Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Ρομπερτ Ουερνικ : Η ιστορία από άλλη σκοπιά




Η ιστορία από άλλη σκοπιά

Ασήμαντες λεπτομέρειες απο τη ζωή των προγονων μας οδηγούν ευρωπαίους επιστήμονες σε νέες ερμηνείες των γεγονοτων.

του Ρομπερτ Ουερνικ

Τον Αύγουστο του 1557, ο στρατός του βασιλιά Φιλίππου Β' της Ισπανίας κατέβηκε από τις Κάτω Χώρες και σάρωσε τον γαλλικό στρατό στο Σαίν Κεντέν. Τίποτα πια δεν θα μπορούσε να εμποδίσει τον Φίλιππο να συνεχίσει και να καταλάβει το Παρίσι και ολόκληρη τη Γαλλία, επιβάλλοντας στην Ευρώπη την ισπανική κυριαρχία. Και όμως αυτός δεν κινήθηκε, και τελικά υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τη Γαλλία.
Για τους σύγχρονους του, αυτή η έλλειψη   δράσης   δεν μπορούσε να σημαίνει άλλο από το οτι ο Θεός σάλεψε τις φρένες του ισπανού βασιλιά τη στιγμή της νίκης. Για τον Φερναν Μπρωντέλ, τον κορυφαίο σήμερα μελετητή αυτής της περιόδου (και για πολλούς τον επιφανέστερο από τους ζώντες ιστορικούς) την εξήγηση θα τη βρούμε σε μια φράση που ο Φίλιππος έγραψε λίγο πριν από τη μάχη στον πατέρα του Κάρολο Ε', ο οποίος είχε αποσυρθεί τότε σε μοναστήρι: «si no fata el dinero» —«αν δεν λείψουν τα χρήματα».
Τα χρήματα έλειψαν. Όπως και πολλές υπερδυνάμεις πριν και μετά, η Ισπανία είχε δαπανήσει πολύ περισσότερα από όσα της επέτρεπαν τα μέσα της, και το 1557 έφτασαν οι απλήρωτοι λογαριασμοί. Συγκεκριμένα, ο Φίλιππος θα χρειαζόταν τεράστια ποσά για να μεταφέρει τoν στρατό του από το Σαιν Κεντέν στο Παρίσι. Έπρεπε να διαθέτει  25  μεγάλα κάρα για να μετακινήσουν ένα μόνο πυροβόλο μέσα από βουνά και λαγκάδια και καμιά δεκαριά άλλα για τα πυρομαχικά και τις μπάλες του κανονιού. Οι  ζωοτροφές για τα άλογα έπρεπε να πληρώνονται σε σκληρό νόμισμα. Έτσι, λόγω ελλείψεως σκληρού νομίσματος, η Γαλλία σώθηκε, και το πεπρωμένο της Ευρώπης άλλαξε.
Το επεισόδιο αυτό είναι τυπικό του τρόπου με τον οποίο ο Φερναν Μπρωντέλ και η ομάδα των νέων ιστορικών γύρω του ξαναγράφουν και ερμηνεύουν την ιστορία. Οι ιστορικοί αυτοί ψάχνουν άγρυπνα για αποκαλυπτικές λεπτομέρειες και βρίσκοντας χιλιάδες τέτοιες, μας ενημερώνουν για το παρελθόν μας με έναν τρόπο πραγματικά συναρπαστικό.


Εδώ και μια γενιά περίπου, η ιστορία βασιζόταν πρωταρχικά στα μεγάλα γεγονότα, στους βασιλιάδες και στις ημερομηνίες των σημαντικών μαχών. Η μέθοδος αύτη άφηνε απέξω το 99% των ανθρώπων, όλους δηλαδή τους ανώνυμους που όμως αυτοί έδιναν τις μάχες, καλλιεργούσαν τα χωράφια και πλήρωναν τους φόρους, το χρήμα που κινούσε τις στρατιές. Κατόπιν, το 1929, δύο καθηγητές στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, ο Λυσιέν Φέβρ και ο Μάρκ Μπλοκ, ίδρυσαν την επιθεώρηση Annales (Χρονικά), για να ενθαρρύνουν την επιστημονική έρευνα μέσα από τη σκοπιά της ιστορίας των νοοτροπιών (histoire des mentalites).
Οι δύο καθηγητές επέμεναν να ξεψαχνίζουν τις ανιαρές λεπτομέρειες της ζωής αναζητώντας ενδείξεις για τα κίνητρα των ανθρώπων. Τί λογής ήταν τα σπίτια όπου ζούσαν; Ποσό πλήρωναν το ψωμί; Πόσο σκληρά δούλευαν και τί έκαναν όταν δεν είχαν δουλειά; Τί πίστευαν για τους πολέμους στους οποίους τους έριχναν αδιάκοπα οι βασιλιάδες τους; Οι δύο ιστορικοί χρειάστηκε να αναζητήσουν σκόρπια μνημεία της καθημερινής ζωής —λογιστικά βιβλία εμπόρων, παλιές ερωτικές επιστολές, σχολικά βιβλία, ζωγραφιές— και να επιστρατεύσουν ανθρωπολόγους, οικονομολόγους και κοινωνιολόγους για να τους βοηθήσουν στην ερμηνεία αυτών των ντοκουμέντων.
Ένας από τους πρώτους ενθουσιώδεις θιασώτες αυτής της απομάκρυνσης από τη συμβατική ιστορία ήταν ο Φερναν Μπρωντέλ, σπουδαστής τότε της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, ο όποιος σαν θέμα για τη διδακτορική διατριβή του είχε διαλέξει την ισπανική διπλωματία του 16ου αιώνα στην περιοχή της Μεσογείου.
Πώς μπορούμε, ρώτησε ο Μπρωντέλ, να μιλήσουμε για τη διπλωματία χωρίς να γνωρίζουμε τους ανθρώπους και το περιβάλλον τους; Ακόμη και οι βασιλιάδες και οι πάπες του 16ου αιώνα αφιέρωναν στη συζήτηση για τον καιρό τόσο χρόνο όσον αφιέρωναν σχεδόν και στις συζητήσεις για τον Θεό ή το χρήμα, δεδομένου ότι τότε ο καιρός επηρέαζε τη ζωή των ανθρώπων πολύ περισσότερο από όσο σήμερα. Οι συνθήκες ειρήνης συνάπτονταν τον χειμώνα, επειδή δεν υπήρχαν ούτε τα χρήματα ούτε οι τεχνικές γνώσεις για να εξακολουθούν οι στρατοί να πολεμούν όταν έκανε κρύο. Έτσι οι άνθρωποι πολεμούσαν ολόκληρο το καλοκαίρι, και το φθινόπωρο άρχιζαν να διαπραγματεύονται κάποια συμφωνία.
Τελικά, το πλαίσιο της διατριβής του Μπρωντέλ περιέλαβε τη γεωγραφία της Μεσογείου, το κλίμα, τους εμπορικούς δρόμους, το πόσοι άνθρωποι καλλιεργούσαν τη γη, πώς έκαναν τις επιχειρήσεις τους και πώς πολεμούσαν. Ο Μπρωντέλ υποχρεώθηκε να περιλάβει επίσης το εμπόριο μπαχαρικών με την Άπω Ανατολή, το δουλεμπόριο με την Αφρική, το ασήμι του Περού και τις ρέγγες της Βόρειας Θάλασσας και της Βαλτικής· ουσιώδη πράγματα όλα αυτά για τη ζωή των λαών της Μεσογείου τον 16ο αιώνα. Ο Μπρωντέλ διάβασε πάνω από χίλια βιβλία και αμέτρητα χειρόγραφα σε δέκα και πλέον ευρωπαϊκές βιβλιοθήκες. Το 1939 είχε γεμίσει 10.000 καρτέλες με σημειώσεις.


Τότε ο Μπρωντέλ επιστρατεύθηκε. Τον Ιούλιο του 1940 συνελήφθη αιχμάλωτος και πέρασε πέντε χρόνια σε γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ήταν χρόνια κρύου και πείνας, άλλα και άφθονου ελεύθερου χρόνου. Κατάφερε λοιπόν να συνεχίσει να δουλεύει το βιβλίο του. Οι δέκα χιλιάδες καρτέλες του ήταν ολοκάθαρες στο μυαλό του, και οι φίλοι του από την πατρίδα του έστελναν σχολικά τετράδια που αυτός μέρα με την ήμερα τα γέμιζε με τους στοχασμούς του για τη μακρινή Μεσόγειο.
Το 1949 βγήκε ένας τόμος 1.200 σελίδων, «Η Μεσόγειος και ο κόσμος της την εποχή του Φιλίππου Β'». Παρά τον διόλου ελκυστικό τίτλο του και την πληθώρα των υποσημειώσεων του, το βιβλίο ήταν τόσο πλούσιο σε αποκαλύψεις ώστε βρήκε πολλούς αναγνώστες σε όλο τον κόσμο. Το 1967 κυκλοφόρησε σε δεύτερη έκδοση, και ακολούθησαν δύο ακόμη εκδόσεις μέσα στα επόμενα δώδεκα χρόνια.
Όταν μας καθοδηγεί ο Μπρωντέλ, οι απαντήσεις της κοινής λογικής ξεκαθαρίζουν πολλά φαινομενικά ιστορικά αινίγματα. Λόγου χάρη, γιατί ο Φίλιππος Β' χρειαζόταν πάντοτε τόσο πολύν καιρό για να πάρει τις αποφάσεις του; Επειδή προσπαθούσε να κυβερνήσει μια παγκόσμια αυτοκρατορία από τη Μαδρίτη, και του χρειάζονταν κάπου 125 μέρες για να πάρει πληροφορίες από τις κτήσεις του στην Ιταλία και τις Κάτω Χώρες, για να μη μιλήσουμε για τη Μανίλα, απ' όπου χρειάζονταν μέχρι και δύο χρόνια για να φτάσει μια είδηση.
Ο Μπρωντέλ, 80 χρονών σήμερα, λιπόσαρκος, με άφθονα άσπρα μαλλιά, έχει δει τα δύο μεγαλύτερα έργα του, τη Μεσόγειο και το ακόμη πιο φιλόδοξο «Πολιτισμός και καπιταλισμός, 15ος - 18ος  να αναγνωρίζονται σαν κλασικά. Διετέλεσε επί 25 σχεδόν χρόνια καθηγητής στο έγκριτο Κολέγιο της Γαλλίας, και μαζί με τον Λυσιέν Φέβρ και άλλους ιστορικούς ίδρυσε τη Σχολή Ανωτάτων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών. Μετά τον θάνατο των ιδρυτών τους, ανέλαβε τη διεύθυνση των Annales, που η απορροή τους μεγάλωνε χρόνο με τον χρόνο.
Στην Ιταλία λόγου χάρη, όπου η ιστοριογραφία είχε ουσιαστικά σβήσει την εποχή που το παρελθόν έπρεπε να ξαναγραφτεί σύμφωνα με τις προτιμήσεις του κόμματος που κυβερνούσε, το ύφος και το αντικείμενο των Annales βοήθησαν να αναγεννηθεί η ιστορική επιστήμη. Παrόμοια, στην Ουγγαρία και στην Πολωνία, νεαροί ιστοριογράφοι συνδυάζουν το μαρξιστικό δόγμα με την προσέγγιση των Annales. Έχουν εξετάσει αναρίθμητα έγγραφα τσιφλικιών στα οποία εργαζόταν και ζούσε ο μεγάλος όγκος του πληθυσμού, για να φιλοτεχνήσουν μιά πληρέστερη εικόνα της ζωής, τόσο των χωρικών όσο και των ευγενών.
Στο έργο του “Πολιτισμός και καπιταλισμός”, ο Μπρωντέλ προσπάθησε να δείξει πώς άλλαξε η ζωή στα περισσότερο αναπτυγμένα μέρη του κόσμου, ανάμεσα στον 15ο και τον 18ο αιώνα, από την εισαγωγή του χαρτονομίσματος ως τα δημοτικά συστήματα αποχέτευσης και ως τη χρήση ασημικών στο τραπέζι (δεν έχετε παρά να κοιτάξετε πίνακες του 15ου αιώνα που παριστάνουν συμπόσια, και θα δείτε βασιλιάδες και αυτοκράτορες να παίρνουν το φαγητό μέσα από τις πιατέλες με τα δάχτυλα).
Πράγματι, το φαγητό και οι σχετικές συνήθειες προσφέρουν μερικές από τις πιο συναρπαστικές σελίδες και δίνουν επίσης μια εξήγηση για την εντυπωσιακή έκρηξη της ευρωπαϊκής δύναμης από τον 16ο ως τον 19ο αιώνα. Το έδαφος και το κλίμα της Ευρώπης προσφέρονταν θαυμάσια για την εκτροφή βοοειδών, και σε όλη την ιστορία τους οι Ευρωπαίοι αγαπούσαν το κρέας. Καθώς τους έλειπαν τα ψυγεία, οι παλιοί Ευρωπαίοι λαχταρούσαν το πιπέρι και τα μπαχαρικά από τις Ανατολικές Ινδίες για να ξεγελούν κάπως τη γεύση του κρέατος που δεν ήταν και Τάσο φρέσκο. Έτσι, έμαθαν τη δύσκολη τέχνη της ωκεανοπλοΐας και μπαρκάρισαν για τα επικίνδυνα ταξίδια που είχαν ως αποτέλεσμα μερικά μικρά ευρωπαϊκά βασίλεια να κυριαρχήσουν σε μεγάλες περιοχές της Γης.


Οι αλλαγές στη μόδα της αμφίεσης βοήθησαν εξάλλου τον Μπρωντέλ να αποδείξει πώς τα μεγάλα κράτη επηρέαζαν τα μικρά. Όταν η Ισπανία έλεγχε την Ευρώπη, οι ευγενείς σε ολόκληρη την ήπειρο, ακόμη και στις χώρες που ήταν σε πόλεμο με την Ισπανία, φορούσαν μαύρα, όπως φαίνεται στα πορτραίτα της εποχής, σύμφωνα με το αυστηρό στυλ της αυλής της Μαδρίτης. Όταν ανέλαβε η Γαλλία, έγινε του συρμού το πολύχρωμο ντύσιμο. Όταν η Βρετανία διαφέντευε στους ωκεανούς, οι πάντες, ακόμη και ο αυτοκράτορας της Ιαπωνίας, προσπαθούσαν να ντύνονται σαν Άγγλοι, όπως ακριβώς στις μέρες μας ακόμη και οι νέοι των ανατολικών χωρών φορούσαν τζίν αμερικανικού στυλ.
Εξίσου γόνιμο υλικό για τον σύγχρονο ιστορικό αποτελούν οι αλλαγές στις σχέσεις των δύο φύλων. Σήμερα μιλούμε για την πληθυσμιακή έκρηξη σαν να πρόκειται για εμπειρία πρωτοφανή για το ανθρώπινο είδος. Ωστόσο οι «ανναλιστές» επισημαίνουν ότι στα τέλη του Μεσαίωνα υπήρξε ήδη πληθυσμιακή έκρηξη που έφτασε στην κορύφωση της γύρω στα 1340.  Αν ληφθούν υπόψη οι καλλιεργητικές μέθοδοι της εποχής εκείνης, η Δυτική Ευρώπη είχε πολύ περισσότερους κατοίκους απ' όσους μπορούσε να θρέψει. Ύστερα ο πληθυσμός έπαψε απότομα να μεγαλώνει, και μέσα στους τέσσερις επόμενους αιώνες δεν αυξήθηκε αξιοσημείωτα.
Γιατί; Λόγω των διαδοχικών κυμάτων της πανώλης φυσικά. Αλλά χιλιάδες εκκλησιαστικά ληξιαρχικά μητρώα που έχουν φτάσει ως εμάς και που αναλύθηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη δείχνουν επίσης ότι ενώ στα τέλη του Μεσαίωνα οι γονείς πάντρευαν τα κορίτσια τους στα 16 ή στα 17 τους χρόνια, η ηλικία γάμου των κοριτσιών άρχισε να ανεβαίνει   στους   επόμενους   αιώνες, ώσπου κατά τη δεκαετία του 1750 έφτασε στα 25. Η έκφραση «πληθυσμιακή έκρηξη» δεν είχε καν εφευρεθεί, αλλά εκατομμύρια Ευρωπαίοι, σαν άτομα, την εφάρμοζαν, περιορίζοντας τα χρόνια τεκνογονίας των θυγατέρων τους.


Τα διευρυνόμενα ενδιαφέροντα των ιστορικών ανοίγουν αδιάκοπα καινούργιες πηγές πληροφοριών. Τα αρχεία του τοπικού Γραφείου της Ιερής Εξέτασης στο Μονταγιού της Γαλλίας, όπου τον 16ο αιώνα κατοικούσαν Αλβιγηνοί, εξασφάλισαν στον Εμμαννέλ Λέ Ρουά Λαντυρί υλικό για το μπέστ-σέλλερ του Μονταγιού, ένα οξιτανικό χωριό. Άλλος ερευνητής βρήκε τη μέθοδο να μετρά την υποχώρηση του θρησκευτικού αισθήματος στην Ευρώπη, εξετάζοντας χιλιάδες διαθήκες από τον 16ο αιώνα και ύστερα. Στην αρχή οι διαθήκες ήταν πρώτα απ' όλα θρησκευτικά έγγραφα, γεμάτες ευσεβείς σκέψεις και υποσχέσεις, που καθόριζαν τον τρόπο της ταφής και άφηναν χρήματα  για  λειτουργίες,  για  την ανάπαυση της ψυχής του εκλιπόντος. Άλλα τον 18ο αιώνα η διαθήκη είχε γίνει αυτό που είναι σήμερα, Κατά βάση οικονομικό έγγραφο. Έτσι οι νέοι ιστορικοί συγγραφείς συνεχίζουν το έργο της αναμόρφωσης των απόψεων μας για το παρελθόν.
Ο Μπρωντέλ βοήθησε, προσφέροντας την εποπτεία του σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα από 12 επεισόδια, με θέμα την ιστορία Γης Μεσογείου, το οποίο κάποια εφημερίδα αποκάλεσε «μνημειώδες σήριαλ». Επίσης  το  1982 τελείωσε ένα άλλο έργο του με τίτλο «Οικονομική και κοινωνική Ιστορία της Γαλλίας». Έμεναν όμως ακόμη να μελετηθούν εκτεταμένες περιοχές του παρελθόντος, και ο πρωτοπόρος Μπρωντέλ, μη εννοώντας να αναπαυθεί στις δάφνες του συνέχισε την συγγραφή έργων ιστορικών μέχρι το θάνατό του  στις 27 Νοεμβρίου 1985.

Φερνάν Μπρωντέλ


Ο Φερνάν Μπρωντέλ (Fernand Paul Achille Braudel, 24 Αυγούστου 1902 – 27 Νοεμβρίου 1985) ήταν Γάλλος ιστορικός. Είναι ο σπουδαιότερος Γάλλος ιστορικός της μεταπολεμικής περιόδου και εξέχουσα μορφή της Σχολής των Annales. Οργάνωσε την ακαδημαϊκή του πορεία γύρω από τρεις μεγάλες εργασίες, καθεμιά από τις οποίες πήρε δεκαετίες εντατικής μελέτης: "Η Μεσόγειος" (1923-49, έπειτα 1949-66), "Πολιτισμός και Καπιταλισμός" (1955-79), και το ανολοκλήρωτο, "Ταυτότητα της Γαλλίας" (1970-85).
Η φήμη του πηγάζει εν μέρει από τα γραπτά του, αλλά πολύ περισσότερο από την επιτυχία του στο να καταστήσει τη Σχολή Annales την πιο σημαντική μηχανή ιστορικής έρευνας στη Γαλλία και σε αρκετά μέρη του κόσμου, μετά το 1950. Ως η κύρια μορφή της Σχολής Annales της ιστοριογραφίας κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960, άσκησε τεράστια επιρροή στη γραφή της ιστορίας στη Γαλλία και σε άλλες χώρες.
Ο Μπρωντέλ έχει θεωρηθεί ως ένας από τους σπουδαιότερους εκείνους ιστορικούς που έχουν δώσει έμφαση στο ρόλο μεγάλης κλίμακας κοινωνικοοικονομικών παραγόντων στη γραφή και αφήγηση της ιστορίας. Είναι επίσης δυνατόν να θεωρηθεί ως ένας από τους προδρόμους της Θεωρίας Παγκόσμιων Συστημάτων.
Βιογραφία
Ο Μπρωντέλ γεννήθηκε το 1902 στην Λυμεβίλ-αν-Ορνουά (Luméville-en-Ornois), στο διαμέρισμα Μεζ της Γαλλίας, όπου επίσης έζησε με τη γιαγιά του για αρκετό χρονικό διάστημα. Ο πατέρας του, ο οποίος ήταν μαθηματικός, τον βοήθησε στις σπουδές του. Ο Μπρωντέλ μελέτησε ακόμη αρκετά τα λατινικά και τα ελληνικά. Αγαπούσε την Ιστορία και έγραφε ποίηση. Ήθελε να σπουδάσει Ιατρική, αλλά ο πατέρας του ήταν αντίθετος με την ιδέα αυτή. Το 1922 ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο φιλολογικό τμήμα του Πανεπιστημίου του Παρισιού. Σε ηλικία 20 ετών έγινε υφηγητής (γαλλ.: agrégé) της Ιστορίας. Καθώς δίδασκε σε σχολείο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Αλγερία, μεταξύ του 1923 και του 1932, γοητεύτηκε από την Μεσόγειο Θάλασσα και καθετί γύρω από αυτή. Από το 1932 μέχρι το 1935 δίδασκε στα παρισινά λύκεια Παστέρ, Κοντορσέ και Ερρίκου Δ΄. Γνώρισε τον Λυσιέν Φεβρ (Lucien Febvre), συνιδρυτή του σημαντικού περιοδικού Annales, ο οποίος επρόκειτο να επηρεάσει σημαντικά το έργο του.
Μέχρι το 1900 οι Γάλλοι παγίωσαν την πολιτιστική τους κυριαρχία στην Βραζιλία με την εγκαθίδρυση της Βραζιλιάνικης Ακαδημίας Καλών Τεχνών. Η Βραζιλία είχε, ωστόσο. ακόμη έλλειψη σε πανεπιστήμια, και το 1934 ο γαλλόφιλος Χούλιο δε Μεσκουΐτα Φίλιο (Julio de Mesquita Filho) προσεκάλεσε τον ανθρωπολόγο Κλωντ Λεβί-Στρος και τον Μπρωντέλ να βοηθήσουν στην ίδρυση ενός νέου πανεπιστημίου. Το αποτέλεσμα ήταν η ίδρυση του Πανεπιστημίου του Σάο Πάολο. Ο Μπρωντέλ αργότερα είπε πως ο χρόνος του στη Βραζιλία ήταν "η σπουδαιότερη περίοδος της ζωής του". Επέστρεψε στο Παρίσι το 1937 και το 1939 κατατάχθηκε στον Στρατό, αλλά συνελήφθη αιχμάλωτος το 1940 και κρατήθηκε σε στρατόπεδο κοντά στο Λίμπεκ (Lübek) της Γερμανίας, όπου, εργαζόμενος από μνήμης, οργάνωσε το μεγάλο του έργο Η Μεσόγειος και ο μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β΄. Μερικά από τα κίνητρα συγγραφής του βιβλίου, όπως είπε, ήταν ότι, ως "Βόρειος" αγάπησε, τελικά, τη Μεσόγειο. Μετά τον Πόλεμο δούλεψε με τον Φεβρ σε ένα καινούριο κολέγιο, που ιδρύθηκε ξεχωριστά από το Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, αφιερωμένο στην Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία.


Ο Μπρωντέλ είχε ήδη αρχίσει αρχειακή έρευνα στο διδακτορικό του για τη Μεσόγειο όταν υπήχθη στην επιρροή της Σχολής των Annales, γύρω στο 1938, αφού μπήκε στην Πρακτική Σχολή Ανωτάτων Σπουδών (École Pratique des Hautes Études) ως ιστορικός σύμβουλος. Εργάστηκε με τον Φεβρ, ο οποίος αργότερα διάβασε τις πρώιμες εκδόσεις του magnum opus του Μπρωντέλ και του παρείχε εκδοτικές συμβουλές. Κατά το ξέσπασμα του πολέμου το 1939, κλήθηκε στο στρατό και τελικά αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς (1940-45). Καθώς ήταν αιχμάλωτος πολέμου, ο Μπρωντέλ δεν είχε πρόσβαση σε βιβλία ή σημειώσεις· βασίστηκε στο αξιοθαύμαστο μνημονικό του για να μελετήσει και να αντλήσει πληροφορίες για το έργο του.
Το 1949 εξελέγη στο Κολλέγιο της Γαλλίας μετά την απόσυρση του Φεβρ. Το 1947, μαζί με τους Φεβρ και Μοραζέ, ο Μπρωντέλ ίδρυσε το γνωστό "Έκτο Τμήμα" (Sixième Section) για "Οικονομικές και Κοινωνικές Επιστήμες" στην Πρακτική Σχολή Ανωτάτων Σπουδών. Αποσύρθηκε το 1968, και το 1983 εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας.
Το 1962 συνέγραψε Μια Ιστορία των Πολιτισμών ως βάση μιας ιστορικής σειράς, αλλά η απόρριψη της παραδοσιακής αφήγησης - βασισμένης σε γεγονότα - κρίθηκε αρκετά ριζοσπαστική από το Γαλλικό Υπουργείο Παιδείας, το οποίο και απέρριψε το βιβλίο.
Εκτός από τη Μεσόγειο, το πιο γνωστό έργο του είναι το τρίτομο Υλικός πολιτισμός, καπιταλισμός και οικονομία, XV - XVIII, XVe-XVIIIe, που πρωτοεμφανίστηκε το 1979. Είναι μια εκτενής σε κάλυψη ιστορία του προβιομηχανικού σύγχρονου κόσμου, που παρουσιάζει τη λεπτομερή κάλυψη που απαιτεί η σχολή της κλειομετρικής, που εστιάζει στο πώς οι άνθρωποι έθεσαν τις βάσεις λειτουργίας των οικονομιών. Όπως όλα τα μεγάλα του έργα, αναμειγνύει το παραδοσιακό οικονομικό υλικό με εκτενή περιγραφή του κοινωνικού αντίκτυπου οικονομικών γεγονότων στην καθημερινή ζωή, και δίνει ιδιαίτερη προσοχή στη διατροφή, τη μόδα, τις κοινωνικές νόρμες και παρεμφερείς περιοχές.
Ο Μπρωντέλ υποστηρίζει ότι υπάρχουν μακροπρόθεσμοι κύκλοι στην καπιταλιστική οικονομία, οι οποίοι αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη το 12ο αιώνα. Πόλεις και αργότερα εθνικά κράτη ακολουθούν το ένα το άλλο διαδοχικά ως κέντρα αυτών των κύκλων. Η Βενετία και η Γένοβα το 13ο με 15ο αιώνα (1250–1510), η Αμβέρσα το 16ο (1500–1569), το Άμστερνταμ το 16ο με 18ο (1570–1733), το Λονδίνο και η Αγγλία το 18ο και 19ο (1733–1896). Υποστήριζε ότι "δομές" — λέξη που χρησιμοποιεί για να δηλώσει αρκετά είδη οργανωμένων συμπεριφορών, στάσεων, και συνηθειών, όπως επίσης και κυριολεκτικά δομές και υποδομές — που οικοδομήθηκαν στην Ευρώπη κατά το Μεσαίωνα που συνέβαλαν σε ή ίσως ήταν υπαίτιες για την επιτυχία των βασισμένων στην Ευρώπη πολιτισμών μέχρι σήμερα. Αρκετές από αυτές φαίνεται να αποδίδει στη μακρόβια ανεξαρτησία πόλεων-κρατών, τα οποία, παρότι αργότερα αντικαταστάθηκαν από γεωγραφικά κράτη, δεν ήταν πάντα εντελώς υπό πίεση - ίσως για λόγους ωφέλειας.
Ένα χαρακτηριστικό του έργου του Μπρωντέλ είναι η εμφανής συμπόνια του για τη δυστυχία περιθωριποιημένων ανθρώπων. Επισημαίνει το προφανές, ότι οι περισσότερες ιστορικές πηγές προέρχονται από τις οικονομικά (ή τουλάχιστον πνευματικά) ισχυρές τάξεις — αυτές που είναι είτε πλούσιες είτε αναρριχώνται για να γίνουν. Δίνει σημασία στις φαινομενικά εφήμερες ζωές σκλάβων, δουλοπάροικων και χωρικών, όπως επίσης και των πτωχών αστών, και υποδεικνύει τις προσφορές τους στον πλούτο και τη δύναμη των αντίστοιχων αφεντών και κοινωνιών. Πράγματι, φαίνεται να θεωρεί πως οι άνθρωποι αυτοί σχηματίζουν το πραγματικό υλικό του πολιτισμού. Η εργασία του συχνά διευκρινίζεται με ταυτόχρονες απεικονίσεις της καθημερινής ζωής, σπάνια με εικόνες ευγενών ή βασιλέων.



Έργα μεταφρασμένα στα ελληνικά

Η Μεσόγειος και ο μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β' της Ισπανίας, ΜΙΕΤ, 1999 ISBN 960-250-134-0 (τρεις τόμοι)
Μεσόγειος (τρεις τόμοι)
        Α΄: Ο ρόλος του περιγύρου, μτφ. Κλαίρη Μιτσοτάκη, ΜΙΕΤ
        Β΄: Συλλογικά Πεπρωμένα, μτφ. Κλαίρη Μιτσοτάκη, ΜΙΕΤ
        Γ΄: Γεγονότα, Πολιτική, Άνθρωποι, μτφ. Κλαίρη Μιτσοτάκη, ΜΙΕΤ
Μπρωντέλ, Ντυμπύ (Duby), Η Μεσόγειος, Εκδ. Αλεξάνδρεια
Κοινωνική Ανθρωπολογία, ΜΙΕΤ, 2005, μτφ. Άρης Αλεξάκης, 787 σελ.
Οι μνήμες της Μεσογείου, Α. Α. Λιβάνης, 2000, μτφ. Ουγουρλόγλου Κλεοπάτρα, σελ. 476
Γραμματική των Πολιτισμών, ΜΙΕΤ, 2001, μτφ. Άρης Αλεξάκης, σελ. 784, ISBN 978-960-250-219-8
Υλικός Πολιτισμός, Οικονομία και Καπιταλισμός (δύο τόμοι), ΜΙΕΤ, μτφ. Αικατερίνη Ασδραχά
Η δυναμική του Καπιταλισμού, Αλεξάνδρεια, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε
Η Μεσόγειος: Άνθρωποι και πολιτισμική κληρονομιά, Αλεξάνδρεια, μτφ. Κώστας Αντύπας
Η Μεσόγειος: Ο Χώρος και η Ιστορία, Αλεξάνδρεια, μτφ. Έφη Αβδελά, Ρίκα Μπενβενίστε
Μελέτες για την Ιστορία, Μνήμων, μτφ. Ρόδη Σταμούλη, Οντέτ Βαρών
Υλικός Πολιτισμός, Οικονομία και Καπιταλισμός, Μορφωτικό Ινστιτούτο Αγροτικής Τράπεζα, 1995 σετ δυο τόμων ISBN 960-8405-12-2

Πηγές :

Επιλογές από το RD

Βικιπαίδεια


Δεν υπάρχουν σχόλια: