Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Νίκου Αμμανίτη : Τέτοιες μέρες, όπως τώρα...




ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ & ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
μέσα στον χρόνο

Τέτοιες μέρες, όπως τώρα...

Tου Νίκου Αμμανίτη
Τέτοιες μέρες, όπως τώρα, ήταν και τότε… H παρέα μου και εγώ βαδίζαμε προς το τέλος της εφηβείας. Ο χρόνος κυλούσε κατά τα καθιερωμένα και κανένα ανησυχητικό προάγγελμα δεν τάραζε τη μακάρια καθημερινότητά μας. Ο Μάρτης δεν έλειπε από τη Σαρακοστή, οι εκπτώσεις είχαν τελειώσει, οι εξετάσεις του πρώτου εξαμήνου στο γυμνάσιο είχαν περατωθεί και οι προβλέψεις μερικών γρουσούζηδων του κύκλου μας πως στο σχολειό θα τα «έκανα μούτι» όδευαν προς επαλήθευση.
Επιπλέον, ο βλοσυρός και τζαναμπέτης μαθηματικός με είχε γράψει στα μαύρα κατάστιχα και δεν με άφηνε να κάτσω σε χλωρό κλαρί. Πιθανόν εγώ, ο ευγενικός και λεπτεπίλεπτος στους τρόπους μαθητής, το «αγλάισμα του γυμνασίου», να είχα φερθεί ολίγον τι απρεπώς, χωρίς να παίρνω και όρκο, καθώς τα γεγονότα συνέβησαν ακριβώς ως εξής: Λόγω εποχής, σερνόταν επιδημία γρίπης. Αρρώστησα και φυσικά απουσίασα από το διαγώνισμα μαθηματικών του Φεβρουαρίου, όπερ, οσάκις ο κύριος καθηγητής με συναντούσε μου το υπενθύμιζε με αυξανομένη κάθε φορά σε θυμώδη ένταση φωνή. Οι εβδομάδες περνούσαν και, επαληθεύοντας το λαϊκό ρητό πως «μόνον βουνό με βουνό δεν σμίγει». συναντηθήκαμε αναπάντεχα, εκείνος και εγώ, στη σκάλα του γυμνασίου. Σεμνά, σεμνότατα, τον χαιρέτησα, αλλά «χωριάταρος του κερατά» εκείνος, αγνοώντας βασικούς κανόνες του savoir vivre, με κατακεραύνωσε λέγοντας οργισμένα: «Αν δεν έρθεις να δώσεις διαγώνισμα ως την Πέμπτη, θα σου βάλω άσσο…». Και εγώ, σαν έτοιμος από καιρό, απάντησα ακαριαία: «Ναι. Αλλά εάν έλθω θα μου βάλετε μηδέν…». Η άκρως ρεαλιστική απάντησή μου παρέσχε την ένδειξη στο συμβούλιο καθηγητών, που συνεδρίασε για να τιμωρηθώ, πως μεγαλώνοντας θα διέπρεπα ως δικηγόρος. Πάντως, παρά πάσα προσδοκία, ούτε δικηγόρος έγινα ούτε τιμωρήθηκα, διότι οι καθηγηταί με λυπήθηκαν και είπαν ως καλοί χριστιανοί «άστε τον να πάει στον διάολο»…
Μακρηγόρησα, αλλά ήθελα να περιγράψω επακριβώς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής. Τέτοιες μέρες ήτανε λοιπόν και τότε, όπως τώρα. Διατρέχαμε την τελευταία εβδομάδα της Αποκριάς και κανένας από την παρέα δεν έκανε νύξη για αποκριάτικο πάρτι. Βασικά, δύο ήσαν οι κυρίως συντελεστές που αποφάσιζαν και πραγματοποιούσαν μέσα στον χρόνο όλα τα πάρτι. Ο ένας ήμουν εγώ, που διέθετα μεγάλο, κατάλληλο και φιλόξενο σπίτι. Ο άλλος ήταν ο «κολλητός μας», ο πιο ευσταλής και ο πιο όμορφος νεαρούλης της γειτονιάς, προικισμένος από τη φύση με όλα τα καλά, που πρωτοστατούσε στη διοργάνωση παρεμφερών συγκεντρώσεων… Ήταν και δεινός χορευταράς και αξιοποιούσε το ταλέντο του, ειδικά στο ταγκό, βάζοντας χέρι στην ντάμα του. Είχε και αυτός ωραίο και μεγάλο σπίτι, ωραιότερο και μεγαλύτερο από το δικό μου. Όμως την πόρτα του δεν διάβηκε ποτέ κανένας μας διότι δεν το επέτρεπαν οι γονείς του, επειδή -λέει- είχανε πένθος. Πράγματι, καμιά τριανταριά χρόνια πριν, οι Τούρκοι συνέλαβαν στη Μικρά Ασία έναν θείο τους και επειδή έκτοτε ο θείος δεν έδωσε σημεία ζωής τον πενθούσαν και το σπίτι τους, μισό σχεδόν αιώνα από τότε, «λόγω πένθους» δεν άνοιγε ποτέ. Εν πάση περιπτώσει, βλέποντας την αδιαφορία τους, αποφάσισα να αναλάβω την πρωτοβουλία της διοργάνωσης, μιας και εφέτος είχα ειδικούς προσωπικούς λόγους να γίνει η συγκέντρωση. Έναν μήνα νωρίτερα, ο πατέρας μου πάντρεψε έναν εξάδελφό του με μια νόστιμη κοπέλα, σαφώς μεγαλύτερή του, ελαφρώς τραυλίζουσα, αλλά με καλή προίκα. Για να «ανθρωπευτώ» μου έραψαν ένα ωραιότατο επίσημο μπλε νουάρ κοστούμι, μου αγόρασαν από του Σουβλίδη ένα λευκό πουκάμισο και από τα λαθραία της στοάς Ορφανίδου διαλέξανε μια αμερικάνικη γραβάτα, την τελευταία λέξη της μόδας, ζωγραφισμένη με έναν χιονοδρόμο που έκανε σλάλομ σε μια πλαγιά στο Κολοράντο. Και ο πιο βραδύνους θα καταλάβαινε πως ήταν αμαρτία να διαθέτω τέτοιον εξοπλισμό και να μην υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες για να τον μοστράρω.
Έθεσα το ζήτημα στην παρέα με ωμότητα μεγαλύτερη και από τον κ. Τόμσεν, και οι ηλίθιοι μου απάντησαν πως «φέτος πάρτι δεν θα γίνει, διότι θα ξενυχτούσαν και καθώς θα τους «πλάκωνε το πάπλωμα» μετά δεν θα μπορούσαν να ξυπνήσουν και θα έχαναν το τρένο…».
Δικαιολογήθηκαν πως είχαν κανονίσει να πάνε για τα Κούλουμα εκδρομή στη Χαλκίδα. Ο κυρ-Χρήστος, ο τραμβαγέρης, τους παραχώρησε το σπίτι της πεθεράς του που είχε πεθάνει και κόντευε να γκρεμιστεί ερημωμένο. Θα κοιμόντουσαν καταγής σε υπνόσακους και την επομένη θα τρώγανε διάφορες νηστίσιμες αηδίες και θα αμολάγανε χαρταετούς. Γεμάτοι ευχαρίστηση, αραδιάζανε όλα τα «θα» που προγραμμάτιζαν να κάνουνε και η ηδονή ζωγραφίζονταν στη μούρη τους. Κατόπιν, δείχνοντας λύπηση για το άτομό μου, αφού θα έμενα χρονιάρες μέρες μονάχος στην Αθήνα, προσθέσανε: «Δεν σου είπαμε τίποτα γιατί δεν γουστάρεις την υπαίθριο ζωή και θα μας τα χαλούσες». Και η Νίτσα, που μήνες τώρα την είχα βάλει στο μάτι κι όλο μου ξεγλίστραγε, συμπλήρωσε: «Η ευκαιρία φεύγει με το τρένο…». Το κατάπια. Αλλά οφείλω να σας εξομολογηθώ πως επί τρεις ημέρες, γονυκλινής στο εικονοστάσι, προσευχόμουνα να βρικολακιάσει η πεθερά του τραμβαγέρη και να τους κάνει με τα κρεμμυδάκια.
Όσοι ξέρουν από βρικόλακες θα με καταλάβουν…
«ΤΟ ΠΑΡΟΝ»

Δεν υπάρχουν σχόλια: