Translate -TRANSLATE -

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Γιῶργος Σεφέρης - Οἱ Γάτες τ᾿ Ἅι-Νικόλα


Απο τον Αισχύλο στην Κύπρο στο σήμερα

Γιῶργος Σεφέρης - Οἱ Γάτες τ᾿ Ἅι-Νικόλα


Τον δ' άνευ λύρας όμως υμνωδεί θρήνον Ερινύος αυτοδίδακτος έσωθεν θυμός, 
ου το παν έχων ελπίδος φίλον θράσος. ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ. 990 επ.


«Φαίνεται ὁ Κάβο-Γάτα...», μοῦ εἶπε ὁ καπετάνιος
δείχνοντας
ἕνα χαμηλὸ γιαλὸ μέσα στὸ πούσι
τ
᾿ ἄδειο ἀκρογιάλι ἀνήμερα Χριστούγεννα,
«... κα
ὶ κατὰ τὸν Πουνέντε ἀλάργα τὸ κύμα γέννησε τὴν Ἀφροδίτη
λένε τ
ὸν τόπο Πέτρα τοῦ Ρωμιοῦ.
Τρία καρτίνια
ἀριστερά!»
Ε
ἶχε τὰ μάτια τῆς Σαλώμης ἡ γάτα ποὺ ἔχασα τὸν ἄλλο χρόνο
κι
ὁ Ραμαζὰν πῶς κοίταζε κατάματα τὸ θάνατο,
μέρες
ὁλόκληρες μέσα στὸ χιόνι τῆς Ἀνατολῆς
στ
ὸν παγωμένον ἥλιο
κατάματα μέρες
ὁλόκληρες ὁ μικρὸς ἐφέστιος θεός.
Μ
ὴ σταθεῖς ταξιδιώτη.
«Τρία καρτίνια
ἀριστερά» μουρμούρισε ὁ τιμονιέρης.
...
ἴσως ὁ φίλος μου νὰ κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστ
ὸς σ᾿ ἕνα μικρὸ σπίτι μὲ εἰκόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω
ἀπ᾿ τὰ κάδρα.
Χτύπησε
ἡ καμπάνα τοῦ καραβιοῦ
σ
ὰν τὴ μονέδα πολιτείας ποὺ χάθηκε
κι
ἦρθε νὰ ζωντανέψει πέφτοντας
ἀλλοτινὲς ἐλεημοσύνες.
«Παράξενο», ξανάειπε
ὁ καπετάνιος.
«Τούτη
ἡ καμπάνα-μέρα ποὺ εἶναι-
μο
ῦ θύμισε τὴν ἄλλη ἐκείνη, τὴ μοναστηρίσια.
Διηγότανε τ
ὴν ἱστορία ἕνας καλόγερος
ἕνας μισότρελος, ἕνας ὀνειροπόλος.
«Τ
ὸν καιρὸ τῆς μεγάλης στέγνιας,
- σαράντα χρόνια
ἀναβροχιὰ -
ρημάχτηκε
ὅλο τὸ νησὶ
πέθαινε
ὁ κόσμος καὶ γεννιοῦνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια το
ῦτο τ᾿ ἀκρωτήρι,
χοντρ
ὰ σὰν τὸ ποδάρι ἄνθρωπου
κα
ὶ φαρμακερά.
Τ
ὸ μοναστήρι τ᾿ Ἅι-Νικόλα τὸ εἶχαν τότε
Ἁγιοβασιλεῖτες καλογέροι
κι ο
ὔτε μποροῦσαν νὰ δουλέψουν τὰ χωράφια
κι ο
ὔτε νὰ βγάλουν τὰ κοπάδια στὴ βοσκὴ
το
ὺς ἔσωσαν οἱ γάτες ποὺ ἀναθρέφαν.
Τ
ὴν κάθε αὐγὴ χτυποῦσε μία καμπάνα
κα
ὶ ξεκινοῦσαν τσοῦρμο γιὰ τὴ μάχη.
Ὅλη μέρα χτυπιοῦνταν ὡς τὴν ὥρα
πο
ῦ σήμαιναν τὸ βραδινὸ ταγίνι.
Ἀπόδειπνα πάλι ἡ καμπάνα
κα
ὶ βγαῖναν γιὰ τὸν πόλεμο τῆς νύχτας.
Ἤτανε θαῦμα νὰ τὶς βλέπεις, λένε,
ἄλλη κουτσή, κι ἄλλη στραβή, τὴν ἄλλη
χωρ
ὶς μύτη, χωρὶς αὐτί, προβιὰ κουρέλι.
Ἔτσι μὲ τέσσερεις καμπάνες τὴν ἡμέρα
πέρασαν μ
ῆνες, χρόνια, καιροὶ κι ἄλλοι καιροί.
Ἄγρια πεισματικὲς καὶ πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τ
ὰ φίδια μὰ στὸ τέλος
χαθήκανε, δ
ὲν ἄντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ὡσὰν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δ
ὲν ἀφῆσαν στὸν ἀφρὸ
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή!
Τί ν
ὰ σοῦ κάνουν οἱ ταλαίπωρες
παλεύοντας κα
ὶ πίνοντας μέρα καὶ νύχτα
τ
ὸ αἷμα τὸ φαρμακερὸ τῶν ἑρπετῶν.
Α
ἰῶνες φαρμάκι γενιὲς φαρμάκι».
«Γραμμή!
Τί ν
ὰ σοῦ κάνουν οἱ ταλαίπωρες
παλεύοντας κα
ὶ πίνοντας μέρα καὶ νύχτα
τ
ὸ αἷμα τὸ φαρμακερὸ τῶν ἑρπετῶν.
Α
ἰῶνες φαρμάκι, γενιὲς φαρμάκι».
«Γραμμή!»
ἀντιλάλησε ἀδιάφορος ὁ τιμονιέρης.
Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969


Για τον Γιώργο Σεφέρη

Βαθειὰ λυρικός, στοχαστικὸς καὶ αἰσθαντικὸς μὲ ὅλα τὰ ζητήματα ποὺ τὸν ἀπασχόλησαν στὴ ζωή του, μὲ τὸ μεγάλο του ταλέντο στὴ γραφὴ ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς βαθειὲς γνώσεις του τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδας κατάφερε νὰ συνδέσει σαφῶς τὰ πάντα μὲ ἕνα λόγο - ποὺ μνημειώδης καθὼς ἔρρεε στὸ χαρτὶ - τὸν ἔκανε νὰ κερδίσει τὴ διεθνῆ ἀναγνώριση καὶ νὰ καταστεῖ εἷς ἐκ τῶν κορυφαίων ποιητῶν τῆς ἐποχῆς του




Δεν υπάρχουν σχόλια: