Translate -TRANSLATE -

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Η συμβολή της Τέχνης στο έπος του ’40


 

Της Κατερίνας Δεμέτη

Για τις εικαστικές τέχνες, της επιφάνειας (σχέδιο, ζωγραφική, χαρακτική, λιθογραφία, γελοιογραφία) και του χώρου (γλυπτική, ανάγλυφο), που έδωσαν το παρόν, στην εξάμηνη σύγκρουση, που άνοιξε στις 28 Οκτωβρίου 1940 κι έκλεισε οριστικά στις 27 Απριλίου 1941, και που κατέληξε σε θρίαμβο και εποποιία του ελληνικού λαού, έχουν γραφτεί πολλά.

Εμείς σήμερα, επειδή πιστεύουμε ότι η απαξίωση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, έχει ανάγκη από τέτοιες υπενθυμίσεις, που φέρνουν στο προσκήνιο ανθρώπους που η καλλιτεχνική τους ιδιότητα δε συνοδεύεται μόνο από επιτυχημένες «ατομικές» εκθέσεις, αλλά από αξιοποίηση του ταλέντου και των γνώσεων προς όφελος της πατρίδας μας, θ’ ασχοληθούμε με τις πρώτες.

Βοηθοί μας: το εξαιρετικό ένθετο της εφημερίδας Η Καθημερινή, Επτά Ημέρες, Κυριακή 26 Οκτωβρίου 1997, Αφιέρωμα: Εικαστικά και Έπος του ’40 (επιμέλεια αφιερώματος Κωστής Λιόντης) και το λεύκωμα «Το έπος του ’40-Λαϊκή Εικονογραφία», Αθήνα 1987, το οποίο κυκλοφόρησε ως αναμνηστικό για την έκθεση «Η λαϊκή λιθογραφία του ’40», που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1980 στο χώρο της αίθουσας των Συνεδριάσεων της Παλαιάς Βουλής, από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, ως συμβολή στον εορτασμό των σαράντα χρόνων από τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, με τη φροντίδα της τότε επιμελήτριας του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, κυρίας Μαρίας Λαδά-Μινώτου.


Είναι πράγματι εντυπωσιακός ο αριθμός των εικαστικών, που είτε υπηρετώντας ως μάχιμοι, όπως ο Αλέξανδρος Αλεξανδράκης (1913-1968) ή με την επίσημη ιδιότητα του πολεμικού ζωγράφου, όπως ο Ουμβέρτος Αργυρός (1882-1963) και ο Γιώργος Προκοπίου (1876-1940), είτε μέσα από το εργαστήρι χαρακτικής του Γιάννη Κεφαλληνού, στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ), είτε μέσα από τα σκίτσα και τις γελοιογραφίες στις εφημερίδες της εποχής, θα επιστρατευτεί για ν’ αποτυπώσει, με κάθε πρόσφορο εικαστικό μέσο το έπος του ’40.

Αλλά και άλλοι εικαστικοί, εμπνευσμένοι από τον αγώνα για την πατρίδα, θα φιλοτεχνήσουν μεμονωμένα έργα όπως οι: Γιώργος Γουναρόπουλος (1889-1977), Περικλής Βυζάντιος (1893-1972), Βάσος Γερμενής (1896-1966), Αλέκος Κοντόπουλος (1905-1979), Κώστας Κουτσουρής (1913-1991) και οι γλύπτες Γιάννης Κανακάκης (1903-1978), Αθανάσιος Λημναίος (1908-1977), Φίλιππος Μάκοτσης (1910) και Νικόλας [Παυλόπουλος] (1909-1990). Παράλληλα μια σειρά άλλων ζωγράφων όπως οι Φρίξος Αριστεύς (1879-1951), Έκτωρ Δούκας (1885-1969), Νίκος Καστανάκης (1896-1961), Νικόλαος Νείρος (1905-1979), Νικόλαος Πασχαλίδης (1906), επιδόθηκαν σε συνθέσεις με πολεμική θεματογραφία, οι οποίες σχεδιάζονταν προκειμένου να τυπωθούν λιθογραφικά στο σχήμα της αφίσας για συγκεκριμένους εκδοτικούς οίκους σε χιλιάδες αντίτυπα.


Εκδότες που κυκλοφόρησαν λαϊκές εικόνες του ’40 είναι ο Απόλλων Παπαδημητρίου - εκδόσεις Άγκυρα, οι Αλέξανδρος και Ευάγγελος Παπαδημητρίου - εκδόσεις Αστήρ, ο Μίχος Σαλίβερος με τον ομώνυμο εκδοτικό οίκο, ο Δημήτριος Δημητράκος, ο Γεώργιος Παπαδημητρίου, η Λιθο-Καλφο και οι Έκτωρ Δούκας και Λώρης Μελετόπουλος. Τα τυπογραφεία στα οποία έγιναν οι εκτυπώσεις ήταν κυρίως του Κ. Π. Καρύδη, του Β. Παπαχρυσάνθου, του Πεχλιβανίδη και η Ην(ωμένη) Χαρτοβ(ιομηχανία) Αθανασούλα.

Οι λιθογραφημένες εικόνες, κυριολεκτικά «εικονογραφημένες ειδήσεις», παράγονταν με ταχύτατο ρυθμό η μια μετά την άλλη, αγωνιώντας ο κάθε εκδοτικός οίκος να προλάβει τα νέα για τα πολεμικά γεγονότα και να υπερκεράσει τον άλλο. Πριν καλά -καλά στεγνώσουν τα λιθογραφικά μελάνια από τα πιεστήρια, οι εκδότες τις έβγαζαν στους αθηναϊκούς δρόμους και τις πουλούσαν σε μεγάλο αριθμό αντί ευτελεστάτου τιμήματος (4-6 δρχ. καθεμιά), ενώ τις διοχέτευαν επίσης σε πόλεις και χωριά της Ελλάδας, όπου έμπαιναν πρώτα στο κεντρικό καφενείο ή εδωδιμοπωλείο και μετά στα σπίτια. Όλες διακρίνονταν για τη δραματοποιημένη αφηγηματική πλοκή τους, που την υποστήριζαν οι κάποτε μακρόσυρτοι τίτλοι.

Η Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών προκήρυξε διαγωνισμό μεταξύ των σπουδαστών με αντικείμενο τη φιλοτέχνηση θεμάτων με βάση συνθήματα που υπέδειξε η κυβέρνηση. Τα έργα που προκρίθηκαν τυπώθηκαν σε λιθογραφίες, που διατέθηκαν στο κοινό και στους κρατικούς οργανισμούς σαν συμμετοχή της Σχολής στην αφύπνιση του εθνικού φρονήματος.

Στο Εργαστήριο του Κεφαλληνού έπνεε ένας αέρας δημοκρατικής ελευθερίας. Οι άγνωστοι τότε σπουδαστές, γνωστοί σήμερα καλλιτέχνες, ανέλαβαν να φιλοτεχνήσουν τις προπαγανδιστικές αφίσες για τον αγώνα ενάντια στους Ιταλούς. Η ξυλογραφία και το λινόλεουμ προσφέρονταν περισσότερο για το σκοπό αυτό. Οι αφίσες που επελέγησαν ήταν «Οι Ηρωίδες του 1940» του Κώστα Γραμματόπουλου, «Η Γυναίκα που πλέκει», της Βάσως Κατράκη και «Ο Τσολιάς», του Τάσου Αλεβίζου, που αργότερα έγινε ευρύτατα γνωστός ως ο χαράκτης Τάσος, που παριστάνει έναν φουστανελά να δείχνει με το δάχτυλό του τον περαστικό διαβάτη και να τον ρωτά «Έδωσες εσύ;».

Ο Κεφαλληνός όμως είχε και ένα δεύτερο στόχο: δουλεύοντας οι σπουδαστές, ήθελε να τους κρατήσει μακριά από τις πολεμικές επιχειρήσεις.


Η ΑΣΚΤ ανταποκρίθηκε ενεργά, ακόμα και στο γενικό σάλπισμα για οικονομική συνεισφορά: Όταν το κράτος έθεσε σε κυκλοφορία για την περίθαλψη των οικογενειών των στρατευμένων και για τις ανάγκες του πολέμου το Μεγάλο Πολεμικό Λαχείο, το Λαχείο Υπέρ του Στόλου και το Εθνικό Λαχείο, η ΑΣΚΤ συνέδραμε με την προσφορά του 1/30 του μισθού των καθηγητών πριν ακόμα αυτό ζητηθεί με επίσημη εγκύκλιο από την κυβέρνηση.

Αλλά επιστρατευμένοι στον πόλεμο κατά των Ιταλών θα βρεθούν και οι σκιτσογράφοι στις εφημερίδες της εποχής. Απ’ την έναρξη του πολέμου και μέχρι την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα, η ελληνική γελοιογραφία θα φτάσει στην ύψιστη ακμή της. Οι επιφανείς σκιτσογράφοι της εποχής: Φ. Δημητριάδης, Γ. Γκειβέλης, Στ. Πολενάκης, Αν. Βλασσόπουλος, Σοφοκλής Αντωνιάδης, Αν. Βώττης, Παυλ. Παυλίδης, Κ. Μπέζος, Ν. Καστανάκης, Μιχ. Νικολινάκος, τα «πρώτα πενάκια» της χώρας, «διασκέδαζαν» καθημερινά τον άμαχο πληθυσμό, με τα κατορθώματα των στρατιωτών μας.

Αξίζει όμως να σταθούμε και σε κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις όπως ο Γεώργιος Προκοπίου (1876-1940), πατέρας του γνωστού τεχνοκρίτη Άγγελου Προκοπίου, που αφού κίνησε γη και ουρανό για να τον αφήσουν να πάει στο μέτωπο, άφησε την τελευταία του πνοή στο Αργυρόκαστρο. Μέχρι και στον Πρωθυπουργό τον ίδιο έγραψε στις 18 Νοεμβρίου 1940:

«Σεβαστέ μου κ. Πρόεδρε, Τα δύο παιδιά μου είναι στρατιώτες εις τον ιερόν αγώνα της Πατρίδας μας… Εγώ αισθάνομαι ντροπή να μένω εδώ, τη στιγμή που τα παιδιά της Ελλάδος γράφουν με το αίμα των τέτοιες αφθάστου ηρωισμού εποποιίες. … Γι’ αυτό λοιπόν παρακαλώ να διατάξητε να μου επιτραπή να πάω κι εγώ στο μέτωπο για να αποθανατίσω με τον χρωστήρα μου και τον ενθουσιασμό μου κάτι από την ηρωική εποποιία που γράφεται εκεί ψηλά στα δοξασμένα και αιματόβρεκτα βουνά της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Είχα την ευτυχία να παρακολουθήσω από το 1912 τους εθνικούς μας αγώνας ως πολεμικός ζωγράφος και να βάλω με την Τέχνη μου και το χρωστήρα μου και εγώ μια πετρίτσα στο προαιώνιο οικοδόμημα της Ελλάδος. Μη μου αρνηθήτε, κ. Πρόεδρε, αυτήν την ευτυχία και τώρα.»!

 Ενώ ο Ουμβέρτος Αργυρός, (1882-1963), στο βιογραφικό του κείμενο που κατέθεσε στο φάκελο υποψηφιότητάς του για εκλογή Μέλους της Ακαδημίας Αθηνών, γράφει:

«Κατά τον Ελληνοαλβανικόν πόλεμον, επιφορτισθείς υπό της Κυβερνήσεως και του Γενικού Επιτελείου Στρατού, απεικόνισα το ελληνικόν έπος από Μπόγραδετς μέχρι Καλαμά εις 32 πίνακας. Η συλλογή αύτη, μοναδική του Ελληνοαλβανικού Πολέμου, ευρίσκεται υπό την κατοχήν του Ελληνικού Επιτελείου Στρατού, προοριζομένη αργότερον δια το Πολεμικόν Μουσείον Αθηνών. Δια την σειράν αυτήν, η οποία είναι ανηρτημένη εις την μεγάλην αίθουσαν των τροπαίων των παλιών ανακτόρων, η Ακαδημία Αθηνών με ετίμησε δια της απονομής του Αριστείου Γραμμάτων και Τεχνών, το οποίον υπερηφάνως φέρω».

Αλλά η πιο αυθεντική και αξιόπιστη εικαστική μαρτυρία για τον πόλεμο του ’40-’41, είναι το Λεύκωμα του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη (1913-1968): «Έτσι πολεμούσαμε, 1940-1941», Αθήνα 1968, με 80 σκίτσα και 22 πίνακες, για το οποίο πήρε μεταθανάτια το Α΄ βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Ο Αλεξανδράκης, γράφει στον πρόλογο του Λευκώματος τον Ιανουάριο του 1968: «Στην τέχνη μου με απασχόλησαν πολλά. Οι εικόνες όμως του μετώπου και της υπεράνθρωπης προσπάθειάς μας στον συντριπτικά άνισο αγώνα έρχονται και ξανάρχονται στη ζωγραφική μου σαν ανεξόφλητο χρέος. Τα σχέδια αυτά καθώς και τους πίνακες που ζωγράφισα αργότερα, παρουσιάζω σήμερα συγκεντρωμένα σαν μια ακόμα μαρτυρία των όσων ζήσαμε εκεί απάνω». Στις 13 Σεπτεμβρίου 1968 ήρθε το πρόωρο τέλος του ζωγράφου σε ηλικία 55 χρονών.
Απ’ όλα τα παραπάνω γίνεται ξεκάθαρο ότι, η ελληνική τέχνη, επιστρατευμένη στο μέτωπο ή στα μετόπισθεν, δεν απεικόνισε απλά με χρώματα και δεν παρέδωσε στην αιωνιότητα, από την πρώτη στιγμή παραστατικά την πολεμική ορμή και το μεγαλείο της νίκης των Ελλήνων, αλλά κυρίως έδωσε το παράδειγμα σε όλους τους κατοπινούς, ότι οι στιγμές του ΕΜΕΙΣ είναι φωτεινά σύμβολα, γι’ αυτό και σε καιρούς, που προβάλλεται αποκλειστικά και μόνον το ΕΓΩ, πρέπει να γίνεται με κάθε τρόπο, ακόμα και μέσα από τις ηλεκτρονικές σελίδες ενός φίλα στα εικαστικά δρώμενα ιστολογίου, τον Οκτώβρη του 2009, εξήντα εννιά χρόνια μετά το έπος του ’40, ορατή.

ΛΕΖΑΝΤΕΣ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ
1. Α. Τάσσος, Έδωσες εσύ;
2. Αλέξανδρος Αλεξανδράκης, Ξαφνικά μέσα στη νύχτα, λάδι
3. Βάσω Κατράκη, Γυναίκα που πλέκει
4. Γεώργιος Προκοπίου, Πολεμική σκηνή, λάδι σε μουσαμά
5. Κώστα Γραμματόπουλου, οι ηρωίδες του 1940
6. Ο πατριωτισμός των Ηπειρωτών
7. Ουμβέρτος Αργυρός, Πορεία προς το Αλβανικό Μέτωπο.
http://www.parathemata.com/2009/10/40.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: