Translate -TRANSLATE -

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Γκέισες και ανθισμένα πλοιάρια



Γκέισες και ανθισμένα πλοιάρια

Οι σκλάβες πόρνες και οι χώροι της αμαρτίας στην Άπω Ανατολή

Στην Κίνα η πρώτη ιστορική αναφορά στην πορνεία ανάγεται στην εποχή της δυναστείας των Τσου (650 π,Χ.). Οι πόρνες έπρεπε να περιορίζονται σε ορισμένες, ειδικές γι' αυτές, περιοχές που τις ονόμαζαν «ίου», ενώ ήδη την εποχή του αυτοκράτορα Χαν Βου (40 π.Χ.) τα στρατόπεδα εφοδιάζονταν, κατόπιν αυτοκρατορικού διατάγματος, με γυναίκες της ηδονής. Ακόμα και την εποχή της Ουράνιας Αυτοκρατορίας, δίπλα στις κοινές πόρνες υπήρχαν οι «κσυρτιζάνες» που κατείχαν θέση ανάλογη με εκείνη των Ελληνίδων εταίρων και στις οποίες γνωστοί ποιητές, όπως ο Αι Πο και ο Του Φου, αφιέρωσαν στίχους γεμάτους πάθος.
Ο Μάρκο Πόλο κάνει την εξής περιγραφή της πόλεως Κίνσαιυ (Χαγκτσόου) πρωτεύουσας της χώρας επί δυναστείας των Σουνγκ. «Μερικοί δρόμοι είναι γεμάτοι από εντυπωσιακά μεγάλο πλήθος γυναικών της κατηγορίας αυτής... θαυμάσια ντυμένες και αρωματισμένες... που διαθέτουν σπίτια ωραία επιπλωμένα και ένα σωρό υπηρέτριες. Οι ξένοι, που δοκιμάζουν τα κάλλη τους μία φορά μαγεύονται κυριολεκτικά και δεν καταφέρνουν να τις ξεχάσουν ποτέ...»
Σε αντίθεση με τις πόρνες άλλων κοινωνιών, οι Κινέζες και οι Ιαπωνίδες ήταν πάντα σκλάβες. Τις έπαιρναν σε νεαρότατη ηλικία από τους γονείς τους, και κάτω από αυστηρή πειθαρχία τους μάθαιναν τραγούδι, μουσική και γραφή (η υιοθεσία μικρών κοριτσιών με σκοπό την εκμετάλλευση τους θεωρήθηκε παράνομη από το 1929). Την εποχή της αγγλικής αποικιοκρατίας άρχισαν να λειτουργούν τα ονομαζόμενα «ανθισμένα πλοιάρια», πορνεία επιπλέοντα σε θαλάσσια ή ποτάμια λιμάνια, που αποτελούσαν υποχρεωτικούς σταθμούς των δυτικών ταξιδιωτών. Όλοι οι οίκοι ανοχής έκλεισαν το 1947, όταν η Κίνα έγινε μέλος των Ηνωμένων  Εθνών
Στην Ιαπωνία φα ίνεται ότι τα πρώτα κοινά σπίτια τα άνοιξε στα τέλη του 12ου αιώνα ο σογκούν  Γιοριτόμα,  για να περιορίσει τη λιποταξία  των στρατιωτών  του, που κουρασμένοι από τις μακροχρόνιες  εκστρατείες  επιθυμούσαν να επιστρέψουν στην οικογένειά τους. Η πιο γνωστή «συνοικία της αμαρτίας» ήταν η Γιοσιβάρα του Τόκιο (το όνομα σημαίνει «λιβάδι της ευτυχίας»), όπου γίνονταν τελετές για να τιμήσουν τις πόρνες. Μία από τις τελετές που γινόταν τον Σεπτέμβριο ήταν αφιερωμένη στο θεό Ινάρι  προστάτη των πορνών. Η αγοραπωλησία μικρων κοριτσιών για προαγωγή στην πορνεία απαγορεύθηκε από το 1872 και τα γιαπωνέζικα πορνεία έκλεισαν το 1956.
Διαφορετική είναι η μορφή της «γκέισας», όρος που χρησιμοποιείται από τα τέλη του. 18ου αιώνα για να δείξει τις νέες γυναίκες, που είχαν ιδιαίτερες ικανότητες στο τραγούδι και στον χορό, γνωστές παλαιότερα με το όνομα «οντορίκο». Αρχικά υπήρχαν δύο τάξεις γκεϊσών: οι «χαόρι», που έπαιζαν «σαμσιέν», τρίχορδη κιθάρα και κρατούσαν συντροφιά σε άνδρες χωρίς να προχωρούν σε σεξουαλικές επαφές (όπως γίνεται με τις σημερινές γκέισες που δέχονται τους επισκέπτες στα τεϊοποτεία) και οι «κορόμπι», οι οποίες πορνεύονταν. Υπήρχαν ακόμα οι «ταγιού», εταίρες πολυτελείας, που ζούσαν σε πλούσια σπίτια και δέχονταν πολιτικούς, αξιωματικούς και ανώτερους λειτουργούς. 
Και στην αρχαία Ινδία 


Σε ένα κείμενο του 300 π.Χ. περί" της τέχνης του «κυβερνάν», του βραχμάνου Καουτίμπια, γίνεται λόγος για καθήκοντα «επιτηρήσεως των πορνών», που βρίσκονταν στην υπηρεσία του βασιλέως σαν «κυρίες της ακολουθίας». Από ινδικά κείμενα, ανάμεσα στα οποία και το περίφημο Καμασούτρα, μαθαίνουμε ότι οι γυναίκες της ηδονής χωρίζονταν σε διάφορες κατηγορίες από την κοινή πόρνη με γελοία αμοιβή ως τη χορεύτρια-ηθοποιό.
Στα βιβλία των μυστικιστών υπάρχει μια άλλη ταξινόμηση που τοποθετεί επικεφαλής τις «ραγιαβέσια» ή βασιλικές πόρνες, ενώ στην τελευταία κλίμακα βρίσκονται οι «βραχμαβέσια», που κυνηγούσαν πελάτες στους ιερούς ποταμούς και πουλιώνταν στους προσκυνητές.
Κοντά στις κοινές πόρνες από τα πανάρχαια χρόνια σε μερικές περιοχές της   Ινδίας  υπήρχαν οι «ντέβα-νταζι» ή πόρνες των ναών (που καταργήθηκαν το 1950) και τιμούσαν τις θεότητες χορεύοντας ιερούς χορούς και προσφέροντας το σώμα τους. 
   
ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ   τ.235/1988

Δεν υπάρχουν σχόλια: