Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Κων/νου Τσάτσου : ΤΟ ΦΑΝΕΡΩΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ







ΤΟ ΦΑΝΕΡΩΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Του Κων/νου Τσάτσου
Μέλους της Ακαδημίας Αθηνών

Η εκτύλιξη της ιδέας στο χρόνο.

Από τους προσδιορισμούς αυτούς έγινε φανερό, πως η φιλοσοφία δεν είναι σπουδή εύκολη και γι αυτό πλατιά διαδομένη. Μόνο στις ξεχωριστές υπάρξεις και μόνο στις μεγάλες τους ώρες γεννιέται ο φιλοσοφικός στοχασμός. Η ζωή, πού άλλοι τη δέχονται άβουλα και άκριτα, για τον πνευματικό άνθρωπο έχει πάντα κάποιο νόημα κρίσιμο και γι' αυτό πάντα την καλεί να του δώσει λόγο για την ύπαρξη και τη μορφή της. Και τότε, σε αυτή την φιλοσοφική ώρα της συνείδησης αποκαλύπτεται με μοναδική δύναμη και βεβαιότητα η δικαίωση της ζωής και η θεμελίωση της άξιας της.
Για τη φιλοσοφική συνείδηση οι ιδέες είναι τα απόλυτα αιτήματα, πού προβάλλει το πνεύμα προς τη ζωή. Η ζωή, πραγματοποιώντας κατά τη δύναμη της τα αιτήματα αυτά του πνεύματος, ενσαρκώνοντας το πνεύμα στα αγαθά του πολιτισμού που άπαυστα δημιουργεί, δίνει λόγο και βρίσκει τη δικαίωση της ύπαρξης της. Η άξια, που κατευθύνει την θεωρητική δράση στη ζωή, η ιδέα της αλήθειας, πρέπει να πραγματοποιηθεί και αύτη, να διαμορφωθεί δηλαδή σε συγκεκριμένες μορφές. Για να διαμορφωθεί έτσι σε συγκεκριμένη αλήθεια, πρέπει να συνυφανθεί με τη γένεση του χρόνου, πρέπει να συμβεί, πρέπει να γίνει. Η ιδέα της αλήθειας έρχεται σε επαφή με το χρόνο και στην επαφή αυτή θρυμματίζεται- ξετυλίγεται στα λογικά της στοιχεία, στα διαλεκτικά της στοιχεία. Γίνεται λοιπόν η ιδέα της αλήθειας, καθώς αναλύεται και γίνεται πραγματικότητα μέσα στο χρόνο, διαλεκτική εξέλιξη, λογική γένεση, ιστορία. Γι' αυτό και η φιλοσοφία, σαν πραγματοποίηση της ιδέας της αλήθειας, είναι και αύτη εξέλιξη, γένεση, ιστορία. Έτσι είναι δυνατή και η ιστορική παρακολούθηση της.

Αναζήτηση της αλήθειας και μύθος.

Και τίθεται το ερώτημα: πως γεννήθηκε και άρχισε η φιλοσοφία; Πως ξαφνικά μέσα στο διάβα του καιρού άρχισε ο άνθρωπος να αναζητάει την αλήθεια, την απόλυτη και την καθολική, την κοσμοθεωρητική αλήθεια; Πως άρχισε ο άνθρωπος να φιλοσόφει; Που και πότε συντελέσθηκε αυτό το βήμα;
Ο πρωτόγονος άνθρωπος, όταν πια δεν ζει μηχανικά, αδιάφορος και τυφλός σε ό,τι γύρω του συμβαίνει, ατενίζει το σύμπαν σαν ένα ανεξήγητο θαύμα. Δεν αντιτάσσει σε ό,τι βλέπει μια σκέψη κυρίαρχη, ζητώντας αλήθεια, άλλα μόνο μιαν από φόβους και πάθος υποδαυλισμένη φαντασία. Και η σκέψη, αδύνατη ακόμη, μένει θεραπαινίδα της φαντασίας και απλώς βάζει κάποια τάξη στο έργο της· δίνει μιαν εξήγηση της φανταστικής οπτασίας. Και η εξήγηση είναι πολύ απλή. Την παίρνει ό άνθρωπος Από τον εαυτό του, Από την πράξη του. Έτσι o κόσμος, ο σε αυτόν προσιτός, η φύση, του φαίνεται πράξη, ενέργεια. Το σύμπαν γίνεται ομοίωμα της ανθρώπινης πράξης. Και, επειδή η πράξη έχει πάντα υποκείμενο, αποκτά υποκείμενο και το σύμπαν. Δυνάμεις της φύσης προσωποποιούνται. Έτσι ολοκληρώνεται ο μύθος. Κάθε μύθος είναι προσωποποίηση φυσικών δυνάμεων ανεξήγητων, δυνάμεων πέρα από το γνωστό, δηλαδή το φυσικό, δυνάμεων υπερφυσικών, θεών. Η πρώτη αντιμετώπιση τού κόσμου είναι μυθική, θεολογική.
Οι μύθοι αυτοί σιγά - σιγά επιβάλλονται σαν εξηγήσεις του κόσμου απαραβίαστες. Παίρνουν την ιερότητα και τη δύναμη των θεών, που σαρκώνουν. Οι εξηγήσεις των θεών γίνονται και επιταγές των θεών. Γι' αυτό ο αρνητής των μύθων είναι και αρνητής των θεών. Η ελάχιστη απόκλιση Από το μύθο είναι έγκλημα καθοσίωσης. Ο άνθρωπος είτε σκιάζεται είτε βαριέται να παλέψει για να βοά μια νέα εξήγηση του κόσμου. Και ο μύθος γίνεται δόγμα, νόμος της συνείδησης, νόμος της κοινωνίας. Και γι' αυτό, ενώ στην αρχή ήταν ξύπνημα από τη νωθρότητα της άγνοιας, ελευθέρωση από το σκοτάδι του ανεξήγητου, μεταβάλλεται σιγά - σιγά σε επιταγή αμείλικτη, που καταθλίβει τις κοινωνίες και τα άτομα. Για όσα θέλουν ελεύθερα να σκεφθούν καταντά πηγή δουλείας και αντιδραστικότητας.  Όμως το πνεύμα, όπου είναι δεμένο σε ορισμένα σχήματα και τύπους και δεν μπορεί να κυριάρχηση τον κόσμο με πηγαίες και δικές τους δυνάμεις, εκεί είναι ακόμη άπλαστο και δούλο. Ελεύθερο είναι το πνεύμα όταν δεν προσδιορίζεται από τίποτε δοσμένο, όταν αναπροσδιορίζεται, όταν είναι το ίδιο ό νόμος και η αίτια του εαυτού του.

Η τέχνη

Η ελευθέρωση αυτή του πνεύματος είναι κάτι που κάποτε συνέβηκε στην ιστορία- γιατί αλλιώς το προχώρεμα της μύθος ζωής θα μάς ήταν κάτι αδιανόητο. Η ελευθέρωση αυτή στην ιστορική της αρχή παίρνει ένα δρόμο, πολύ απομακρυσμένο Από την αμεσότητα, που έχει η συγκίνηση και η φαντασία. Εκφράσθηκε όμως με μια πειθαρχημένη φαντασία, με μιαν αντικειμενική συγκίνηση. Είναι ο τρόπος του πνεύματος, που το χάος και την αστασία της άμεσης αίσθησης τα φέρνει προς τη μορφή· μορφή, που ελευθερώνει το πνεύμα από τη ρευστότητα της αίσθησης και την αστασία και το χάος. Ο τρόπος αυτός του πνεύματος είναι η τέχνη. Εδώ δεν υπάρχει η κυριαρχία του δόγματος, το άτεγκτο, το αδιάλλακτο θέλημα του ιερέα. Υπάρχει η πρωτοβουλία και η ατομικότητα του ραψωδού, του τραγουδιστή. Του είναι και αυτουνού δοσμένοι οι μύθοι. 'Αλλά αυτός τους επιθέτει την προσωπική του σφραγίδα, τους μεταμορφώνει ουσιαστικά, τους κάνει έκφραση ενός νέου δικού του κόσμου νοημάτων και συγκινήσεων. Αυτό σημαίνει η αυθυπαρξία του κόσμου της ομορφιάς. Το ωραίο, όπως μάς το δίνει η τέχνη, γεμίζει τη συνείδηση ολοκληρωτικά. Είναι ένας ακέραιος τρόπος ελευθέρωσης του πνεύματος, τρόπος αντικρίσματος του κόσμου σε όλες του τις εκφράσεις, τρόπος θεωρίας του κόσμου. Το περιεχόμενο της τέχνης δεν φαίνεται διαφορετικό από της θρησκείας· είναι ο μύθος πάλι. Αλλά ό,τι στην τέχνη δίνει τη νόηση του κόσμου, δεν είναι το μυθικό περιεχόμενο- είναι η μορφή, η ωραιότητα της μορφής. Όχι ο μύθος ως ιστορία, ως αλήθεια και ως πίστη· κάτι άλλο είναι αυτό που μάς δίνει εδώ ο μύθος· την αισθητική έκφραση του κόσμου. Η τέχνη μάς δίνει έναν κόσμο συμβόλων, μάς αναπαύει μέσα στην ομορφιά.

Η θεωρητική γνώση 

Αυτό αρκεί για μια και για πολλές ανθρώπινες ζωές· δεν αρκεί όμως και για την όλη 
ζωή του πνεύματος. Έρχεται μια στιγμή, που η συγκίνηση κοπάζει, το πάθος της ομορφιάς υποχωρεί και ένας πιο ψυχρός, πιο αντικειμενικός αέρας φυσάει μέσα στην ψυχή μας. Τότε της ψυχής δεν της φθάνει για την πλήρωση της μόνο η ιδέα του ωραίου. Ξυπνάει τότε και κυβερνάει την ψυχή, η ιδέα της αλήθειας. Και τότε φθάνομε στον άλλο μεγάλο σταθμό, στον άλλο τρόπο ελευθέρωσης του πνεύματος. Αλλά τι σημαίνει για τη συνείδηση η ιδέα της αλήθειας; Δεν πρέπει να νομισθεί, ότι η ζήτηση της αλήθειας είναι μια φυσική ενέργεια του άνθρωπου, που του επιβάλλουν οι ανάγκες της ζωής. Είναι βέβαια φυσικό, πως από τα πρώτα του βήματα έμαθε ο άνθρωπος της καθημερινής ζωής να αντιμετωπίζει με κάποια γνώση τη ζωή, πως ήξερε ένα σωρό πολύπλοκες, τεχνικές και κοινωνικές αλήθειες. Είναι μάλιστα αφάνταστο, πόσο μακριά έφερε τον άνθρωπο η πείρα. Τη συνείδηση κάθε άνθρωπου τη γεμίζουν αδιάκοπα παραστάσεις, άλλες σπανιότερες, άλλες συχνότερες όλες όμως περαστικές. Η μια έρχεται, σβήνοντας αυτήν που πριν ήταν και έπειτα σβήνει και αυτή με τη σειρά της. Ο καθένας μάλιστα για τα ίδια πράγματα έχει διαφορετικές παραστάσεις. Παρ' όλα αυτά μπορεί να σχηματιστεί και σχηματίζεται μια κοινή εμπειρία, αποκτώντας ειδικές γνώσεις, σχετικά σταθερές, για συγκεκριμένα πάντοτε ζητήματα. Αλλά γι' αυτήν την πρόχειρη γνώση και τη σχετική αλήθεια δεν πρόκειται εδώ πέρα. Σε όλη αυτή την εμπειρία λείπει η αντικειμενικότητα και η αναγκαιότητα της αλήθειας. Λείπει το κάτι, που θα ισχύει για όλους, που έχει τη δύναμη να επιβληθεί σε όλους. Λείπει το νόημα της γενικότητας και της συστηματικής ολοκλήρωσης. Λείπει το νόημα της επιστήμης.
Όλα τα πράγματα και τα γεγονότα, που μας παρέχει η κοινή εμπειρία, γίνονται και διαδέχονται το ένα το άλλο, έχουν την αίτια τους κάθε φορά σε κάτι άλλο και συνεχίζεται έτσι η αλυσίδα των συμβεβηκότων. Ποια είναι η αρχή που διέπει όλη αυτή την γένεση; Τι είναι αυτό, που γίνεται και όλο γίνεται σε νέες μορφές που περνούνε; Ποια είναι η ουσία, η σταθερή ουσία των όντων, των γενέσεων, που σώζεται κάτω από όλες τις μεταβολές; Αυτό είναι ένα ερώτημα της επιστήμης. Γι' αυτό η αλήθεια που ζητάει το πνεύμα, όταν θεωρεί επιστημονικά, δεν είναι οι αλήθειες της κοινής εμπειρίας· είναι η απόλυτη, η αντικειμενική αλήθεια. Έ είναι αυτή η ουσία του κόσμου; Υλη, θεία δύναμη, τυφλή θέληση, ενότητα απόλυτων νόμων, δηλαδή λόγος; Αυτό τώρα δεν το εξετάζουμε. Ενδιαφερόμαστε μόνο για την ερώτηση, όχι για την απάντηση. Για την ερώτηση, που έθεσε για πρώτη φορά η θεωρητική συνείδηση και που διαφέρει θεμελιακά από όλες τις άλλες, που πριν είχε θέσει ό άνθρωπος. Με την ερώτηση αυτή γεννιέται η επιστήμη, άλλα και ακόμη αχώριστη απ' αυτήν η επιστημονική καθολική θεωρία του κόσμου, η φιλοσοφία. Χωρίζει ο άνθρωπος μέσα στη συνείδηση του κάθε άλλη μορφή θεωρίας, αφοσιώνεται στη θεωρία του αληθινού και πλουτίζεται έτσι και ολοκληρώνεται η ενέργεια τού πνεύματος.

Φιλοσοφία και Ελλάδα

Όλες οι χώρες γνώρισαν με τη σειρά τους τη θεολογική και τη μυθολογική αντιμετώπιση του κόσμου. Η ζωή απλώνει πρώτα και παντού τα βαθύτερα στρώματα της. Χώρες αρκετές φωτιστήκαν από την ιδέα τού ωραίου, όχι βέβαια συνειδητά, όχι ολοκληρωτικά, άλλα πάντως  από μιαν υποσυνείδητη ανάγκη της ζωής των. Όμως μονάχα σε μια γωνιά της γης γεννήθηκε συνειδητά, πρώτα του απόλυτα ωραίου ο έρωτας και ύστερα του απόλυτα αληθινού. Και αυτή η χώρα είναι η δική μας.
Μα έπρεπε, για να γίνει αυτό, να συντρέξουν πολλοί λόγοι. Έπρεπε και η γη να προσφέρει τις πιο πρόσφορες γεωγραφικές συνθήκες· χώρα μικρή, τεμαχισμένη, με άπειρη μεταβλητότητα και άπειρες ποικιλίες μορφής. Έπρεπε και η φυλή να προσφέρει τις πιο πρόσφορες ψυχολογικές συνθήκες· φυλή όχι ασιατική, μοιρολατρική και υπάκουη, μα ατίθαση, με ένα ισχυρότατο ένστικτο ζωής, με μιαν αγάπη του πραγματικού και του μετρημένου, με δυνατότητες λογικής σκέψης και προ πάντων με ατομικότητα πολύ έντονη. Και έπρεπε να έλθει και ο κατάλληλος, ο καιρός, που θα ωρίμαζε η ψυχή της φυλής και στων ατόμων την υπόσταση και στων κοινωνιών την λειτουργία.
Η ίδια η ελληνική γη είναι κιόλας μια πρόκληση σε πνευματική ζωή. Η γραμμή κυριαρχεί το περιεχόμενο, η μορφή την ύλη, το πνεύμα τη φύση. Γι' αυτό η φύση είναι εδώ τόσο κοντά μας· θεατή, απτή, πάντοτε εποπτεύσιμη· και σαν πειθαρχημένη στέκεται εμπρός στο νου. Τίποτε το χαώδες, το άμετρο άγριο, το ακαταμέτρητο σε μέγεθος. Όλες οι εκφάνσεις της είτε στο μέγεθος, είτε στη δύναμη, είτε στο χρώμα έχουν μέτρο και τάξη· μια που η τάξη ταιριάζει το κάθε στοιχείο μέσα στο σύνολο. Και κάθε στοιχείο, ακριβώς γιατί είναι και «μεμετρημένο», υπηρετεί το σύνολο, εντάσσεται στο σύνολο· και το σύνολο γίνεται αρμονία.
Ότι μια τέτοια φύση είναι η πηγή της μεγάλης τέχνης, δεν είναι η ώρα για να αναπτυχθεί. Άλλα μια τέτοια φύση φέρνει και άλλα δώρα μαζί της. Η θέα μιας τόσο πειθαρχημένης  από τη μορφή και μετρημένης φύσης, δεν εξουθενώνει με τον όγκο της τη συνείδηση, όπως η ασιατική φύση, που είναι συγκρότημα γιγάντιων και σαν υπερφυσικών στοιχείων. Απεναντίας προσκαλεί διαρκώς τη συνείδηση σε μιαν εσωτερική συνεργασία, σε μιαν ομολογία πνεύματος και ύλης, υποκειμένου και αντικειμένου· και έτσι διατηρείται το εγώ του θεωρητή ανέπαφο· σώζεται η ατομικότητα του άνθρωπου απέναντι στα φυσικά στοιχεία. Δημιουργείται έτσι η πρώτη προϋπόθεση θεωρητικής ζωής, το εγώ. Η ατομικότητα, η αυτοτέλεια του άτομου, αυτό είναι το βάθρο του λογοκρατούμενου ευρωπαϊκού πολιτισμού· κάτι, που στην Ελλάδα, για καλό και για κακό μας, βρήκε την εντονότερη εκδήλωση του.
Η ατομικότητα, όταν δεν είναι υπερβολή της ατομικότητας, είναι στην ουσία της έντονη αντίσταση σε κάθε εξωτερική επιβολή, άλλα και προσπάθεια εποπτικής κυριαρχίας του περιβάλλοντος. Είναι με μια λέξη ελευθερία Το εγώ, έτσι, σαν φορέας της αντίστασης αυτής και της κυριαρχίας, είναι η πρώτη προϋπόθεση πνευματικής ελευθερίας. Αν με την ελληνική φύση συνδυαστεί η αρετή του δυνατού χαρακτήρα της φυλής, γίνεται νοητό, γιατί στην Ελλάδα γεννήθηκε το ελεύθερο άτομο και μαζί του η ιδέα της ελευθερίας. 'Αλλά εκεί που γεννήθηκε η ελευθερία, είναι φυσικό, ότι γεννήθηκε και η μεγάλη τέχνη και η καθαρή σκέψη, ό Λόγος.
Έπρεπε να έλθει βέβαια και το πλήρωμα του χρόνου. Η φύση έπρεπε στην αρχή να γίνει θρησκευτικός μύθος. Και ο μύθος ύστερα, χειραφετημένος  από το βάρος του δόγματος, έπρεπε να γίνει ελεύθερη τέχνη. Το πνεύμα, για να φθάσει στη στοχαστική ωριμότητα, έπρεπε να περάσει πριν  από τη χαρούμενη άνοιξη του ωραίου. Ο  Όμηρος ήταν το μεγάλο αηδόνι αυτής της άνοιξης. Δόγματα, καθώς άλλου, δεν εβάρυναν ποτέ την αρχαία Ελλάδα. Δεν μπόρεσαν ποτέ να σχηματισθούν κυρίαρχες τάξεις ιερέων. Η ατομικότητα του έλληνα δεν επέτρεψε να γίνει και εδώ, ό,τι έγινε στην Αίγυπτο και σε άλλες χώρες, σημιτικές και ασιατικές. Δεν ήταν οι πιο σημαντικοί φορείς της παράδοσης και της θρησκείας οι ιερείς. Οι ραψωδοί είχαν στην Ελλάδα αυτή τη λειτουργία. Όχι θρησκευτικές κάστες, άλλα ποιητικοί κύκλοι και κυρίως ποιητικά άτομα ήταν οι φορείς του πνεύματος.
Εκεί όπου κρατεί δογματική ομοιομορφία, υποβασταγμένη μάλιστα  από τα συμφέροντα της κυρίαρχής τάξης, εκεί και η φιλοσοφία είναι αδύνατο να γεννηθεί και να ακμάσει. Γι' αυτό και οι Κινέζοι και οι Ινδοί, που έχουν σοφές παρατηρήσεις, ειδικές και σύμφωνες με παραδομένες αρχές, δεν μπόρεσαν, να μορφώσουν αληθινή φιλοσοφία. Η φιλοσοφία είναι σκέψη ριζική, που ζητάει αυτόνομη θεμελίωση και όχι στα βασικά σημεία υποταγή στην παράδοση.
Εκεί, όμως, που βασίλευαν οι ποιητές, ο μύθος δεν ήταν αποκρυσταλλωμένος και απαραβίαστος, άλλα εύκαμπτος, ποικίλος· εκεί δεν υπήρχε δόγμα· υπήρχε απλώς μία συνειδητή σύμπνοια γύρω  από ορισμένα μυθικά σύμβολα. Εκεί οι ποιητές δεν ήταν οργανωμένη τάξη όπως οι ιερείς της Αιγύπτου και των Ινδιών, άλλα ήταν άτομα, όπως κάθε τι στην Ελλάδα. Καθένας έπλαθε εκεί τη δική του προσωπικότητα και σιγά-σιγά και τη δική του μυθολογία, και τη δική του θεογονία. Και με τον τρόπον αυτόν ο ποιητής στην Ελλάδα και θετικά έχει συνεργήσει στον ερχομό της φιλοσοφίας. Ποιητές σαν τον Φερεκύδη, περιγράφοντας τη γένεση και τη ζωή του κόσμου και των θεών, ανεπίγνωστα προσπάθησαν να δώσουν μιαν εξήγηση της πρώτης αρχής των πραγμάτων.
Και ήταν δυνατή και πιθανή η μετάβαση στη φιλοσοφία  από την ποίηση γιατί στην ίδια την ποίηση υπήρχε η πειθαρχία του λόγου, η γραμμική καθαρότητα του συμβόλου· στην ίδια την ποίηση σχηματιζόταν σιγά-σιγά η έννοια της ενιαίας αρχής, το νόημα της νομοτέλειας. Ακόμη βέβαια υπό τη μορφή της ειμαρμένης· άλλα και αυτό ήταν αρκετό.

Ελευθερία και Ελλάδα

Όμως αυτή η βαθμιαία πνευματική χειραφέτηση δεν μπορεί να κατανοηθεί περιορισμένη μόνο στη θεωρητική ζωή. Είναι αδιανόητη δίχως τη σύγχρονη ύπαρξη μιας ελευθερίας ακμαίας στην πρακτική, την κοινωνική ζωή. Ήταν η εποχή, όπου έπεφτε ένα κοινωνικό καθεστώς. Κατά τον έβδομον αιώνα π.χ. η αριστοκρατική μορφή της πολιτείας είχε ξεπέσει, η καταπιεζόμενη κοινωνική τάξη, ο δήμος άρχιζε να έχει λόγο. Στην αρχή περιοριζόταν ο δήμος να αναδεικνύει ο ίδιος τον ηγέτη, τον τύραννο, που στηριζόταν στο δήμο. Χρειαζόταν ακόμη τον τύραννο, για να πολεμήσει τη δύναμη της αριστοκρατίας, που διατηρούσε πάντα το κύρος της παράδοσης.
Αλλά όταν άρχισε να περνάει η πρώτη αυτή δόκιμη του λαού, για να φθάσει στην αυτονομία και αυτοκυριαρχία του, ήταν πια ώριμοι οι καιροί να προβάλει μέσα στη ζωή του και η φιλοσοφία. Για να πραγματοποιηθεί όμως αύτη η κοινωνική εξέλιξη έπρεπε να απόκτηση το άτομο καθαρή συνείδηση της ατομικότητας του, συνείδηση του εαυτού του και της θέσης του μέσα στο σύνολο. Έπρεπε να μπορεί να παίζει κάποιο ρόλο α' αυτό το σύνολο. Έπρεπε το ίδιο να κρίνει τη στάση, που θα πάρει στις πολιτικές αυτές διαμάχες. Έπρεπε να ζει με τη συναίσθηση, ότι μπορεί και πρέπει να πράξη τούτο η εκείνο, να ταχθή με τούτην η εκείνη την πολιτική μερίδα. Αποκτώντας ελευθερία πράξης είχε κατ' ανάγκην ελευθερία κρίσης, είχεν ελευθερία σκέψης. Και τον έσπρωχναν προς αυτήν οι κοινωνικές αναζητήσεις του καιρού του. Ήταν μοναδικά πρόσφορος ο καιρός. Τα δόγματα, όσα υπήρχαν, είχαν πέσει· οι κοινωνικές άξιες είχαν ανατραπεί. Οι απόγονοι των θεών, οι διογενείς βασιλείες είχαν εκλείψει. Οι νόμοι οι άγραφοι της παράδοσης είχαν χάσει το κύρος τους. Είχε λείψει κάθε κοινωνικό έρεισμα και κάθε ψυχικό στήριγμα. Ό άνθρωπος έμενε μόνος. Είναι η κρίσιμη στιγμή, που κινδυνεύει να καταποντισθεί. Αν είναι αδύνατος, γυρεύει έξω  από τον εαυτό του στηρίγματα για τη σωτηρία της πολιτείας του ή και της συνείδησης του. Τότε όμως δεν είναι άξιος για το ανέβασμα στο φώς. Ο έλληνας του εβδόμου αιώνα δεν πήρε αυτόν τον άβαθο και αβέβαιο δρόμο. Στη μοναξιά της κρίσιμης στιγμής βρήκε να στηριχτεί στο μόνο βάθρο, που ποτέ δεν χάνεται για τον άνθρωπο, στον εαυτό του, και, εξαρτώντας  από αυτό μόνο τη ρύθμιση της ζωής, βρήκε και κατέκτησε την πολιτική του αυτοτέλεια και την πνευματική του ελευθερία.
Και τότε μέσα στην κατάρρευση της παλιάς ελληνικής ζωής, γεννήθηκε η φιλοσοφία. Στην Ιωνία ακριβώς, όπου πρωτοφανερώθηκε η φιλοσοφία, όχι μόνο συντελείτο γοργά η εσωτερική κατάρρευση των παλιών θεσμών, άλλα και χάνονταν οι ίδιες οι πόλεις κάτω  από την απειλή των μεγάλων ασιατών κατακτητών.
Είναι εκπληκτικό για όποιον δεν έχει φιλοσοφήσει επάνω στη ζωή του πνεύματος, ότι στην εποχή μιας τέτοιας εξάρθρωσης, στην κρίσιμη ώρα, όπου το αύριο ήταν αβέβαιο, ο άνθρωπος ο δαρμένος  από τόσους κοινωνικούς αγώνες, βρήκε τη δύναμη να στρέψη το βλέμμα του προς την αιωνιότητα. Και όμως το στοχαστικό πνεύμα καρπίζει πάντα στις ώρες των ξεπεσμών. Καθώς λέει ο Εγελος: «Την ώρα του δειλινού αρχίζει η γλαύκα της Αθήνας το φτερούγισμα της.»

Τρεις περίοδοι της ελληνικής φιλοσοφίας

Με τον ξεπεσμό των τυραννικών καθεστώτων αρχίζει η φιλοσοφία στο τέλος του έβδομου αιώνα. Και αρχίζει στις αποικίες, όπου και οι κοινωνικοί αγώνες τραχύτατοι, όπου κατά συνέπεια και η διαφθορά μεγαλύτερη και λιγότερο ριζωμένες οι παραδόσεις παρά στην κυρίως Ελλάδα. Αυτή ήταν η πρώτη περίοδος. Στην κυρίως Ελλάδα συγκεντρώνεται η φιλοσοφική ζωή μόνο προς το τέλος του πέμπτου αιώνα. Τότε το ελληνικό πνεύμα φθάνει το ζενίθ της λαμπρότητας. Είναι η ώρα που μπορεί ο Περικλής να εκφώνηση τον Επιτάφιο. Αρχίζει τότε εδώ, στην κυρίως Ελλάδα, η δεύτερη, η μεγαλύτερη περίοδος και της ελληνικής και της παγκόσμιας φιλοσοφίας. Ήταν και πάλι ώρα ξεπεσμού. Όχι πια ένα καθεστώς πολιτικό, ολόκληρη η Ελλάδα θρυμματίζεται με την καταστροφή του πελοποννησιακού πολέμου. Η περίοδος αυτή φθάνει ως τα 322 π.Χ., όταν το ελληνικό πνεύμα αρχίζει να γίνεται παγκόσμιο. Τα ανθίσματα της ελληνικής σκέψης, κάτω  από την πνοή του αιώνιου νεανία της ιστορίας, του Αλέξανδρου, διασπείρονται σε όλη την οικουμένη. Αρχίζει η τρίτη περίοδος. 'Αλλά η παγκόσμια αυτή επέκταση του ελληνισμού δεν είναι παρά η αρχή ενός ξεπεσμού ακόμη πλατύτερου. Αυτός πια αγκαλιάζει κάθε τι που ζούσε κάτω  από την ελληνική σκέψη. Και γίνεται τότε η ελληνική φιλοσοφία, η συνειδητή έκφραση της κοινωνικής και ηθικής κατάρρευσης του αρχαίου κόσμου. Το ψυχορράγημα της ελληνικής σκέψης βαστάει αιώνες και μόνο τον πέμπτο αιώνα μ.Χ. σβήνεται ολότελα το φώς της, κάτω  από την παγκόσμια μελαγχολία που σκορπάει ο ίσκιος του Σταυρού. Η ελληνική φιλοσοφία έχει κιόλας, κατά μεγάλο μέρος, μετουσιωθεί στο δόγμα της Εκκλησίας του Χριστού.
Αυτές είναι οι τρεις περίοδοι της ελληνικής φιλοσοφίας, η τραγική και μεγαλόπρεπη πορεία του ελληνικού φιλοσοφικού πνεύματος.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ
Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών
Φιλολογική Πρωτοχρονιά 2000

Δεν υπάρχουν σχόλια: