Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

ΕΙΡΗΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ : ΟΙ ΑΠΑΓΩΓΕΣ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ





ΟΙ ΑΠΑΓΩΓΕΣ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Γύρω από τον πανελλήνιο και παγκόσμιο θόρυβο πού έχει δημιουργηθεί κατά καιρούς, με τις διάφορες απαγωγές στην Κρήτη και σε άλλες περιοχές της Πατρίδας μας, έχει πάρει θέση και η λαογραφία.
Για να δώσω μιαν σχετική εικόνα των επεισοδίων της απαγωγής, ερευνώ όσο το δυνατόν παλαιότερα και περιορίζομαι στα στοιχεία πού βρίσκονται στα χέρια μου, από παλαιότερες λαογραφικές έρευνες.
Και πρώτα - πρώτα, η απαγωγή δεν είναι υπόθεση πού έχει θέση σε μια μόνον περιοχή, όπως λόγου χάριν στην Κρήτη. Όπου και αν ψάξουμε πάνω στον τόπο μας και ακόμη και σε πολλές ξένες χώρες, θα βρούμε άφθονο υλικός γύρω από τις απαγωγές.
Ιδιαίτερα όμως στην Κρήτη, η απαγωγή πήρε διαστάσεις μεγαλύτερες από πολύ παλιά χρόνια. Αυστηρά ήθη  και έθιμα πού συνδέονταν άμεσα με τις αλλεπάλληλες κατακτήσεις και υποδουλώσεις του πολυβασανισμένου νησιού, είχαν κλείσει την κόρη στην πιο βαθειά κάμαρα του σπιτιού. Περισσότερο από όλες υφίσταται αυτές τις συνέπειες, η όμορφη, η πλούσια ή η παπαδοπούλα και γενικά η αρχοντοπούλα. Το κλείσιμο όμως αυτό, κάνει τη θέση της κόρης, ακόμη πιο δύσκολη, γιατί ο ρόλος της φτάνει από την μιαν άκρη του νησιού ως την άλλη. Κι έτσι το Κρητικό παλληκάρι δε δειλιάζει μπροστά σε κανένα κίνδυνο, και οργανώνει την απαγωγή. Το παλληκάρι όμως δε στηρίζεται μόνον στην παλληκαριά του μα και στη βοήθεια των στενών συγγενών και φίλων, γιατί το κατόρθωμα αυτό είναι τιμή σε όλη την οικογένεια. Και όλοι αυτοί δεν δειλιάζουν να θυσιάσουν πολλές φορές κι αυτή τη ζωή τους, για να επιτυχή  ό σκοπός τους.
Οι απαγωγές αυτές πού συχνά ήσαν ένοπλες, είχαν πάρει πιο μεγάλη έκταση στη Μέση και Δυτική Κρήτη. Οι Ρεθεμνιώτες, Χανιώτες και περισσότερο οι Σφακιανοί, άνθρωποι πιο τολμηροί, για τ’ άρματα, όπως λέει και η παροιμία, δεν οπισθοχωρούν εύκολα. Αντίθετα στην Ανατολική Κρήτη  οι απαγωγές δεν έχουν πάρει τη μορφή της επιδρομής. Μάλλον κάποιος συμβιβασμός έχει προηγηθεί ανάμεσα στους δυο ερωτευμένους ή και πολλές φορές και στους ίδιους τους συμπεθέρους.
Την πιο χαρακτηριστική εικόνα μιας τέτοιας απαγωγής, μας τη δίδει το τραγούδι ΤΟ ΛΕΝΙΟ πού έχει δημοσιευτεί στον πρώτο τόμο των Λαογραφικών μου, ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΤΕΙΑΚΟΓ ΛΑΟΥ, έκδοση 1938
ΤΟ ΛΕΝΙΟ
Έναν πουλάκι κελαηδεί στην Πισκοπή στη βρύση
δεν κελαηδεί για το νερό, μήδε και για τη βρύση,
μα κελαηδεί για το Λενιό πού πάει να γέμιση.
Ό Σφακιανός τήνε θωρεί από την κάμεράν του.
— Έδε κοπέλα όμορφη και νάτον εδική μου
να χτίσω πύργο στην αυλή κι ολόχρυση καμάρα,
να μην προβάλη να τη δη ήλιος μήδε φεγγάρι.
— Πήγαινε λέω Σφακιανέ, πήγαινε στη δουλειά σου,
μην πιάσω πέτρα 'πού τη γης και κάψω την καρδιά σου.
— Μα εχε γεια Λενάκι μου και στα Σφακιά θα πάω
να πά' να φέρω Σφακιανούς, για νάρθω να σε πάρω.
Τρεις μέρες ανεμάζωνε αδέρφια κι αξαδέρφια.
Τη νύχτα τα μεσάνυχτα, την πόρτα κουρκουνούνε.
— Άνοιξε δα Παπά Χατζή κι οι συμπεθέροι σου 'ρθαν.
— Μα 'γώ ετούτο τον καιρό συμπεθεριό δεν κάνω.
— Άνοιξε δα Παπά Χατζή κι οι αξαδέρφοι σου 'ρθαν.
Τρακόσες δέκα μπαλωτιές επαίξανε στην πόρτα
κι εμπήκαν κι εγυρέψανε, ως και της γης τα χόρτα.
Στη μέσα - μέσα κάμερα τη βρήκανε χωσμένη
και με χρυσά παπλώματα ήτονε κουκλωμένη.
— Σηκώσου δα Λενάκι μου, να βάλης τα λιγνά σου
στη μέση στον Παράδεισο θα πάη η αφεντιά σου.
— Σηκώσου δα Παπά Χατζή να δώσης την ευχή σου
στη μέση στον Παράδεισο θα πάη το παιδί σου.
Μήδε οι οχτώ περάσανε, μήδε κι οι δέκα μπήκαν
κι εφέρανε τσή Παπαδιάς την ερημή της προίκα.
—Λενιό μου πού σε στόλιζα και σ' έπεμπα στη βρύση
κι’ εσούντο το κορμάκι σου ωσάν το κυπαρίσι.
— Λενιό μου πού σε στόλιζα και σ' έβγανα στο δώμα
κι εσούντο το κορμάκι σου, ωσάν τον καλαμιώνα.
Λενιό μου πού σε στόλιζα και σ' έβγανα στο δώμα
κι εδά σε πήρ' ο Σφακιανός και μου 'φηκε καούδια.

Όπως βλέπομε, σ' αυτό το τραγούδι οι απαγωγές δεν είχαν πάντοτε τις ίδιες συνέπειες. Άλλοτε η νύφη έμενε ευχαριστημένη, οπότε και οι συμπεθέροι ανεγνώριζαν το γάμο και άλλοτε ο γαμπρός δεν ήταν εκείνος πού ωνειρεύετο η κόρη και το αποτέλεσμα ήταν τότε ο μαρασμός η ο θάνατος, όπως το Λενιό. Στα κατοπινά χρόνια οι απαγωγές δεν σταμάτησαν και ούτε θα σταματήσουν ποτέ.
Υπάρχουν πολλές αιτίες πού δικαιολογούν αυτή τη λύση. Το πιο μεγάλο  εμπόδιο είναι συνήθως η άρνησης των γονέων του γαμπρού ή της νύφης..
Οι μαντινάδες γύρω από την απαγωγή, την κλεψά, όπως τη λέει ο Κρητικός Λαός, είναι άφθονες.
Η Κρητική Λαϊκή Μούσα, πού τόσο εύκολα αποθανατίζει σε δίστιχα όλα τα περιστατικά της ζωής, δεν στάθηκε πίσω και στην απαγωγή ή την κλεψά.
Με το στόμα του ερωτευμένου μας δίδει πολύ ζωντανά, όλες τις εικόνες του επεισοδίου της (απαγωγής, από την προετοιμασία, ως την κατάκτηση της κόρης. Έτσι ο νέος μπρος στην αδιαφορία της κόρης, αρχίζει πρώτα τις απειλές.,. Και το βράδυ κάτω από το παράθυρο της ή συνηθέστερα μέσα στο χορό της τραγουδεί, τις πιο χαρακτηριστικές μαντινάδες.
Κι αν δε σε κλέψω μια βραδυά να μπούμε τσι κεφάλες*
να σε γυρεύγη η μάνα σου τέσσερις εβδομάδες.

Κι' αν δε σε κλέψω μια βραδυά και μιαν αποσπερίδα
να 'ρθή να βρή η μάνα σου την αποφουκαρίδα,**

Πολλές φορές ο ερωτευμένος νέος, πάνω -στον ενθουσιασμό του βιάζεται και γεμάτος από αίσθημα, τραγουδεί και παροτρύνει το μουλάρι πού τον πηγαίνει καβαλάρη να κλέψει την κόρη.
Μούλε, μουλάρι κόκκινο, μούλε μουλάρι ρούσο
να πάμε να την κλέψουμε την κόρη του Μανούσο.

Μούλε μουλάρι κόκκινο να παμένε στην Πόλη
να κλέψωμε την κοπελιά πού φαίνει το σεντόνι.

Άλλοτε πάλι της τραγουδεί κάτω από τα παράθυρα της, μέσα στην προχωρημένη νύχτα, για να την προειδοποίηση να ξυπνήσει και να ετοιμασθεί.
Αν εν κοιμάσαι, ξύπνησε κι αν αγρυπνάς κοιμήσου
κι αν θέλεις ν αρθείς μετά μέ, σήκω από κεί και ντύσου.

Μα αν ο πόθος του νέου για την απαγωγή είναι τόσο μεγάλος και για την κόρη δεν είναι μικρότερος, όταν τον αγαπά. Χαρακτηριστική είναι ή μαντινάδα πού τραγουδήθηκε από πολλές κοπέλλες της Σητείας Κρήτης, πριν από 50-60 χρόνια·
Όντι ν' ακούσω πεταλιά κι αλόγου καβαλάρη
θαρρώ πώς ειν' ό Συμεών κι έρχεται να με πάρη.

Και μήπως δεν είχαν δίκιο; Ό Συμεών πού τον ύμνησε τόσο η Λαϊκή Μούσα της Ανατολικής Κρήτης, ήταν γαμπρός πού ωνειρεύτηκαν όλα τα κορίτσια. Δικηγόρος και γιος του Παπά Χατζή από το χωριό Μαρωνιά της Σητείας και μια από τις καλύτερες οικογένειες,  πού πέθανε όμως δυστυχώς πολύ πρόωρα και πριν ακόμη παντρευτεί.
Αφού όμως εξαντληθούν όλες οι παρακλήσεις και απειλές και γενικά τα ήπια μέσα, φυσικά ο νέος χάνει την υπομονή του και θεωρεί πλέον τον εαυτό του βάρια προσβεβλημένος. Τότε εκτοξεύει την απειλή για την επικειμένη σύρραξη.
Μαχαίρι μαυρομάνικο θα βάλω στο ζωνάρι
κι αν δεν σε κλέψω μια βραδυά δεν είμαι παληκάρι.

Μα και πώς είναι δυνατόν ο Κρητικός νέος, ο γενναίος και φιλότιμος, ο νέος πού καυχάται πώς δεν δείλιασε μπρος σε Τούρκο, Βενετσιάνο ή άλλο κατακτητή, να δειλιάσει τώρα μπρος σε μια γυναίκα;
Έπειτα ξεχνούμε τον εύθυμο και ξένοιαστο χαρακτήρα τού Κρητικού Λαού; Ποιος θα εμποδίσει τα άλλα παλληκάρια να τού ψάλλουν τον αναβαλλόμενο, με μαντινάδες μέσα στο χορό ή στο πανηγύρι;.
Στο νέο πού καυχάται πώς θα κλέψη τήν Παπαδοπούλα τού άλλου χωριού στο πανηγύρι, οι νέοι όταν δεν τα κατάφερε του τραγουδούν και τον ειρωνεύονται :
Άδικα εκαυχήθηκες πώς ήρθες για να κλέψεις
τη θυγατέρα του Παπά κι υστέρα να μισέψης.

* (κεφάλες = βουνά)
** (αποφουκαρίδα — παλιά ρουχα)
«Κρητική Πρωτοχρονιά 1962»

Δεν υπάρχουν σχόλια: