Translate -TRANSLATE -

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2016

Aμάντας Μιχαλόπουλου : Οι παλαιοί των ημερών




Οι παλαιοί των ημερών
Tης Aμάντας Μιχαλόπουλου
Μετά τα σαράντα έχεις δύο τρόπους να συμφιλιωθείς με το παρελθόν: ή το εξιδανικεύεις ή το θυσιάζεις στο μέλλον. Συνήθως κάνεις και τα δύο: με αβέβαια βήματα προχωράς μπροστά ρίχνοντας κλεφτές ματιές προς τα πίσω. Σερφάρεις στο Δίκτυο, αλλά αφήνεις χειρόγραφα Post It στο τραπέζι του χολ. Κι αν το παρακάνεις με σημειώσεις στο χαρτί, ξυπνάει ο κάλος στον παράμεσο, τρανή απόδειξη ότι έζησες σε άλλη εποχή. Ο φετιχιστικός χαρακτήρας της γραφής (χειρόγραφα, άντε και δαχτυλόγραφα) είχε εμπνεύσει έναν αληθινό πόλεμο στη δεκαετία του ενενήντα, όταν επεκτάθηκε η δημοκρατία του οικιακού κομπιούτερ, αλλά δεν έχει αντικείμενο σήμερα. Έτσι η ιστορία της γραφομηχανής του Ντάρεν Γουέσλερ Χένρι, καθηγητή επικοινωνίας στο Οντάριο, ίσως να έχει νόημα για τα παιδιά και τα εγγόνια μας που θα βλέπουν γραφομηχανές στα μουσεία. Για μας, όμως; Τι γίνεται όταν η ιστορία ξυπνάει πολύ ιδιωτικές αναμνήσεις;
Προσωπικά, όταν γίνεται λόγος για γραφομηχανές θυμάμαι πάντα τις κόκκινες και μουσταρδί γραφομηχανές που εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς από τα δημοσιογραφικά γραφεία όταν έκλεισαν οι «24 Ωρες» και το κεφάλαιο Κοσκωτά. Οι γραφομηχανές εκείνες έκλειναν σαν βαλιτσάκι και ήταν η μόνη εκδίκηση που μπορούσε να πάρει ο εργαζόμενος από το σύστημα. Με εξαπάτησες, άρα παίρνω το βαλιτσάκι μου και φεύγω. Η μαύρη πλαστική θήκη έκρυβε τη δημοσιογραφική μας σκευή, την πρόθεσή μας να γράψουμε.
Αργότερα, όταν η ζωή μπήκε σε τάξη και τοποθετήθηκαν στα γραφεία τα πρώτα pc, η πλειοψηφία τα αντιμετώπισε σαν οθόνες τηλεόρασης διακοσμώντας τα με φωτογραφίες και αποξηραμένα λουλούδια. Το παιχνίδι παιζόταν πιο κάτω, στο αναγνωρίσιμο πληκτρολόγιο.
Τότε ξεκίνησε και μια χαρακτηριστική νεοελληνική σύρραξη στον κόσμο των διανοούμενων: όσοι συνέχισαν να γράφουν στη γραφομηχανή ή να παραδίδουν χειρόγραφο ήταν πιο «σοβαροί», όσοι εναγκαλίστηκαν τις νέες τεχνολογίες θεωρήθηκαν σ’ εκείνα τα πρώτα χρόνια της δυσπιστίας, ούτε λίγο ούτε πολύ, «πουλημένοι». Πίσω από αυτή την άποψη διαφαινόταν η ρομαντική αντίληψη περί χειρωναξίας. Η αλλαγή χαρτιού, η ψυχική ορμή που χρειαζόταν για το χτύπημα των πλήκτρων. Σκουρόχρωμο πηχτό μελάνι στις αποφασιστικές κινήσεις - μαχαιρώματα. Γκρι αχνό στις κρίσεις ανασφάλειας. Το δαχτυλόγραφο με τις μουντζούρες. Αυτοαναφορικό κείμενο-καθρέφτης. Κι επίσης πολύτιμο. Αν το έχανες χανόσουν. Δεν υπήρχαν αντίγραφα, σκληρή μνήμη.
Ο συγγραφέας της βιογραφίας της γραφομηχανής μάς υπενθυμίζει ότι ως το 1870 η Ρέμινγκτον κατασκεύαζε όπλα για τον αμερικανικό Εμφύλιο και πριν καταπιαστεί με τις γραφομηχανές δεν ήξερε τι να κάνει με το περισσευούμενο σίδερο στις αποθήκες της. Ενδιαφέρουσα πληροφορία για τις πολεμικές συνηχήσεις των γραπτών μας, τότε που οι γραφομηχανές έκαναν θόρυβο. Ήταν ο θόρυβος της «έμπνευσης», η εκδοχή της μούσας του Βιργίλιου στον σύγχρονο κόσμο. Οι συγγραφείς ήταν κυρίως άντρες, οι γυναίκες ήταν στενογράφοι, δούλευαν για πρώτη φορά μαζικά εκτός σπιτιού, φυσικά καθ’ υπαγόρευσιν. Δεν είχαν διεκδικήσει ακόμη ένα δικό τους δωμάτιο, δική τους γραφομηχανή. Αλλά τουλάχιστον εξασκούνταν στην ταχύτητα των νέων τους ρόλων εντός και εκτός σπιτιού. Και στην προσωπική φιλοδοξία που πήγαζε από τις νέες ασχολίες: η στενογράφος του Χένρι Τζέιμς έλεγε ότι ο συγγραφέας της υπαγόρευε και μετά θάνατον…
Θυμάμαι ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που επισήμαιναν οι κριτικοί λογοτεχνίας, πριν ξελογιαστούν κι εκείνοι με τη σειρά τους από τον υπολογιστή, ήταν η ευκολία με την οποία ο συγγραφέας άλλαζε θέσεις στις παραγράφους του, έκανε copy paste ανέξοδα, χωρίς κούραση. Από πίσω βρισκόταν και πάλι η ιδέα της χειρωναξίας.
Η πάλη με τις λέξεις, οι αποδείξεις της πυγμαχίας, λίγο αίμα. Σήμερα διαβάζουμε ιστορικές βιογραφίες για τον τρόπο που γράφαμε και θυμόμαστε, θυμόμαστε εντατικά ότι ζήσαμε το ανάθεμα, τον πανικό, και την αποδοχή της τεχνολογικής τελειότητας. Όλη την γκάμα των συναισθημάτων που συνδέονται με το τέλος μιας εποχής, την αρχή μιας άλλης. Ήμασταν μάλλον οι τελευταίοι παλιοί άνθρωποι δύο δεκαετίες πριν. Ίσως και οι πρώτοι καινούργιοι.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: