Translate -TRANSLATE -

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

Λουδοβίκος των Ανωγείων : «Όπως αρχαίο άγαλμα»



ΜΕ ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ

«Όπως αρχαίο άγαλμα»

Γράφει ο Λουδοβίκος των Ανωγείων

Θα ήταν γύρω στα 25 όταν ήρθε στο χωριό διορισμένη δασκάλα η κυρία Ευτέρπη. Αεράτη και χαρούμενη. Νοίκιασε ένα σπίτι κοντά στο δικό μας και όλα άλλαξαν με την καινούργια δασκάλα. Όλο το χωριό την αγάπησε για τον χαρακτήρα και την ομορφιά της. Ήταν μελαχρινή, με λεπτή μέση, ανοιχτούς ώμους, πυκνά μαύρα μαλλιά, χαμόγελο που άστραφτε και μάτια καστανά.
Η μάνα μου έλεγε πως ήταν γυναίκα με θεμέλια. Σκέφτηκα πως κάπως έτσι ονειρεύτηκε τη γυναίκα ο Θεός, γεμάτη φεγγάρια στα μάγουλα, στους ώμους, στα στήθη, στα γόνατα.
Εγώ ήμουν δέκα χρονώ, Τετάρτη δημοτικού, όλα τα αγόρια της τάξης την ερωτευθήκαμε! Ακόμα έχω ένα κουμπί από το παλτό της που το έκοψα κρυφά με ξυράφι σε ένα διάλειμμα.
Πέρασαν οι εποχές, η κυρία Ευτέρπη έφυγε από το χωριό. Πολλά χρόνια μετά, αφότου άρχισα την τέχνη του τραγουδοποιού, «ερχόταν» η ανάμνηση ξανά και ξανά να διεκδικήσει τα δικαιώματα της από τον παιδικό μου έρωτα: να της γράψω τραγούδια. Αυτό έπραξα.

Τρία τραγούδια για την κυρία Ευτέρπη

«Χειμώνα στην πλατεία»

Φυσάει βοριάς και αυτή περνά
με βιάση το μεϊντάνι,
με το ένα χέρι στα μαλλιά
και τ' άλλο στο φουστάνι.

Κι ήταν το φόρεμα λεπτό,
πάνω της κολλημένο.
Όπως αρχαίο άγαλμα
μεταξωτά ντυμένο.

Πίσω από το τζάμι σε κοιτώ
και κρυφοκαταπίνω,
τον πόθο μου και τον καημό
στη φαντασία αφήνω.

Εκδρομή στη λίμνη

Στο ένα χέρι είχε τα σαντάλια της,
στο άλλο χέρι κράταγε ένα ρόδι,
άγγιξε τον καθρέφτη του νερού
διστακτικά με το γυμνό της πόδι.

Και ύστερα σήκωσε το φόρεμα ψηλό,
τόσο που μπέρδεψε η ανάσα στο λαιμό μου.
Και άφησε το πόδι της να ψάχνει το βυθό
και αργώ περπάτησε μαζί με τον καημό μου.

Το φως περνούσε το λεπτό πανί
και έβλεπα γυμνό το σχήμα του κορμιού της,
και ύστερα στα καλάμια εχάθηκε
αφήνοντας το θρου του φουστανιού της.

«Το χτένισμα»

Πέρασε, ξαναπέρασε
από τη γειτονιά της,
την πέτυχα και στέγνωνε
στον ήλιο τα μαλλιά της.

Το κοκαλένιο χτένι της
γλιστρούσε προς τα κάτω,
όπως το αλέτρι που περνά
από χωράφι αφράτο.

Πιάνει χωρίζει τα μαλλιά,
να πλέξει την κοτσίδα
κι απ' τη σχισμάδα των μαλλιών
με είδε και την είδα...

ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: