Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

7 ανακάμψεις … από 8 κρίσεις





7 ανακάμψεις … από 8 κρίσεις
Αν οι κρίσεις απλώς συμβαίνουν, οι ανακάμψεις χρειάζονται προσεκτικό σχεδιασμό, γρήγορες  κινήσεις και όσο γίνεται λιγότερα θύματα.
Εξετάζουμε πώς οι οικονομίες κατάφεραν να ξεπεράσουν τις μεγαλύτερες κρίσεις στην Ιστορία και τι είδους ενέργειες  γίνονται για την καταπολέμηση της σημερινής.

ΕΡΕΥΝΑ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ
ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΘΕ ΚΡΙΣΗ ΓΡΑΦΕΙ  Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΟΥΦΑΚΗΣ,
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ



Η μεγάλη ύφεση του 1929
Η ΚΡΙΣΗ
Είναι από τις λίγες οικονομικές κρίσεις που έχει χαραχτεί βαθιά στη συλλογική μνήμη και το φάντασμα της μας τρομάζει ακόμα. Πριν από την κατάρρευση του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης τον Οκτώβριο του 1929, είχε προηγηθεί ένα όργιο κερδοσκοπίας, βασιζόμενο στην άπλετη ρευστότητα, στο δανεισμό και στις θεωρούμενες χρηματοοικονομικές καινοτομίες (εταιρείες επενδύσεων, εταιρείες συμμετοχών κ.ά.). Πολλά έχουν γραφτεί για τα αίτια της μεγάλης κρίσης, οι πάντες, ωστόσο, συμφωνούν ότι ένα από τα πιο καθοριστικά στοιχεία ήταν ο υπερβολικός δανεισμός. Εν συνεχεία η κρίση εξαπλώθηκε από χώρα σε χώρα μέσω της κατάρρευσης του κανόνα του χρυσού. Εξαιτίας της απώλειας της εμπιστοσύνης προς το τραπεζικό σύστημα και το χρήμα, οι κεντρικές τράπεζες, για να προστατεύσουν τον κανόνα του χρυσού, προχώρησαν σε μεγάλη αύξηση επιτοκίων. Η επιλογή αυτή οδήγηοε στη συντριβή των οικονομιών τους.
ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Είχε καταστροφικές επιπτώσεις τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και τις αναπτυσσόμενες χώρες. Το διεθνές εμπόριο συρρικνώθηκε, η ανεργία εκτοξεύτηκε σε πολύ υψηλά επίπεδα, η παράγωγη μειώθηκε, τα εισοδήματα κατέρρευσαν. Το 1933 το ΑΕΠ των ΗΠΑ ήταν μικρότερο σχεδόν κατά το 1 /3 από το ΑΕΠ του 1929, ενώ 13 εκατ. άνθρωποι (σχεδόν 25% του εργατικού δυναμικού) ήταν άνεργοι και ζούσαν σε συνθήκες εξαθλίωσης. Στη Βρετανία η ανεργία ανήλθε στο 26,6% το 1931, ενώ στη Γερμανία ξεπέρασε το 33,7%.
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Για την αντιμετώπιση της μεγάλης κρίσης ο πρόεδρος Χούβερ δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει, σε ευρεία κλίμακα, τις ιδέες του Τζον Μέιναρντ Κέινς για την ενίσχυση της ενεργού ζήτησης μέσω των δημόσιων δαπανών. Με γενναίες περικοπές φόρων και μεγάλες δημόσιες επενδύσεις προσπάθησε να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη του επιχειρηματικού κόσμου και να τους παρακινήσει σε επενδύσεις. Ωστόσο, ο επιχειρηματικός κόσμος δεν ακολούθησε. Υπό την επήρεια του φόβου που προκαλούσε η άνοδος του κομμουνισμού και με φρέσκες τις μνήμες της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία το 1917, ο επιχειρηματικός κόσμος της Αμερικής αντιμετώπισε αρνητικά την ενίσχυση της κρατικής παρουσίας στην οικονομία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την καθήλωση της οικονομίας για πολλά χρόνια. Το τέλος της κρίσης στις ΗΠΑ οριοθετείται το 1939, με την ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας και οικονομίας για την αντιμετώπιση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου να αποτελεί το όχημα της ανάκαμψης. Μετά τον πόλεμο οι ΗΠΑ πήραν τα οικονομικά πρωτεία και, με έμφαση αρχικά στη βιομηχανία και σήμερα στην καινοτομία, παραμένουν το πιο προηγμένο οικονομικά κράτος.
ΣΧΟΛΙΟ
To 1929 ο κόσμος άλλαξε. Το Κραχ και η κρίση που ακολούθησε μόνο με τον τεράστιο μετεωρίτη, η πρόσκρουση του οποίου άλλαξε το κλίμα του πλανήτη (και οδήγησε τους δεινόσαυρους στην εξαφάνιση), μπορεί να συγκριθεί. Η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, η δίνη ύφεσης και χρεών που ακολούθησε σε ολόκληρη την οικουμένη, η αποτυχία δύο καίριων αγορών (εκείνη της εργασίας και η άλλη του κεφαλαίου) να ανακάμψουν από μόνες τους, η σταδιακή αποδόμηση του κοινού νομίσματος της εποχής (του κανόνα του χρυσού), η ανικανότητα των πολιτικών να αντιδράσουν συντονισμένα και οικουμενικά ώστε να επιβραδύνουν τη βύθιση των κοινωνιών της αγοράς στη φτώχεια, στη μισαλλοδοξία και στον εθνικισμό,  ήταν οι πρώτες ύλες ενός νέου κόσμου που, δυστυχώς χρειάστηκαν ανθρωποθυσίες εβδομήντα εκατομμυρίων ψυχών για να γεννηθεί μετά τον πόλεμο. Από τότε υπήρξαν πολλές κρίσεις. Η κατάρρευση του Bretton Woods το 1971, οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979, η κρίση χρέους του Τρίτου Κόσμου, η μαζική ανεργία στις αρχές της δεκαετίας του '80, το χρηματιστηριακό κραχ τον Οκτώβριο του 1987, η ύφεση τον 1991, οι κρίσεις στη Λ. Αμερική, στη ΝΑ Ασία, στη Ρωσία, η καθίζηση της πολλά υποσχόμενης «Νέας Οικονομίας» το 2001... Όμως, πολύ φοβάμαι ότι το 2008 είναι η δεύτερη μεγάλη στιγμή στην ανθρώπινη Ιστορία. Το κομβικό σημείο που θα καταγραφεί στην Ιστορία ως δεύτερο 1929. Αν και είναι νωρίς να εκτιμήσουμε τον τρόπο που αυτό το νέο 1929 θα διαμορφώσει τον 21ο αιώνα, ένα είναι σίγουρο: Ο μετά το 2008 κόσμος θα θυμίζει αυτά που κάποτε παίρναμε ως δεδομένα, όσο ο μεταπολεμικός κόσμος θύμιζε την προ του 1929 εποχή: πολύ, πολύ λίγο.



1973-75: Τραπεζική κρίση στο Ηνωμένο Βασίλειο
Η ΚΡΙΣΗ
Την πυροδότησε η κατακόρυφη μείωση των τιμών στην αγορά ακίνητων. Η άνοδος στις τιμές τους ξεκίνησε από τα μέσα του 1960. Ωστόσο, η επιθετική πολιτική χορήγησης δανείων την οποία ακολουθούσαν πολλές μικρές τράπεζες οδήγησε στο σχηματισμό «φούσκας». Τα προβλήματα  επιδείνωσε η διάλυση του συστήματος των σταθερών ισοτιμιών του Bretton Wood's, η πετρελαϊκή κρίση του 1973 και η κατάρρευση των χρηματιστηρίων που εκδηλώθηκε την ίδια περίοδο σε όλο τον κόσμο. Από τις αρχές του 1973 μέχρι το τέλος του 1974 το Χρηματιστήριο του Λονδίνου συντρίβεται, καταγράφοντας απώλειες της τάξης του 73%.
ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Το σπάσιμο της «φούσκας» έφερε αντιμέτωπες με το φάσμα της χρεοκοπίας πολλές δεκάδες μικρότερου μεγέθους τράπεζες, οι οποίες είχαν πραγματοποιήσει «επιθετικές» χορηγήσεις δανείων για ακίνητα. Το ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε κατά 2,5% το 1974, ενώ η κρίση ενέτεινε την πολιτική αβεβαιότητα αλλά και τις αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας με συνεχείς απεργίες και κοινωνικές εντάσεις. Η μεγάλη αύξηση του πληθωρισμού και της ανεργίας και η παρακμή της βιομηχανίας της χώρας μετέτρεψε το πάλαι ποτέ κραταιό Ηνωμένο Βασίλειο στον μεγάλο ασθενή της Ευρώπης. Το οικονομικό αδιέξοδο οδήγησε, το 1979, στην άνοδο στην εξουσία της Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία ακολούθησε ριζοσπαστική πολιτική με κύριο άξονα τη μείωση της κρατικής παρουσίας στην οικονομία.
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Το φάσμα της κατάρρευσης πολλών μικρών τραπεζών δημιούργησε ανησυχία για το ενδεχόμενο γενικότερης αποσταθεροποίησης του τραπεζικού συστήματος της χώρας και προκάλεσε τη δυναμική παρέμβαση της Κεντρικής Τράπεζας της Αγγλίας, η οποία διέσωσε περίπου 30 μικρές τράπεζες από χρεοκοπία, ενώ στήριξε δεκάδες άλλες προκειμένου να αντέξουν τις επιπτώσεις της κρίσης. Η ανάκαμψη της αγοράς ακινήτων τοποθετείται το Δεκέμβριο του 1974, όταν η κυβέρνηση Χιθ ακύρωσε το πάγωμα μισθώσεων που είχε επιβληθεί το 1971. Ωστόσο, η ανάκαμψη των ακινήτων και του τραπεζικού συστήματος δεν στάθηκε ικανή ώστε η βρετανική οικονομία να βρει το βηματισμό της.
ΣΧΟΛΙΟ
Από τις αρχές του 20ού αιώνα, η Βρετανία αρχίζει να χάνει το εμπορικό της πλεόνασμα, καθώς η «Κίνα» της εποχής, οι ΗΠΑ, αντιγράφουν και βελτιώνουν την τεχνολογία της Γηραιάς Αλβιώνας και την εφαρμόζουν σε νέες βάσεις. Όμως το βρετανικό ισοζύγιο πληρωμών παραμένει θετικό ελέω εμπορικού πλεονάσματος της Ινδίας, το οποίο κατόπιν μετανάστευε υπό τη μορφή κεφαλαιακών εισροών στο City του Λονδίνου, κλείνοντας έτσι τις τρύπες του βρετανικού ισοζυγίου πληρωμών. Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος απεδείχθη βαρύ πλήγμα για τη βρετανική οικονομία, τόσο επειδή οδήγησε την αυτοκρατορία στη διάλυση, όσο και επειδή οι ΗΠΑ έδειξαν μεγάλη σκληρότητα στις οικονομικές τους συναλλαγές με το Λονδίνο. Η απόρριψη των προτάσεων του Κέινς στο Bretton Woods και η απόφαση των ΗΠΑ να στηρίξουν, μεταπολεμικά, τις βιομηχανίες της Γερμανίας και της Ιαπωνίας καταδεικνύουν την επιταχυνόμενη υποχώρηση της Βρετανίας ως βιομηχανικής υπερδύναμης. Ο ένας τομέας της χώρας που παρέμεινε κραταιός ήταν ο χρηματοπιστωτικός. Κι όπως συμβαίνει σε όλες τις επικράτειες όπου η έμφαση δίδεται στον χρηματοπιστωτικό τομέα, η διασύνδεση της οικονομίας με την αγορά ακινήτων μεγάλωσε, με αποτέλεσμα εντονότερες διακυμάνσεις: σε περίοδο μεγέθυνσης, η βρετανική οικονομία μεγεθυνόταν πιο γρήγορα από άλλες, ενώ σε μια καθοδική περίοδο, η πτώση ήταν περισσότερο απότομη. Η κρίση των μέσων της δεκαετίας του 70 (σε τράπεζες, ακίνητα και βιομηχανία) ερμηνεύεται καλύτερα μέσα από αυτό το πρίσμα: Η βρετανική οικονομία είχε λιγότερες αντοχές από εκείνες της Γερμανίας και της Ιαπωνίας για να αντεπεξέλθει στο τσουνάμι που δημιούργησε η κατάργηση του Bretton Woods το 1971.



1980: Κρίση χρέους των χωρών της Λατινικής Αμερικής
Η ΚΡΙΣΗ
Εκδηλώθηκε στις αρχές του 1980, όταν έγινε ξεκάθαρο ότι το επίπεδο του χρέους δεν μπορούσε να αποπληρωθεί. Από το 1960 και μετά, οι χώρες της περιοχής, και ιδιαίτερα η Βραζιλία, η Αργεντινή και το Μεξικό, δανείζονταν μεγάλα ποσά από ξένες τράπεζες και επενδυτές, με όπλο τις προσδοκίες που δημιουργούσαν οι υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης που παρουσίαζαν. Η σταδιακή επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών, ειδικά μετά τη μεγάλη άνοδο των τιμών του πετρελαίου την περίοδο 1973-74, και η αύξηση των επιτοκίων το 1979 ανέκοψαν τη ροή κεφαλαίων προς τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, δημιουργώντας δυσκολίες στην εξυπηρέτηση του χρέους τους. Επιπλέον, η υποτίμηση των τοπικών νομισμάτων έναντι του δολαρίου (δανείζονταν σε δολάρια) κατέστησε ακόμα πιο δύσκολη την αποπληρωμή. Το 1981 οι φόβοι για την εξυπηρέτηση κλόνισαν τα χρηματιστήρια, ενώ τον Αύγουστο του 1982 ο υπουργός Οικονομικών του Μεξικού, Χεσούς Σίλβα Χέρτσογκ, κήρυξε στάση πληρωμών.
ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Αμέσως οι τράπεζες σταμάτησαν την παροχή νέων δανείων στις άλλες χώρες της περιοχής, ενώ κατέφυγαν σε αναδιαρθρώσεις των χαρτοφυλακίων, για να εμποδίσουν την εξάπλωση του πανικού και στο τραπεζικό σύστημα. Η διακοπή της ροής ξένων κεφαλαίων προκάλεσε σοκ στις οικονομίες της Λατινικής Αμερικής, με υψηλή ανεργία, μείωση παραγωγής και μείωση εισοδημάτων που είχε διάρκεια σχεδόν 10 χρόνια. Η κρίση χρέους των χωρών της Λατινικής Αμερικής έχει μείνει γνωστή ως η Χαμένη Δεκαετία.
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Οι χώρες υιοθέτησαν περιοριστικές πολιτικές, εγκαταλείποντας την προσπάθεια μέσω της ενίσχυσης της εσωτερικής ζήτησης και δίνοντας έμφαση στις εξαγωγές. Αρχικά ακολουθήθηκαν οι αποκαλούμενες νεοφιλελεύθερες συνταγές του ΔΝΤ, χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα, καθώς η ύφεση επιδεινώθηκε, οδηγώντας τις περισσότερες χώρες σε αυτό που είχε περιγράψει ο μεγάλος Αμερικανός οικονομολόγος Ιρβινγκ Φίσερ ως «παγίδα του χρέους», δηλαδή σε μια ιδιότυπη κατάσταση όπου όσο αγωνίζεσαι να μειώσεις το χρέος, τόσο αυτό αυξάνεται. Στις αρχές του 1987 η Βραζιλία κήρυξε στάση πληρωμών και τελικά το πρόβλημα λύθηκε δύο χρόνια μετά, με το Σχέδιο Μπράντι, που συνδύαζε «κούρεμα» του χρέους και βελτίωση όρων (επιμήκυνση, μείωση επιτοκίου).
ΣΧΟΛΙΟ
Στα τέλη της δεκαετίας του '60 τα σταθερά, χαμηλά επιτόκια στη Δύση έδωσαν κίνητρο στις δυτικές τράπεζες να επεκταθούν στον τότε Τρίτο Κόσμο, όπου η τεράστια ζήτηση για επενδυτικά κεφάλαια (υποδομές, υγεία, παιδεία κ.λπ.) τους εξασφάλιζε καλύτερες αποδόσεις. Οι τραπεζίτες συνέρρεαν στη Λ. Αμερική, στην Αφρική, ακόμα και στο ανατολικό μπλοκ (ιδίως Πολωνία, Ρουμανία και Γιουγκοσλαβία), προσφέροντας στις κυβερνήσεις αυτών των χωρών δελεαστικά δάνεια. Κι αφού εκείνες ανέκυψαν, ήρθαν οι πετρελαϊκές κρίσεις, ο μεγάλος πληθωρισμός της δεκαετίας του 70 και οι θεαματικές αυξήσεις επιτοκίων με τις οποίες αντέδρασαν οι κεντρικές τράπεζες της Δύσης. Ο συνδυασμός υψηλών τιμών του πετρελαίου, υψηλών επιτοκίων (που πολλαπλασίασαν γρήγορα το χρέος) και καθίζησης της ζήτησης για τα εξαγώγιμα προϊόντα τους έβαλε χώρες της Λ. Αμερικής σε μια δίνη όπου τα χρέη μεγάλωναν, το εθνικό εισόδημα μειωνόταν και η ισοτιμία του νομίσματος κατέρρεε (αυξάνοντας κι άλλο το ποσοστό χρέους). Τότε παρενέβη το ΔΝΤ, παρέχοντας δάνεια που στόχο είχαν την αποπληρωμή των χρεών στις δυτικές τράπεζες, με αντάλλαγμα την υιοθέτηση των λεγόμενων Special Adjustment Programs - μια σειρά από μνημονιακού τύπου περικοπές στην κοινωνική πρόνοια, την παιδεία και, βεβαίως, εκτεταμένες εθνικοποιήσεις που κατέληξαν να μεταφέρουν τα σημαντικότερα των περιουσιακών στοιχείων αυτών των χωρών στους δανειστές τους. Όσο για τα προϋπάρχοντα χρέη, και αφού σε αυτά προστέθηκαν τα νέα χρέη προς το ΔΝΤ, κάποια στιγμή όλοι παραδέχτηκαν ότι δεν ήταν δυνατόν να αποπληρωθούν. Τότε έγινε η αναδιάρθρωση χρέους. Αυτή είναι η ιστορία μιας εγκληματικά καθυστερημένης αναδιάρθρωσης, που καταδίκασε μια ολόκληρη γενιά της Λ. Αμερικής στη φτώχεια και την υποανάπτυξη. 


1994-1995: Μεξικό - Αργεντινή
Η ΚΡΙΣΗ
Η πολιτική αστάθεια στο Μεξικό στις αρχές του 1994 προκάλεσε μείωση των εισροών ξένων κεφαλαίων, ανοίγοντας την όρεξη στους κερδοσκόπους οι οποίοι επιτέθηκαν στο νόμισμα της χώρας. Στο τέλος του έτους το νόμισμα υποτιμήθηκε, ενώ η κυβέρνηση, έχοντας ξοδέψει το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγματικών αποθεμάτων για την υπεράσπιση του νομίσματος, δεν μπορούσε να αποπλήρωσα το εξωτερικό χρέος. Η κρίση στην Αργεντινή ξεκίνησε αμέσως μετά το ξέσπασμα της κρίσης στο Μεξικό. Οι επενδυτές, εγχώριοι και ξένοι, αμφισβήτησαν τη δυνατότητα της κυβέρνησης να διατηρήσει σταθερή την ισοτιμία και άρχισαν μαζικά να αποσύρουν κεφάλαια και καταθέσεις. Ο πανικός, ουσιαστικά, προκάλεσε την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος της χώρας.
ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) του Μεξικού κατέρρευσε το 1995, σημειώνοντας πτώση κατά 6%, ενώ η ανεργία διπλασιάστηκε. Μείωση κατά 2,8%  παρουσίασε το ΑΕΠ της Αργεντινής, ενώ η ανεργία αυξήθηκε σημαντικά, φτάνοντας το 18%.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Η κυβέρνηση του Μεξικού αρχικά προσπάθησε να αποκρούσει την κερδοσκοπική επίθεση, στηρίζοντας την ισοτιμία (αφανίζοντας μεγάλο μέρος των συναλλαγματικών αποθεμάτων), αλλά τελικά δεν απέφυγε την υποτίμηση. Τελικά οι ΗΠΑ και το ΔΝΤ χορήγησαν δάνεια έκτακτης ανάγκης επιβάλλοντας μεταρρυθμίσεις. Το πρόγραμμα είχε επιτυχία και από το 1996 η χώρα επανήλθε σε αναπτυξιακή τροχιά. Η Αργεντινή απέφυγε, προσωρινά, την κατάρρευση, αφού της χορηγήθηκε δάνειο με τη συμμετοχή του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Δεν κατάφερε, όμως, να αποφύγει την σοβαρότερη κρίση του 1999-2002 που την οδήγησε σε στάση πληρωμών.
ΣΧΟΛΙΟ
Μετά την καταστροφική δεκαετία του '80 που άφησε πίσω ένδεια και υπερπληθωρισμό, οι νέες ηγεσίες (υπό την καθοδήγηση και του ΔΝΤ) έθεσαν πρωταρχικό τους στόχο την πάταξη του πληθωρισμοί). Ήταν τότε που οι ιδέες του Μίλτον Φρίντμαν εξαπλώνονταν από τη Χιλή του Πινοσέτ σε ολόκληρη την ήπειρο, προκρίνοντας την ανάγκη διατήρηση σταθερών τιμών ως προαπαιτούμενο για την ανάπτυξη. Πώς, όμως, θα επιτυγχάνονταν οι σταθερές τιμές; Η απάντηση που δόθηκε ήταν απλή: Να «δεθούν» τα ντόπια νομίσματα με το δολάριο (το λεγόμενο dollar peg). Όπερ και εγένετο. Η σταθερή ισοτιμία με το δολάριο σταθεροποίησε τις τιμές και έδωσε κίνητρο σε ξένα κεφάλαια να εισρεύσουν και πάλι σε αυτές τις χώρες, ψάχνοντας υψηλότερα επιτόκια (σε σχέση με εκείνα στη Δύση). Οι εισροές αύξησαν τις τιμές των ακινήτων, οδήγησαν σε μεγαλύτερο εγχώριο δανεισμό και στη μεγέθυνση του εμπορικού ελλείμματος. Όταν το έλλειμμα ξεπέρασε κάποιο επίπεδο, άρχισε η πίεση στη σταθερή ισοτιμία να γίνεται αφόρητη· Αρχικά, οι κυβερνήσεις ξόδεψαν όλα τους τα αποθεματικά σε δολάρια, προσπαθώντας να αποφύγουν τη μοιραία υποτίμηση. Κι όταν έμειναν από συνάλλαγμα, άρχισαν να δανείζονται και πάλι από το ΔΝΤ. Όταν οι ξένοι επενδυτές (και οι ντόπιες «ελίτ») κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν τη σταθερή ισοτιμία για να ρευστοποιήσουν τις τοποθετήσεις τους και να βγάλουν τα κεφάλαια τους στο εξωτερικό, η κρίση έφτασε στη λογική της κατάληξη: η σταθερή ισοτιμία καταργήθηκε και οι χώρες αυτές είδαν το ποσοστό χρέους τους (σε ξένο νόμισμα) να εκτοξεύεται στα ύψη (καθώς το εισόδημα τους σε δολάρια συρρικνώθηκε απότομα). Οι στάσεις πληρωμών που ακολούθησαν ήταν απλώς αναπόφευκτες.



1997: Ασιατική κρίση
Η ΚΡΙΣΗ
Οι οικονομικές «τίγρεις» -Χονγκ Κονγκ, Ταϊβάν, Νότια Κορέα, Σιγκαπούρη, Ταϊλάνδη κ.ά.- της Ασίας θεωρούνταν πρότυπα οικονομικής ανάπτυξης, εμφανίζοντας για πολλά έτη εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης Σε συνδυασμό με τη χρηματοοικονομική απελευθέρωση, δέχτηκαν πακτωλό ξένων κεφαλαίων που επιτάχυναν την ανάπτυξη, όμως παράλληλα δημιούργησαν μια μεγάλη «φούσκα» στην αγορά ακινήτων. Τον Ιούλιο του 1997 ξέσπασε η κρίση με αφορμή την υποτίμηση του ταϊλανδικού νομίσματος (baht) και γρήγορα έλαβε διαστάσεις ευρύτερης χρηματοοικονομικής κρίσης, συμπαρασύροντας τις οικονομίες και των υπόλοιπων χωρών της ανατολικής Ασίας. Την κατάσταση επιδείνωσε η σύνδεση των τοπικών νομισμάτων με το δολάριο.
ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Η κρίση προκάλεσε μεγάλο σοκ, καθώς αφορούσε οικονομικά προηγμένες χώρες. Η ταχύτητα φυγής κεφαλαίων, αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης, δεν είχε προηγούμενο, οδηγώντας στην κατάρρευση των αγορών και των οικονομιών.
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Οι Αρχές προσπάθησαν να αντιδράσουν για τη στήριξη των νομισμάτων, ανεβάζοντας τα επιτόκια και ξοδεύοντας τα συναλλαγματικά τους αποθέματα σε δολάρια. Τα υψηλά επιτόκια όμως δεν στάθηκαν ικανά να προσελκύσουν ξένα κεφάλαια, οδηγώντας σε κατάρρευση πολλές τοπικές βιομηχανίες. Ακολούθησε η έλευση του ΔΝΤ, που επέβαλε μεγάλες περικοπές κρατικών δαπανών αλλά και τη διατήρηση της ισοτιμίας των νομισμάτων τους σε υψηλά επίπεδα. Η πολιτική του ΔΝΤ προκάλεσε έντονη κριτική και από πολλούς κρίθηκε ως αναποτελεσματική. Τελικά, οι χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας κατάφεραν να ξεπεράσουν την κρίση το 1998. Η μεγάλη υποτίμηση των νομισμάτων των χωρών της περιοχής βοήθησε την αναθέρμανση της ισχυρής παραγωγικής τους βάσης· στη συνέχεια επικεντρώθηκαν στις εξαγωγές και στη δημιουργία εμπορικών πλεονασμάτων. Μετά τη βύθιση του 1998, ακολούθησε ισχυρή ανάπτυξη. Η Ταϊλάνδη παρουσίασε μέση αύξηση ΑΕΠ 4% το διάστημα 2000 - 2008, ενώ η Νότια Κορέα πέτυχε μέση αύξηση ΑΕΠ 7,1 % το διάστημα 2004 - 2008. Ισχυρή ανάπτυξη γνώρισαν οι περισσότερες χώρες της περιοχής.
ΣΧΟΛΙΟ
Πρόσφατα βρέθηκα στη Νότια Κορέα, όπου είχα την τύχη να συνομιλήσω με πολλούς οικονομολόγους (καθώς και με τον υπουργό των Οικονομικών). Αν και έχουν περάσει τόσα χρόνια από την κρίση του 1997/98 μου έκανε εντύπωση πόσο βαθιά είναι ακόμη τα τραύματα που έχει αφήσει και η αντιπάθεια που εξέφρασαν όλοι τους για το ΔΝΤ - από τον υπουργό μέχρι και τον τελευταίο συνάδελφο. Παραθέτω τα λόγια ενός καθηγητή από το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σεούλ, του Ουασικ Μουν. Αναφερόμενος στην ξαφνική έξοδο των ξένων κεφαλαίων από την χώρα και την προσπάθεια της Κορέας να συγκρατήσει την κατάρρευση του νομίσματός της, είπε: «Όταν η χώρα ξέμεινε από ξένο συνάλλαγμα, μας επισκέφτηκε το ΔΝΤ. Για να μας δανείσει ώστε να μπορεί η βιομηχανία μας να συνεχίσει να εισάγει πρώτες ύλες, επέβαλε δραστικές περικοπές στο... πλεονασματικό κράτος μας. Αναγκαστήκαμε να περικόψουμε την παιδεία, την υγεία και άλλες σημαντικές υποδομές που λειτουργούσαν περίφημα, αντί να στραφούμε εναντίον των πραγματικά υπευθύνων για την κρίση: των τραπεζών και των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα που είχαν δανειστεί υπέρογκα ποσά. Το ΔΝΤ  εφάρμοσε σε εμάς το ίδιο πρόγραμμα που είχε σχεδιάσει για ελλειμματικά, διεφθαρμένα, αναποτελεσματικά κράτη. Αυτό έφερε μείωση της αποτελεσματικότητας του κράτους και  επιδείνωση της κρίσης. Ευτυχώς που η δική μας κυβέρνηση δεν άκουσε το ΔΝΤ και εξανάγκασε τις τράπεζες σε ριζική αναδιάρθρωση».



2000: Η «φούσκα» των dot.com
Η ΚΡΙΣΗ
Ήταν αποτέλεσμα της αχαλίνωτης χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας με επίκεντρο τις μετοχές των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας. Αναπτύχθηκε στη σκιά των μεγάλων προσδοκιών που δημιούργησε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 η ανάπτυξη τον Διαδικτύου. Κορυφώθηκε το 2000, όταν ο δείκτης των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας (NASDAQ) ξεπέρασε τις 5.100 μονάδες. Την αφορμή για την κατάρρευση έδωσε η πολιτική αύξησης των επιτοκίων από την αμερικανική Κεντρική Τράπεζα (FED), η οποία ξεκίνησε το 1999.
ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Ο δείκτης NASDAQ, τη διετία 2000 - 2002, κατέρρευσε προς το επίπεδο των 1.200 μονάδων, ενώ πολλές εκατοντάδες εταιρείες υψηλής τεχνολογίας που δραστηριοποιούνταν στο χώρο του Διαδικτύου αφανίστηκαν. Η μείωση της χρηματιστηριακής αξίας των εταιρειών ήταν της τάξεως των 5 τρισ. δολαρίων, ενώ επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων έγιναν καπνός. Η America Online θρυλική την εποχή εκείνη εταιρεία, συγχωνεύθηκε με την Time Warner, κίνηση που αργότερα χαρακτηρίστηκε η χειρότερη επιχειρηματική κίνηση στην Ιστορία. Η WorldCom κατέρρευσε, καθώς αποκαλύφθηκε ότι έκανε χρήση παράνομων λογιστικών πρακτικών (για να φουσκώνει τα κέρδη και να τροφοδοτεί την άνοδο της μετοχής). Η εμπιστοσύνη κλονίστηκε, ενώ η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ επέβαλε αυστηρές ποινές στη Citigroup και τη Merrill Lynch.
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Για τη σταθεροποίηση της χρηματιστηριακής αγοράς και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, η FED ενίσχυσε σημαντικά τη ρευστότητα, μειώνοντας πολύ τα επιτόκια. Η μεγάλη μείωση των επιτοκίων και η διατήρηση τους σε χαμηλά επίπεδα για χρόνια σταδιακά οδήγησε σε κατάχρηση του δανεισμού ως εργαλείου ανάπτυξης, δημιουργώντας νέες «φούσκες» με σημαντικότερη αυτή της αγοράς ακινήτων και οδηγώντας τις ΗΠΑ λίγα χρόνια αργότερα σε πολύ μεγαλύτερες περιπέτειες.
ΣΧΟΛΙΟ
Από το 1995 μέχρι και το 2001 ο κόσμος του χρήματος παρανόησε. Νέες εταιρείες, με λίγα (σχετικά) κέρδη, εξαγόραζαν χωρίς να δώσουν ούτε ένα δολάριο κραταιές, παραδοσιακές επιχειρήσεις με πολλαπλάσια κέρδη Π.χ. η διαδικτυακή εταιρεία America On Line (AOL), που αγόρασε το γνωστό κολοσσό Time Warner. Παρόλο που η AΟL έβγαζε το το 30% των κερδών και των δύο, κατέληξε να κατέχει το 55% της νέας εταιρείας. Πώς το κατάφερε; Χρησιμοποιώντας τη χρηματιστηριακή της αξία, που δεν ήταν παρά μια «φούσκα» βασισμένη σε γραμμικές (για να μην πω εκθετικές) και ανόητες προεκτάσεις των ρυθμών ανάπτυξης της στο απώτερο μέλλον. Όσο για το μέγεθος της «φούσκας», σημειώστε τα εξής: Κατά τη συγχώνευση, η νέα εταιρεία AOL-TimeWarner  είχε χρηματιστηριακή αξία 350 δισ. δολάρια. Το 2007 η αξία αυτή είχε συρρικνωθεί στα... 29 δια δολάρια. Για να συμβεί όμως αυτό έπρεπε πρώτα να γίνει μια τεράστια καθίζηση στα χρηματιστήρια το 2000/01. Για να μην ακολουθήσει τα χρηματιστήρια στον πάτο  η υπόλοιπη οικονομία, η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ επί προεδρίας Αλαν Γκρίνσπαν μείωσε σημαντικά τα  επιτόκια. Έτσι όμως φούντωσε ο δανεισμός που χρησιμοποιήθηκε για δύο σκοπούς: αγορές ακινήτων και αγορές δομημένων παραγώγων. Έτσι το σκάσιμο της «φούσκας» της Νέας Οικονομίας το 2001 έβαλε το λιθαράκι του στην οικοδόμηση μιας νέας, μεγαλύτερης «φούσκας» η οποία έσκασε το 2008 αλλάζοντας τον κόσμο για πάντα.



2007 - 2008: Η ιστορία επαναλαμβάνεται
Η ΚΡΙΣΗ
Ξεκίνησε από την κατάρρευση της αγοράς στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου των ΗΠΑ. Στη συνέχεια επεκτάθηκε στις αγορές ομολόγων και τις διατραπεζικές αγορές (τις αγορές απ' όπου δανείζονται μεταξύ τους οι τράπεζες) και τελικά εξελίχθηκε σε βαθιά κρίση εμπιστοσύνης του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Είχε προηγηθεί μια δεκαετία ισχυρής ανάπτυξης με εντυπωσιακή αύξηση της παραγωγικότητας και θεαματική άνοδο των τιμών στην αγορά ακινήτων αλλά και στο χρηματιστήριο. Η πορεία αυτή τροφοδοτήθηκε από τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια (που, παραδόξως, δεν δημιούργησαν πληθωρισμό, δίνοντας την  ψευδαίσθηση ότι οι οικονομικοί κύκλοι νικήθηκαν) τόσο στις ΗΠΑ όσο και παγκοσμίως. Τα χαμηλά επιτόκια οδήγησαν σε υπερδανεισμό επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αλλά και κυβερνήσεις χωρών. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η πολιτική της απελευθέρωσης των αγορών που είχε ήδη εφαρμοστεί στις ΗΠΑ.
ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Η απώλεια εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα  οδήγησε σε κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η τραπεζική κρίση και η επακόλουθη κρίση ρευστότητας και εμπιστοσύνης οδήγησαν σε βύθιση τις οικονομίες σε όλο τον κόσμο. Στις ΗΠΑ ο ρυθμός ανάπτυξης συρρικνώθηκε στο 1 % το 2008, ενώ υποχώρησε στο -2,6%  το 2009. Η γερμανική οικονομία πραγματοποίησε βουτιά κατά 4,7% το 2009, ενώ  5% μειώθηκε το ΑΕΠ της Βρετανίας. Μεγάλη αύξηση σημειώθηκε στην ανεργία, ειδικά στις ΗΠΑ
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Υπό το φάσμα της επανάληψης της τραγωδίας του 1929, κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες έδρασαν συντονισμένα και ταχύτατα με την παροχή άπλετης ρευστότητας στις τράπεζες, για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα, τη μείωση των επιτοκίων και την εφαρμογή προγραμμάτων τόνωσης για την αναθέρμανση των οικονομιών. Στις ΗΠΑ η κυβέρνηση Ομπάμα ακολούθησε έντονα επιθετική νομισματική πολιτική (με περικοπές φόρων και έκδοση νέου χρήματος) για την αναθέρμανση της οικονομίας και τη μείωση της ανεργίας. Το 2011 το ΑΕΠ «έτρεχε» με +2,7%, ωστόσο η ανεργία παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα, κοντά στο 10%. Πακέτα για τη στήριξη των τραπεζών και την τόνωση των οικονομιών τους εφάρμοσαν και οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, χωρίς όμως να ακολουθήσουν επιθετική νομισματική πολιτική. Μετά το σοκ του 2009, οι οικονομίες των χωρών της Ευρώπης επίσης ανακάμπτουν. Ωστόσο, οι φόβοι για το επίπεδο χρέους πολλών ευρωπαϊκών χωρών αλλά και των ΗΠΑ δημιουργεί ανησυχία για τη διατηρησιμότητα της ανάπτυξης.
ΣΧΟΛΙΟ
Τον Οκτώβριο του 2008, ο Αλαν Γκρίνσπαν, πρώην πρόεδρος της Fed, εξομολογήθηκε το εξής αξιοσημείωτο: «Υπάρχει ένα σφάλμα στο μοντέλο που θεωρούσα ότι είναι η κρίσιμη λειτουργική δομή η οποία καθορίζει το πώς λειτουργεί ο κόσμος». Όταν ο Μεγάλος Δρυϊδης ομολογεί ότι βάσισε όλη τη μαγεία του σε ένα λανθασμένο μοντέλο, κάτι σοβαρό πρέπει να συνέβη. Ένα γεγονός στο οποίο οι κυβερνώντες έδιναν μηδενική πιθανότητα. Δεν ήταν μόνο το μέγεθος της καταστροφής - η πλήρης κατάρρευση της Wall Street και του City, τα 40 τρισ. δολάρια που χάθηκαν στα χρηματιστήρια, οι 700 χιλιάδες μηνιαίες απολύσεις μόνο στις ΗΠΑ για 18 συνεχόμενους μήνες, ό διπλασιασμός του δημόσιου χρέους που προέκυψε παγκοσμίως (καθώς οι φορολογούμενοι στήριζαν από το υστέρημα τους τις ανεγκέφαλες τράπεζες) κ.λπ., κ.λπ. Ο λόγος που το 2008 έγινε ένα νέο 1929 είναι άλλος: έθεσε εκτός λειτουργίας τον βασικό μηχανισμό με τον οποίο η παγκόσμια οικονομία κατάφερνε να ανακυκλώνει τα πλεονάσματα της και έτσι να αναπτύσσεται: τις ΗΠΑ. Μπορεί η οικονομία των ΗΠΑ να παραμένει η σημαντικότερη παγκοσμίως, όμως, μετά το 2008 αδυνατεί να λειτουργεί ως μια γιγάντια ηλεκτρική σκούπα που απορροφά τα εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας, της Ιαπωνίας και της Κίνας. Χωρίς αυτόν το μηχανισμό ανακύκλωσης (τον οποίο ούτε κατά διάνοια δεν μπορούν να υποκαταστήσουν η Κίνα, η Ινδία και η Γερμανία), η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται λίγο-λίγο σε μια μεταμοντέρνα έκδοση της δεκαετίας του 1930: μια περίοδο αναταράξεων, ελλιπούς συνολικής ζήτησης, μισαλλοδοξίας και ανακυκλούμενων κρίσεων. Προϊόν αυτής της «βλάβης» στον διεθνή μηχανισμό ανακύκλωσης των πλεονασμάτων είναι και η κρίση τον ευρώ. Όσο δεν αντιμετωπίζεται ορθολογικά και την αφήνουμε να «σέρνεται», η Ευρώπη απειλεί να γίνει για την οικουμένη ό,τι η Ελλάδα για την Ευρώπη: ο αδύναμος Κρίκος.
g/K (2011)

Δεν υπάρχουν σχόλια: