Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Νίκου Αμμανίτη : Ο Ιορδάνης και η Καλλιθέα Αττικής

Η επικρατέστερη εκδοχή θέλει το όνομα της να δόθηκε από το επιφώνημα μιας αρχοντοπούλας , οποία καθισμένη στην Ακρόπολη εβλεπε την περιοχή και αναφώνησε «Ω! τι καλλίστη θέα»! Η αρχική φωτογραφία ελήφθη λίγο μετά την μικρασιατική καταστροφή και απεικονίζει τμήμα της Θησέως (Ελευθερίου Βενιζέλου) πριν να ασφαλτοστρωθεί.



Νίκου Αμμανίτη  
Ο Ιορδάνης και η Καλλιθέα Αττικής

ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ & ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
μέσα στον χρόνο

Αξέχαστα χρόνια
Tου Νίκου Αμμανίτη
Παλαιός Καλλιθεάτης και, κατά δήλωσή του, τακτικός αναγνώστης της στήλης, διαβάζοντας την περασμένη Κυριακή (σημ. Βλέπε πιο κάτω σχετικά) για τον Ιορδάνη, το τότε αστέρι της περιοχής, αισθάνθηκε να γυρίζει πολλές δεκαετίες πίσω στην αγαπημένη του Καλλιθέα, όπου γεννήθηκε, ανδρώθηκε και έκανε οικογένεια με το κορίτσι της «διπλανής πόρτας», μιαν οικογένεια που μακροημέρευσε χωρίς να τη φθείρει ο «πανδαμάτωρ χρόνος» έως την ημέρα που ο θάνατος έγραψε «Τέλος».
Και τώρα, έρημος, βαρύς και μόνος, απιθωμένος σε κάποιον «οίκο ευγηρίας», αλωνίζει με τη σκέψη του σαν γιατροσόφι το παρελθόν, για να ξεχνάει την τωρινή του σκληρή πραγματικότητα… Μας πήρε στο τηλέφωνο. Μετά την εξιστόρηση, εν τάχει, του «βιογραφικού του», βαθιά συγκινημένος, ίσως και δακρυσμένος, μας παρακάλεσε να περιγράψουμε την Καλλιθέα των νεανικών μας χρόνων, ώστε διαβάζοντάς τα «τα παιδιά και τα εγγόνια μας» να σχηματίσουν μιαν ιδέα πως ήταν «ο παράδεισος που ζήσαμε» και να πάψουν να μας παίρνουν στο ψιλό με τους μοντερνισμούς τους. Εκφράσαμε τις αντιρρήσεις μας προβάλλοντας ένα κάρο δυσκολίες. Εξοργίστηκε και με μια ακατάσχετη λογοδιάρροια γεμάτη σαρδάμ μας περιέλουσε με ένα κοκτέιλ ανάμικτο παρακλήσεις και κατάρες… Επειδή, κατά βάση, είμαστε καλοί άνθρωποι, αποφασίσαμε να του κάνουμε το χατίρι ανασύροντας ό,τι ξεθωριασμένο απόμεινε στη μνήμη μας.
Θυμάμαι… Θυμάμαι μια γεμάτη ζωντάνια πόλη, με τα μονώροφα μικροαστικά της σπίτια, με έναν λουλουδιασμένο κήπο, ενώ στο πίσω μέρος της αυλής έτρεφαν μερικές κοτούλες για το φρέσκο αβγουλάκι του παιδιού. Θυμάμαι τον πατέρα τα ζεστά καλοκαιρινά απογεύματα, φορώντας ένα αθλητικό φανελάκι κι ένα «ντρίλινο» ξεφτισμένο παντελόνι, με πόση σοβαρότητα πότιζε το «δειλινό», που μόλις είχαν ανοίξει τα κίτρινα χωνάκια του. Ήταν η ώρα που κάτι φρύνοι και διάφορα άλλα βατραχάκια εμφανίζονταν από «το πουθενά» για να τσαλαβουτήσουν στα νερά του ποτίσματος. Θυμάμαι και τις λίγες διώροφες κατοικίες, συνήθως νεοκλασικού στυλ, που μαζί με τα ελάχιστα διάσπαρτα «αρχοντικά», όπως, π.χ., η οικία Λασκαρίδου, που αργότερα έγινε εμπορική σχολή, στολίζανε την Καλλιθέα. Θυμάμαι το μεγαλόπρεπο κτίριο του σκοπευτηρίου, που χτίστηκε για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896, ένα κόσμημα που κάποιος τεχνοκράτης το… «αξιοποίησε» σαν… φυλακή, απ' όπου πολλοί πήραν τον δρόμο για το εκτελεστικό απόσπασμα. 


Θυμάμαι και τον συνοικισμό πλάι στο σκοπευτήριο, την… «Κάμπα», έναν λαβύρινθο με αυτοσχέδια παραγκάκια, ακουμπισμένα το ένα πάνω στ' άλλο, με αδιάβατα δρομάκια, απ' όπου ξεχύνονταν μυρωδιές από «μαντί, βερένικα, πισίες και χουσάφι», παραδοσιακά εδέσματα του αξέχαστου Πόντου. Στις παρυφές του συνοικισμού αυτού στήθηκαν οι πρώτοι πάγκοι μιας ιδιότυπης αγοράς, που εξελίχθηκε στη μεγάλη αγορά της Καλλιθέας. Στην άκρη της υπήρχε το μικρό ξύλινο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, όπου σήμερα προβάλλει ο μεγάλος φερώνυμος ναός. Θυμάμαι και το ξωκλήσι της Αγίας Ελεούσας και το περίφημο ξενοδοχείο σύντομης διαμονής «Ο Βύρων» με τα βρώμικα σεντόνια σ' εκείνη την έρημη περιοχή. Θυμάμαι τους δύο μεγάλους χειμερινούς και θερινούς κινηματογράφους, το «Ετουάλ» στην καρδιά της πόλης, με το στραγαλατζίδικο του Τάσου δίπλα, και το «Κρυστάλ» στου Χαροκόπου. Θυμάμαι ακόμα το συμπαθητικό θερινό σινεμά «Απόλλωνα», στην οδό Αριστείδου, όπου οι Καλλιθεάτες ευτύχησαν να γνωρίσουν «ζωντανά» τον μεγάλο Αττίκ σε μια παράσταση βαριετέ, λίγο καιρό πριν πεθάνει ξυλοδαρμένος από γερμανό φαντάρο. Θυμάμαι και το χτίσιμο της «Μαργαρίτας», του κινηματογράφου που ορθώθηκε ανταγωνιστικά στην πλάτη του «Ετουάλ». Και μιας και βρισκόμαστε στην ίδια γειτονιά θα επισκεφτούμε τη βιοτεχνία αναψυκτικών «Ανάψυξις», με το περίεργο βαν φορτηγάκι και τον καμπουριασμένο οδηγό του, τον αείμνηστο Χάλαρη. Θυμάμαι και το κτίριο των «λουτρών», το χαμάμ στην οδό Ανδρομάχης. Κρατώντας τα μπογαλάκια τους οι Καλλιθεάτες, με τις πετσέτες, τα καθαρά εσώρουχα για «αλλαξιά» και το κολατσιό, πήγαιναν στο χαμάμ να ξεγαριάσουν. Δεν ήταν απλή υπόθεση και κρατούσε ώρες το λουτρό, που γινόταν μέσα σε ατμούς μιας ανυπόφορης ζέστης… Έπρεπε να ιδρώσεις, να καθαριστείς και ύστερα από ώρα να επανέλθεις στη φυσιολογική σου θερμοκρασία. Θυμάμαι το εργοστάσιο της «Ελβιέλα», που έφτιαχνε άσπρα πάνινα παπούτσια που φορούσαν όλα σχεδόν τα Ελληνόπουλα, εκτός εκείνων φυσικά που κυκλοφορούσανε… ξυπόλυτα. Θυμάμαι το κουρείο του Τζώρτζη στην πρόσοψη της στοάς Καραντινού και σύμπασα τη «γραφειοκρατική» επικράτεια εντός της στοάς, δηλαδή τα δικηγορικά γραφεία, συμβολαιογραφεία, φοροτέχνες και άλλα… Θυμάμαι την κλινική Σκανδαλάκη και πόσους έσωσε ο υπέροχος γιατρός, ο Σκανδαλάκης, θυμάμαι και το πρώτο ΙΚΑ στην οδό Σκρα αλλά και τους διάφορους φαναρτζήδες, μπαλωματήδες, και μικροεπαγγελματίες εγκατεστημένους στα πέριξ. Θυμάμαι τα ζαχαροπλαστεία του Δώριζα, του Κελέφα, του Νταβατζίκου, που αποτελούσαν «στέκια», αλλά και τον ψιλικατζή Κανέτη, που πουλούσε τα «μολυβένια στρατιωτάκια». Θυμάμαι τον φούρνο του Γλυκού και το «ντου» που του έκαναν στην Κατοχή, αλλά και του Κυριακίδη με τα αξέχαστα πεϊνιρλί του. Θυμάμαι την οδό Σιβιτανίδου, που τα καλοκαιρινά βράδια μεταμορφωνόταν σε «νυφοπάζαρο», και τις νοικοκυρές, που μόλις νύχτωνε το καλοκαίρι βγάζανε καθίσματα στον δρόμο, μαζεύονταν γειτόνισσες κι άρχιζε το κουτσομπολιό. Απρόσκλητος  κατέφθανε στην παρέα κι ο ινστρούχτορας…
3.6.2016


ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ & ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
μέσα στον χρόνο

Ο Ιορδάνης και η Καλλιθέα
Tου Νίκου Αμμανίτη
Η Καλλιθέα υπήρξε κάποτε ο μεγαλύτερος δήμος της περιοχής της πρωτεύουσας, τόσο πληθυσμιακά όσο και σαν έκταση, αφού συνόρευε προς Βορράν με τον Δήμο Αθηναίων και προς Νότον με τη θάλασσα, όπου ήταν εγκατεστημένος ο Αερολιμήν Αθηνών, με τα υδροπλάνα του που εκτελούσαν συγκοινωνία, μαζί με το εργοστάσιο συντήρησης των αεροσκαφών. Πλάι τους, η παραλία με την πλούσια αμμουδιά, όπου, κατά σύσταση των ιατρών, κάνανε αμμόλουτρα τα καλοκαιρινά μεσημέρια όσοι υπέφεραν από ρευματικά, κυρίως γέροι και γριές.
Οι σημερινοί πολυάνθρωποι δήμοι που περιβάλλουν την πρωτεύουσα και έχουν γίνει ουσιαστικά πόλεις-δορυφόροι της Αθήνας κάποτε ήσαν ασήμαντες αραιοκατοικημένες γειτονιές, που γιγαντώθηκαν μετά το 1950 με το σύστημα «οικόπεδα με μια πεντάρα στου Κωνσταντάρα…». 
Η Καλλιθέα υπήρξε, από γεννησιμιού της, μια εργατική και προσφυγική περιοχή. Μεγάλα εργοστάσια, όπως η Πειραϊκή Πατραϊκή, η Ελβιέλα, ο Μενούνος και άλλα, που λειτουργούσαν με δύο και τρεις βάρδιες το 24ωρο, έδιναν ζωή στην πόλη, καθώς απασχολούσαν πολυάνθρωπο προσωπικό και τις ώρες αλλαγής της βάρδιας γέμιζαν οι δρόμοι από εργαζομένους που πήγαιναν να πιάσουν δουλειά αντικαθιστώντας εκείνους που σχολούσαν. Ο μεγάλος αριθμός των κατοίκων της οφείλετο στους έλληνες πρόσφυγες, που, ξεριζωμένοι κυρίως από το μαχαίρι των Τούρκων, εγκαταλείπανε τις προγονικές τους εστίες, όπου κατοικούσαν επί χιλιάδες χρόνια οι πρόγονοί τους, και καταφεύγανε στη μητέρα πατρίδα για να σωθούν. Άχτιστη ήταν τότε η Καλλιθέα. Το κράτος, μέσα στην αναμπουμπούλα, βρήκε έτοιμους χώρους όπου έκτισε διώροφες κατοικίες τεσσάρων διαμερισμάτων, όπου στέγασε τους πρόσφυγες συγκροτώντας συνοικισμούς. Τέτοιοι συνοικισμοί, όπως, π.χ., οι Αργοναύτες-Κομνηνοί, δημιουργήθηκαν σε πολλά μέρη του δήμου. Καθώς το κύμα των προσφύγων συνεχώς συνεχιζόταν, εμπλουτιζόμενο πότε με πρόσφυγες από τη Σοβιετική Ένωση, απ' όπου οι Μπολσεβίκοι έδιωχναν Έλληνες του Πόντου και κυρίως της Οδησσού, πότε άλλους εκ Ρουμανίας και πότε με… «γκιαούρηδες» διάσπαρτους στη Μικρά Ασία, το κόστος για την περίθαλψη και τη στέγαση όλης αυτής της κατατρεγμένης ανθρωποθάλασσας αποτελούσε μόνιμο οξύ πρόβλημα όλων των ελληνικών κυβερνήσεων. Έτσι, λόγω ανάγκης, προκειμένου να στεγασθούν οι διωγμένοι, δημιουργήθηκαν, όπως όπως, και οικισμοί με παράγκες, δομημένες εκ των ενόντων με ξύλα, τενεκέδες και πισσόχαρτο αντί για κεραμίδια στη στέγη, χωρίς σχέδιο, παράγκες «ακουμπισμένες» η μια πάνω στην άλλη, σαν να αποτελούσαν ένα ενιαίο και συμπαγές σύνολο. Ο ρεαλιστής και φιλοπαίγμων λαός «βάφτισε» όλους αυτούς τους αδιάβατους συνοικισμούς Κάσμπα, παρατσούκλι δανεισμένο από ανάλογες γειτονιές του… Μαρόκου, που έβλεπε στα περιπετειώδη έργα του σινεμά. Τα κουκλίστικα αυτά σπιτάκια του ενός και μοναδικού δωματίου, το οποίο ήταν ταυτόχρονα κρεβατοκάμαρα, κουζίνα και χώρος υποδοχής, ήσαν πεντακάθαρα, με ασβεστωμένη καθημερινά την πρόσοψη, με έναν κατιφέ ή ένα κόκκινο γεράνι σε έναν γκαζοτενεκέ πλάι στην πόρτα για να τη στολίζει. Στο λιλιπούτειο παράθυρο κρέμονταν κεντητά κουρτινάκια, ενώ το ίδιο κεντητά καλύμματα σκέπαζαν τα κρεβάτια και τα λιγοστά έπιπλα, δίνοντας την αίσθηση πως στο «σπίτι μου σπιτάκι μου» κατοικούσαν φτωχοί μεν, αλλά πολιτισμένοι άνθρωποι. Κάθε Σάββατο βράδυ, στη μικρή την κουζινούλα, άναβαν την γκαζιέρα, ζέσταιναν νερό και λούζονταν ή μπανιαρίζονταν τα κορίτσια του σπιτιού, η Δόμνα, η Σουμέλα κι η Παρθένα, οι κοπελιές που μεγάλωναν σύμφωνα με τα ήθη και τα έθιμα της χαμένης αλλά αξέχαστης πατρίδας. Μάθαιναν να μπαλώνουν, να κεντούν και να μαγειρεύουν κλασικές ποντιακές νοστιμιές. Στην Καλλιθέα αυτή, των σκάρτα ογδόντα χιλιάδων κατοίκων, όπου κυριαρχούσε η φτώχεια, ζούσε, βασίλευε και… περιφερότανε ο Ιορδάνης. Δεν πρέπει να υπήρξε Καλλιθεάτης που δεν ήταν πελάτης του και δεν γεύτηκε πότε τις ζεστές και αλμυρούτσικες εύγεστες τυρόπιτες και πότε σάμαλι περιχυμένο με γνήσιο μέλι, χωρίς να εξαιρέσουμε και τα σουβλάκια από αρνίσιο κρέας, που ψήνοντάς τα αραιά και πού το βράδυ ξύπναγε τη λαιμαργία των κατοίκων της γειτονιάς. Εκεί που ήταν όμως πραγματικά άφθαστος ήταν το απίθανο παγωτό κρέμα και φράουλα, που έφτιαχνε ανάλογα με την εποχή. Το πουλούσε χύμα σε χωνάκι ή σε σάντουιτς με βάφλα. Ήταν το πιο νόστιμο παγωτό που φτιάχτηκε ποτέ στην Ελλάδα. Εκτός από τα τερψιλαρύγγιά του ήταν και ένας «μικρός περιφερόμενος ΟΠΑΠ», καθώς ήταν εξοπλισμένος με μια σακούλα με αριθμούς για να παίζει λοταρία με τους θαμώνες των καφενείων. Το έπαθλο για τον τυχερό ήταν συνήθως μια υπερμεγέθης «ζωντανή» τσιπούρα, που την έβγαζε στον κλήρο. Αγορασμένη αξημέρωτα από τους ψαράδες που πουλούσαν την ψαριά τους στον Φλοίσβο του Παλαιού Φαλήρου, τσοντάριζε στο μεροκάματο.
Πασίγνωστος ήταν ο Ιορδάνης, που έσερνε το τροχοφόρο μαγαζί του και την άραζε όπου υπήρχε σχετική πολυκοσμία. Μόνο έξω από τους σινεμάδες δεν πήγαινε για να μη διαταράζει την εκεί αποκλειστικότητα των στραγαλατζήδων. Με το άσπρο του λινό σακάκι πάντα καλοσιδερωμένο και καθαρό, πάντα ξυρισμένος και ευπρεπής, φάνταζε άρχοντας. Ό,τι πουλούσε ήταν φτιαγμένο σπίτι τους από εκείνον και τη γυναίκα του, πάντα με αγνά υλικά και κυρίως πεντακάθαρα. Ουδέποτε ακούστηκε πως κάποιος δηλητηριάστηκε τρώγοντας κάτι αγορασμένο από τον Ιορδάνη.
Όσοι Καλλιθεάτες της ειδυλλιακής εκείνης εποχής ζουν ακόμη, τον θυμούνται πάντα…
28.02.2016
ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: