται την ομορφιά που θα ανακαλύψουν.

Ίσως ταιριαστά, ήταν όσα έγραψε ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Αριστοτέλης, στην Ιστορία των Ζώων (Τν περ τ ζα στοριν) τον 4ο αιώνα π.Χ όπου  σε μία από τις πρώτες παρατηρήσεις του για το καμουφλάζ των ζώων στη  φύση, περιγράφει την ικανότητα του χταποδιού να αλλάζει χρώμα και να χάνεται μέσα στο περιβάλλον του για να προστατευθεί. Κάπως ανάλογη είναι και η εικόνα που προβάλλει στον επισκέπτη η Μονεμβασιά μιας και εμφανίζεται ως μια γροθιά από βράχο. Μια επιβλητική γροθιά από πέτρα, που αποσπάσθηκε το 365 μ. Χ. από τη στεριά έπειτα από σεισμό ΚΑΙ διαμορφώθηκε ο βράχος όπως τον βλέπουμε σήμερα. Ο βράχος αποκόπηκε από την ξηρά και η περιοχή υπέστη καθίζηση. 

 

Αγέρωχος και τραχύς, ο βράχος υψώνει τους οδοντωτούς γκρεμούς του εκατοντάδες πόδια πάνω από τα διάφανα νερά του Αιγαίου, όπου, τις μέρες της κακοκαιρίας, τα πρασινογάλαζα αλμυρά κύματα χτυπούν και αφρίζουν με μανία κάτω από τα τείχη, σαν τις ίδιες τις Ερινύες. Και οι ντόπιοι, εκείνες τις μέρες, παρακαλούν ο καιρός να φέρει και βροχή. Γιατί το γλυκό νερό είναι σπάνιο αγαθό στη Μονεμβασιά και οι καταιγίδες — ή έστω η βροχή — είναι εδώ περισσότερο ευπρόσδεκτες απ’ ό,τι σε άλλα νησιά του Αιγαίου.

Από το ανάχωμα, ένας μακρύς δρόμος με στροφές οδηγεί τελικά σε λίγα απομονωμένα κτίσματα και σε ένα τεράστιο εξωτερικό πέτρινο τείχος, αυστηρό και απειλητικό στην όψη. Μια στενή καμάρα αποτελεί τη μοναδική πύλη της πόλης. Τόσο μικρή όσο χρειάζεται για να περάσει ένας γάιδαρος με τον αναβάτη του και μοιάζει σαν να είναι αποφασισμένη να αποθαρρύνει κάθε αμύητο από το να προχωρήσει πιο μέσα. Κι όμως, μόλις διαβεί κανείς αυτό το ταπεινό άνοιγμα, ξεδιπλώνεται μπροστά του μια αρχιτεκτονική σπηλιά του Αλαντίν· ένας οικισμός διπλός και σχεδόν έξω από τον χρόνο, του οποίου το κάτω μέρος κατοικείται αδιάκοπα ήδη από τον 12ο αιώνα.

 

Η κάτω πολιτεία διατηρεί ακόμη τις αυθεντικές οχυρώσεις της, τα ελικοειδή καλντερίμια, τις εκκλησίες, τα μοναστηριακά κτίσματα και τα πέτρινα σπίτια του Μεσαίωνα. Πλάι τους στέκουν τα ίχνη μεταγενέστερων εποχών — ανάμεσά τους ένα παλιό οθωμανικό τέμενος του 16ου αιώνα — καθώς και κομψά αρχοντικά εμπόρων του 19ου αιώνα με μπαλκόνια από σφυρήλατο σίδερο. Ψηλότερα, πάνω στην απότομη πλαγιά, απλώνεται η εγκαταλελειμμένη Άνω Πόλη, βυθισμένη κατά μεγάλο μέρος σε μια μεγαλόπρεπη ερείπωση, με μόνη εξαίρεση τον θαυμάσια διατηρημένο βυζαντινό ναό της Αγία Σοφία Μονεμβασιάς.

Κάποτε τόπος μεγάλης στρατηγικής, στρατιωτικής και εμπορικής σημασίας, η Μονεμβασιά είναι ένα αληθινό παλίμψηστο της ιστορίας, όπου τα ίχνη της βυζαντινής, της ενετικής, της παπικής, της οθωμανικής και της νεότερης ελληνικής κυριαρχίας — ακόμη και της κατοχικής περιόδου του πολέμου — διακρίνονται από τοίχο σε τοίχο και από δρόμο σε δρόμο. 

 


 

Το γεγονός ότι τα αυτοκίνητα δεν μπόρεσαν ποτέ να διαπεράσουν τα πανάρχαια εξωτερικά της τείχη θα μπορούσε εύκολα να είχε οδηγήσει την πόλη σε παρακμή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αντίστοιχα, ο μαζικός τουρισμός των τελευταίων δεκαετιών θα μπορούσε να είχε αλλοιώσει ολοκληρωτικά τον χαρακτήρα της. Αντί γι’ αυτό, οι περιορισμοί στην κυκλοφορία των οχημάτων ενίσχυσαν την ανάπτυξη της Γέφυρα Μονεμβασιάς απέναντι από το πέρασμα — ως τόπου κατοικίας για τον ντόπιο πληθυσμό αλλά και ως σύγχρονης κωμόπολης με τον απαραίτητο χώρο για τουριστικές υποδομές — αφήνοντας τη Μονεμβασιά να αφοσιωθεί στη διατήρηση της κληρονομιάς πάνω στην οποία σήμερα στηρίζεται και ευημερεί· μιας κληρονομιάς που εξακολουθεί να φυλάσσεται προσεκτικά, κρυμμένη πίσω από τα τείχη της.

Διασκευή από το ομότιτλο άρθρο του TRAVIS ELBOROUGH από το βιβλίο του ATLAS OF UNEXPECTED PLACES

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019

Μαρίας Θερμού : Το μυστήριο με τα ανάκτορα του Μενελάου


Η κοιλάδα του Αγίου Βασιλείου της Σπάρτης με τον αρχαιολογικό χώρο - όπου βρίσκονται τα ανάκτορα - να εκτείνεται γύρω από τον βυζαντινό ναό


Το μυστήριο με τα ανάκτορα του Μενελάου

Γράφει Μαρία Θερμού

Τα έχει όλα. Αρχείο με πινακίδες της Γραμμικής Β γραφής, όπου καταγράφονταν όλες οι παραγωγικές και εμπορικές δραστηριότητες. Όπλα, και μάλιστα σε εξαιρετικά μεγάλο αριθμό. Κτίρια τοιχογραφημένα με χαρακτηριστικά μυκηναϊκά θέματα. Στενές επαφές με τη Μινωική Κρήτη. Και ακόμη, τη σωστή θέση: στην πεδιάδα της Σπάρτης, όπου δεσπόζει, έχοντας οπτική επαφή με τις μυκηναϊκές εγκαταστάσεις στο Παλαιοπύργι, το Αμυκλαίο και το Μενελάιο.
Αυτό το εύρημα στον Άγιο Βασίλειο της Σπάρτης πληροί για τους επιστήμονες διεθνώς όλες τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί το μείζον ηγεμονικό κέντρο του μυκηναϊκού πολιτισμού στη Λακωνία στη μέγιστη ακμή του! Με άλλα λόγια, και αν οι μύθοι βγαίνουν αληθινοί, σε αυτό το μυκηναϊκό ανάκτορο στην κοιλάδα του Ευρώτα θα μπορούσε να κυβερνά ο Μενέλαος έχοντας δίπλα του την Ωραία Ελένη. Άλλωστε καμία άλλη μυκηναϊκή θέση στην περιοχή δεν έχει δώσει ως τώρα ενδείξεις ότι μπορεί να είναι το ανακτορικό κέντρο της. Μπορεί λοιπόν να έφθασε η στιγμή που η επιστήμη θα «αγγίξει» τους μυθικούς ήρωες των ομηρικών επών φθάνοντας στην αφετηρία τους.
«Κοίλη» και «κητώεσσα» χαρακτηρίζει ο Όμηρος τη Λακεδαίμονα με την κλειστή πεδιάδα, τους γύρω ορεινούς όγκους και τα φαράγγια της στον περίφημο Κατάλογο των Νεών (Ιλιάδα, Ραψωδία β Δ, στ. 581-587), δηλαδή των πλοίων που είχαν στείλει οι ελληνικές πόλεις εναντίον της Τροίας. Σε μια χαμηλή λοφοσειρά αυτής της πεδιάδας και σε απόσταση περίπου 12 χλμ. από την πόλη είχε αναπτυχθεί το ανακτορικό κέντρο. Και όπως φαίνεται, η εγκατάσταση εδώ είχε αρχίσει από τον 17ο-16ο αιώνα π.Χ.
Οικοδομήματα που καταλαμβάνουν έκταση περίπου 25 στρεμμάτων στον κεντρικό λόφο, ο οποίος έχει πάρει το όνομά του από τον βυζαντινό ναό του Αγίου Βασιλείου, έδειξε η γεωφυσική διασκόπηση. Όσο για τη συνολική έκταση της μυκηναϊκής εγκατάστασης, εκτιμάται ότι υπερέβαινε τα 200 στρέμματα.
Από την εποχή του Σλήμαν αναζητείται το μυκηναϊκό ανάκτορο της Σπάρτης. Έτσι, όταν πριν από λίγα χρόνια η αρχαιολόγος κυρία Αδαμαντία Βασιλογάμβρου ανακοίνωσε την ανεύρεση, καταμεσής της πεδιάδας, τριών πινακίδων Γραμμικής Β γραφής, των πρώτων στη Λακωνία, η είδηση έκανε κυριολεκτικώς πάταγο. Γιατί το βασικό εργαλείο της διοίκησης στη Μυκηναϊκή Εποχή ήταν τα γραπτά αρχεία. Έτσι, αυτά και μόνο μπορεί να πιστοποιήσουν και σήμερα την ανακτορική-διοικητική φύση μιας εγκατάστασης και την υψίστη ιεραρχία της έναντι άλλων.
Όπως όλα τα ανακτορικά κέντρα επομένως, έτσι και αυτό της Σπάρτης θα είχε τους δικούς του γραφείς, που έγραφαν τα κείμενα των πινακίδων, των ετικετών και των σφραγισμάτων, θα διαχειριζόταν τα αγαθά της επικράτειάς του και θα είχε κοινά χαρακτηριστικά αλλά και σχέσεις με τα υπόλοιπα μεγάλα ανακτορικά κέντρα του Αιγαίου της ίδιας εποχής, ενώ θα διατηρούσε και διεθνείς επαφές εντός και εκτός του μυκηναϊκού κόσμου.

Τα δωμάτια των όπλων και του συμποσίου

Ένα μεγάλο οικοδόμημα του 14ου αιώνα π.Χ. που καταστράφηκε από πυρκαγιά ήρθε στο φως, με τουλάχιστον επτά δωμάτια, που έδωσαν σπουδαία ευρήματα. Στο «δωμάτιο των όπλων», όπως ονομάστηκε, βρέθηκαν συγκεντρωμένα χάλκινα ξίφη, εύρημα που συνδέεται με το κείμενο μιας από τις πινακίδες Γραμμικής Β γραφής όπου αναφέρονται τουλάχιστον 600 όπλα. Όπως σημειώνει η κυρία Βασιλογάμβρου στον τόμο «Αρχαιολογία – Πελοπόννησος» (εκδόσεις Μέλισσα), «βρέθηκαν, όπως είχαν τακτοποιηθεί, πιθανόν μέσα σε ξύλινο κιβώτιο, δεκαεπτά χάλκινα ξίφη με λίθινα ή ελεφαντοστέινα επίμηλα και καρφιά καλυμμένα με λεπτότατο φύλλο χρυσού, κοντό εγχειρίδιο, χάλκινες και λίθινες αιχμές βελών και χάλκινο κωνικό σκεύος άγνωστης χρήσης».
Στο μεγαλύτερο δωμάτιο είχαν απομείνει πολλά και σημαντικά ευρήματα: ένα τροχήλατο ειδώλιο ταύρου, ένας αιγυπτιακός σκαραβαίος, τρεις σφραγιδόλιθοι με παραστάσεις, χάλκινο μαχαίρι, ψήφοι από φαγεντιανή, αντικείμενα από ελεφαντόδοντο, χρυσά ελάσματα, τμήμα ενός λίθινου αγγείου για τελετουργική χρήση, ένα μεγάλο λίθινο σφυρί, ειδώλια ζώων και ακόμη ένα μεγάλο ρυτό αγγείο με μορφή κεφαλής ταύρου.
Σε άλλο δωμάτιο βρέθηκε ένα πιθάρι με απανθρακωμένους σπόρους κριθαριού, ενώ σε χαμηλότερο επίπεδο εντοπίστηκε το «δωμάτιο του συμποσίου», μία ακόμη επιβεβαίωση της σημασίας του κτιρίου, καθώς το συμπόσιο αποτελούσε για τον μυκηναϊκό πολιτισμό μια σημαντική δραστηριότητα που κατείχε κεντρική θέση στη θρησκευτική και κοινωνική ζωή και παράλληλα το μέσον των ηγεμόνων για την άσκηση πολιτικής και εξουσίας.
Πυκνό στρώμα από καμένα οστά ζώων βρισκόταν σε αυτό το δωμάτιο και ανάμεσά τους δύο μεγάλα χάλκινα αγγεία, τα οποία προφανώς περιείχαν κρασί, όπως άλλωστε δείχνουν και μερικά αγγεία σερβιρίσματος, όπως η αρύταινα και οι κύλικες για την πόση. Και τα ενδιαφέροντα δεν σταματούν εδώ, γιατί κάτω από αυτό το κτίριο εντοπίστηκε και άλλο στρώμα κατοίκησης που πηγαίνει πίσω στον 17ο-16ο αιώνα π.Χ. 

Φτερωτοί γύπες, μυκηναίοι στρατιώτες
Το ειδώλιο ταύρου των αρχών του 14ου αιώνα π, Χ. από την ανασκαφή στο ανάκτορο. Η παρουσία του είναι συχνή στα ιερά της μυκηναϊκής Ελλάδος

Θραύσματα από τοιχογραφίες, και μάλιστα σε μεγάλη ποσότητα, βρέθηκαν γύρω από ένα ακόμη κτίριο με πολλά δωμάτια, που έχει ανασκαφεί ελάχιστα. Κυρίως όμως εντοπίστηκαν σε ένα μικρό διάσελο, που κατά τον 14ο αιώνα π.Χ. χρησιμοποιήθηκε ως αποθέτης (απλούστερα, μια χωματερή) για την απόρριψη οικοδομικών υλικών και κεραμικής που προερχόταν από τις επισκευές των κτιρίων.
Η μορφή ενός μυκηναίου στρατιώτη με οδοντόφρακτο κράνος, οι περικνημίδες ενός άλλου, μια γυναίκα που παριστάνεται μέσα σε ένα οικοδόμημα διακρίνονται σε αυτά τα μικρά θραύσματα των τοιχογραφιών. Παρά την αποσπασματικότητά τους, εξάλλου, παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά της μυκηναϊκής ζωγραφικής, όπως είναι γνωστή από τα ανακτορικά κέντρα της Πελοποννήσου και της Θήβας. Φτερωτοί γρύπες, ζώα, φυτικά κοσμήματα, «βραχώδες τοπίο», σπείρες, ρόδακες, οδοντωτό είναι τα θέματά τους.
Σε «υψερεφές μέγα δώμα», όπως λέει ο Όμηρος (Οδύσσεια Ραψωδία δ’), σε πεντάψηλο παλάτι δηλαδή, ζούσε ο Μενέλαος στη Σπάρτη, όταν υποδέχθηκε τον Τηλέμαχο, που έφθασε με το άρμα του αναζητώντας πληροφορίες για τον πατέρα του τον Οδυσσέα. Και ήταν η Ωραία Ελένη πρώτη που παρατήρησε την ομοιότητά τους, αναγνωρίζοντάς τον. Θα αναγνωρίσει άραγε η αρχαιολογική έρευνα κάποιο στοιχείο που θα ταυτίσει σαφώς το μέγα δώμα του Μενελάου με το ανακτορικό κέντρο, που έρχεται στο φως στη Σπάρτη; Για πολλούς η απάντηση θεωρείται θέμα χρόνου. 

Τα σύμβολα της εξουσίας


Όπλα, υφάσματα, ένα όνομα. Τόσο λίγα αλλά απείρως σημαντικά, τα κείμενα των πινακίδων Γραμμικής Β γραφής από το μυκηναϊκό ανάκτορο της Σπάρτης αποτελούν αδιάψευστο τεκμήριο της σπουδαιότητάς του. Όταν η μεγάλη πυρκαγιά το κατέστρεψε, ό,τι βρισκόταν μέσα σε αυτό κάηκε. Μόνο με τα αρχεία του υπήρξε φιλική η φωτιά, αφού οι πήλινες πινακίδες πάνω στις οποίες ήταν καταγεγραμμένα ψήθηκαν και διασώθηκαν στον χρόνο. Μικρά κομμάτια από πηλό με χαραγμένα σύμβολα: e – pί – zota, wi – ti – mi – jo, TELA+ΡΑ, ti – jo – ko, δηλαδή επίζωστα, ίσθμια, υφαντά, Αντίοχος. Γιατί οι άνθρωποι που ζούσαν στο παλάτι από τον 14ο ως τον 12ο αιώνα π.Χ. είχαν όπλα και ασκούσαν υφαντικές δραστηριότητες, όπως συνέβαινε σε όλα τα μυκηναϊκά ανακτορικά κέντρα.
Από ένα ιδεόγραμμα ξίφους με την αιχμή προς τα κάτω συνοδεύεται η λέξη επίζωστα (από το ρήμα επιζώννυμι), που αναφέρεται σε εγχειρίδια μαχαίρια ή κοντά ξίφη. Αλλά εκείνο που εντυπωσιάζει είναι ο αριθμός τους, αφού σημειώνονται τουλάχιστον 500! Τεράστιος οπλισμός, δηλαδή, άγνωστος από άλλα αρχεία, ο οποίος ασφαλώς και θα ήταν ιδιοκτησία του ανακτόρου και του άνακτος.
Σε έναν εντελώς διαφορετικό τομέα των μυκηναϊκών δραστηριοτήτων, την κατεργασία μαλλιού και την παραγωγή πλεκτών υφασμάτων και προϊόντων υφαντουργίας, εισάγουν οι άλλες πινακίδες. Μια σύνθεση συμβόλων μάλιστα αφορά ένα υφαντό ύφασμα το οποίο αφιερωνόταν και σε ιερά, γεγονός που αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνδέεται και με τη θρησκευτική σφαίρα. Τέλος, σε άλλες πινακίδες αναφέρονται πρώτες ύλες για την παρασκευή αρωμάτων και τριποδικά αγγεία, το ιδεόγραμμα των οποίων συνοδεύεται από τη λέξη «χρυσούς».
Οι πινακίδες άλλωστε είναι εκείνες που από την αρχή της αποκρυπτογράφησής τους έδωσαν πολύτιμες πληροφορίες για τη ζωή και τη δραστηριότητα των ανθρώπων της Μυκηναϊκής Εποχής. Αρχεία καθαρά διοικητικής χρήσης, κάτι σαν λογιστικά βιβλία, απέδειξαν την ύπαρξη μιας πρωτογενούς αγροτοποιμενικής οικονομίας και παράλληλα το ανεπτυγμένο εμπόριό της. Έδειξαν δηλαδή ότι ήταν μια οικονομία που υποστηριζόταν από ισχυρή γραφειοκρατική μηχανή, με εξελιγμένη κατανομή εργασίας και μια πολυσύνθετη και αυστηρά ιεραρχημένη κοινωνική και παραγωγική δομή.
«Αν και λιγοστές και αποσπασματικά σωζόμενες, οι πρώτες πινακίδες Γραμμικής Β γραφής της Λακωνίας παρουσιάζουν ποικιλία τύπων και περιεχομένου» σημειώνει η ανασκαφέας του ανακτόρου κυρία Αδαμαντία Βασιλογάμβρου. Και προσθέτει: «Οι γραφείς είναι έμπειροι και το προϊόν της εργασίας τους ανάλογο με αυτό των συναδέλφων τους στα ανακτορικά κέντρα της Πύλου, των Μυκηνών, της Θήβας και αλλού. Τα κείμενα απηχούν εμπειρία γραφειοκρατικής οργάνωσης, δηλώνουν ένα υπόβαθρο ισχύος και δίνουν σαφή απάντηση στο ζήτημα της ύπαρξης μυκηναϊκού ανακτορικού κέντρου στην πεδιάδα της Σπάρτης».

ΤΟ ΒΗΜΑ/20.5.2012