Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Νίκου Αμμανίτη : Μεγάλη Σαρακοστή




ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ & ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
μέσα στον χρόνο

Μεγάλη Σαρακοστή
Tου Νίκου Αμμανίτη
Πέρασαν στη ζούλα χωρίς φανφάρες, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουμε, οι φετινές Απόκριες, πέρασε και η Καθαρά Δευτέρα, όπου παρά τον απαίσιο καιρό αμολήθηκαν οι καθιερωμένοι χαρταετοί και το έθιμο με τα Κούλουμα τηρήθηκε με θρησκευτική ευλάβεια, ευωδιάζοντας  κάθε γωνιά της ελληνικής επικράτειας από τα σκόρδα και τα λοιπά νηστίσιμα που η ημέρα επιβάλλει να φαγωθούν.
Και σήμερα, εν μέσω Μεγάλης Σαρακοστής, ας επιτραπεί σ’ εμάς τους παλαιούς… παλαιότερους, να αποπειραθούμε μιαν αναδρομή στο παρελθόν με λίγες πινελιές στην ατμόσφαιρα της… αμαρτωλής περιόδου, παραλείποντας τις ατομικές μεταμφιέσεις των απλών ανθρώπων, που εκ των ενόντων γίνονταν μασκαράδες ή «κουδουνάτοι», σύμφωνα με την ορολογία των συνοικισμών με μικρασιάτες πρόσφυγες. Εκεί τις μάσκες τις λέγανε «μουτσούνες» και τους χαρταετούς «τσέρκια».
Θα εστιάσω μόνον στην αστυνομική διάταξη που εκδιδόταν στην αρχή του Τριωδίου, δημοσιευόταν στις εφημερίδες και απαγόρευε γενικώς να μασκαρεύονται σε «αραπάδες» και να «κυκλοφορούν γυμνοί, βεβαμμένοι διά μελανού χρώματος…». Φαίνεται ότι οι «εν αδαμιαία περιβολή» κυκλοφορούντες είχαν μεγάλο σουξέ στο γυναικείο κοινό, του οποίου τη δημοσία αιδώ περιφρουρούσε η αστυνομία, ενδιαφερομένη. Όπως αφηγείτο μάλιστα γηραιά κυρία, κάποτε, που εμφανίστηκε σε καρναβάλι ομάδα γυμνών «ζουλού», οι κοπελούδες μόλις τους αντίκρισαν άρχισαν να φωνάζουν το τότε καθιερωμένο: «Σας γνωρίσαμε… σας γνωρίσαμε», αν και οι… βεβαμμένοι φορούσαν περούκες και χαλκάδες στη μύτη…
Πάντως, εκτός από την ψυχαγωγία που προσέφερε η… ιδιωτική πρωτοβουλία στις λαϊκές μάζες, όπως, π.χ., την αρκούδα που χόρευε ρούμπα, το αλογάκι με τον ξυπόλυτο ιππέα, το γαϊτανάκι και άλλα παρόμοια show περιφερόμενα με μπόλικο κλαρίνο και ταμπούρλο, αντίθετα, η ιθύνουσα τάξις διασκέδαζε στους χορούς που διοργάνωναν στις λαμπερές τους αίθουσες τα ελάχιστα πολυτελή ξενοδοχεία της Αθήνας. Εκεί συνέρρεε η αφρόκρεμα της πρωτεύουσας και οι χοροί αυτοί αποτελούσαν κοσμικό γεγονός…
Γέμιζαν ασφυκτικά τα σαλόνια με φράκα, «ντόμινο» και ποδήρεις έξωμες τουαλέτες οι οποίες αναδείκνυαν ωραιότερες της πανέμορφες ντάμες που συνόδευαν επώνυμοι κύριοι. Πανάκριβα γουναρικά τύλιγαν λαχταριστά γυναικεία κορμιά που κατέφθαναν με ιδιωτικές λιμουζίνες οδηγούμενες από σοφέρ με πηλίκιο και στολή. Μια ατμόσφαιρα γεμάτη «κοτιγιόν», σερπαντίνες, χαρτοπόλεμο και άφθονα φλερτ μέσα στη σαμπάνια που έρρεε...
Όλα τελείωναν την Καθαρά Δευτέρα με τα Κούλουμα και τους δρακόντειους νόμους για νηστεία και προσευχή… Σύμφωνα με μια εκδοχή του αθηναιολάτρη συγγραφέα Γρηγόρη Καμπούρογλου, τα Κούλουμα δημιουργήθηκαν ατύπως από τους… γαλατάδες των Αθηνών, οι οποίοι συγκεντρώνονταν, «συν γυναιξί και τέκνοις», την Καθαρά Δευτέρα κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός και γλεντοκοπούσαν τρώγοντας νηστίσιμα και πίνοντας «ανέρωτη ρετσίνα».
Ο Καμπούρογλου αποπειράθηκε να ετυμολογήσει τη λέξη «Κούλουμα» και κατέληξε στο συμπέρασμα πως μάλλον επρόκειτο περί παραφθοράς της λατινικής λέξεως «columnae», όπως αποκαλούσαν τότε οι ξένοι περιηγητές τους Στύλους του Ολυμπίου Διός, συνδυάζοντάς τους με την εκεί γιορτινή μάζωξη των γαλατάδων.
Περίεργη είναι επίσης η ταύτιση του χαρταετού με την Καθαρά Δευτέρα, οφειλομένη μάλλον στους επικρατούντες ανέμους του εαρινού ηλιοστασίου. Βέβαια δεν φτιάχνονται πια από τους πιτσιρικάδες όπως άλλοτε, καθώς έχουν μεσάνυχτα περί της κατασκευής των. Σήμερα είναι βιομηχανοποιημένοι, όμως σε απώτερο παρελθόν, παιδιά τότε εμείς, κόβαμε καλάμια και με μεγάλη επιδεξιότητα τα χωρίζαμε με το σουγιαδάκι μας σε λεπτές λωρίδες για τον σκελετό και με το λιγοστό αποταμιευμένο χαρτζιλίκι (διότι ο ψιλικατζής πίστωση δεν έδιδε) αγοράζαμε το κατάλληλο γυαλιστερό χαρτί σε δύο-τρία χρώματα, κλέβαμε το αλεύρι της μάνας μας από τη κουζίνα και φτιάχναμε αλευρόκολλα για να τα κολλήσουμε κι ο αετός ήταν έτοιμος να… πετάξει. Μεγάλη τέχνη απαιτούσαν τα ζύγια, που ήταν το άλφα και το ωμέγα για την… απογείωσή του, και η εκτίμηση των απαιτούμενων διαστάσεών τους γινόταν με το μάτι. Το ίδιο ίσχυε και για την ουρά, που ήταν φτιαγμένη από παλιές εφημερίδες. Κάποτε έφτανε η «ημέρα Χ» και την ώρα που η οικογένεια πασαλειβόταν με την ταραμοσαλάτα, εμείς κρατούσαμε την -περασμένη κερί- καλούμπα και ο χειροποίητος χαρταετός μας κατακτούσε τους αιθέρες…
Οι πιο μαγκιόροι, τοποθετώντας ένα ξυραφάκι στην ουρά του, καταρρίπτανε τους αετούς των αντιπάλων σε ιδιότυπες μονομαχίες. Μας κυνηγούσαν οι πολισμάνοι διότι οι χαρταετοί έμπλεκαν στα ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ και πολλές οικογένειες μαυροφορέθηκαν από ηλεκτροπληξίες… Το ίδιο απόγευμα, η καμπάνα που ηχούσε για τον εσπερινό σηματοδοτούσε την αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής που κατέληγε στο Πάσχα.
Στο άκουσμά της, πιστοί και άθρησκοι νιώθουν ασυναίσθητα το Θείον να κεντρίζει τις ψυχές τους. Όσο κι αν αγωνίζονται οι «τερμίτες» να εξαφανίσουν κάθε τι που χαρακτηρίζει το έθνος μας, την απάντηση την παίρνουν από το ανώνυμο πλήθος που κατακλύζει τέτοιες μέρες τις εκκλησιές.
Έτσι, όταν λίγες ημέρες αργότερα, στους Χαιρετισμούς, από τον μεγαλοπρεπή καθεδρικό Ναό με τους ολοφώτιστους πολυελαίους, τους ιερείς με τα χρυσά τους άμφια και τη μελωδική χορωδία που ψέλνει το «Υπερμάχω», έως το πιο ταπεινό ξωκλήσι, που φωτίζουν μερικά αγιοκέρια που καίνε μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς, ο ταπεινός παπάς, με το τριμμένο και λιγδιασμένο ράσο, το φορεμένο στην εκκλησιά και στο χωράφι, θα ψάλλει κατανυκτικά το «Άγγελος πρωτοστάτης ουρανόθεν επέμφθη, ειπείν τη Θεοτόκω το Χαίρε…», το εκκλησίασμα θα ριγήσει…

ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: