Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Τα «έξοδα» Κατοχής

Γερμανός αξιωματικός και ο συνεργάτης του απευθύνονται σε ξυπόλυτα παιδάκια. Τα παιδιά ήταν τα μεγάλα θύματα της κατοχικής πείνας



Τα «έξοδα» Κατοχής
Από τους πρώτους μήνες της Κατοχής η «κυβέρνηση συνεργασίας» του Τσολάκογλου κλιμάκωνε τις εκκλήσεις προς τους κατακτητές να μειώσουν τις απαιτήσεις τους, αφού το υπέρογκο ύψος των εξόδων κατοχής έθετε σε κίνδυνο όχι μόνο την οικονομία αλλά και την ίδια τη ζωή των Ελλήνων. Οι εν Αθήναις πολιτικοί εκπρόσωποι των αρχών Κατοχής υιοθέτησαν κατ' ουσίαν το αίτημα, τονίζοντας ότι η συνέχιση της αυθαίρετης και σπάταλης δημοσιονομικής πολιτικής των στρατιωτικών θα λειτουργούσε ως μπούμεραγκ -πέρα από τις μοιραίες συνέπειες για τον ελληνικό λαό. Πρώτον, επειδή ο καλπάζων πληθωρισμός και η απειλούμενη κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας θα υπονόμευαν τη στρατιωτική παρουσία του Άξονα στην Ελλάδα και, δεύτερον, γιατί ο πρωτοφανούς έκτασης λιμός θα προκαλούσε κοινωνικές αναταραχές με όλο και πιο ξεκάθαρο αντιστασιακό χαρακτήρα, ενώ ακόμη και η δωσίλογη κυβέρνηση θα εξαναγκαζόταν σε παραίτηση -εξέλιξη που θα φόρτωνε στις Αρχές Κατοχής και τα καθημερινά προβλήματα της διοίκησης. Έτσι, στις 14 Μαρτίου 1942, ύστερα από παρατεταμένες διαπραγματεύσεις στη Ρώμη, Ιταλοί και Γερμανοί αξιωματούχοι κατέληξαν σε συμφωνία σχετικά με τα δημοσιονομικά της κατεχόμενης Ελλάδας.
Το εν λόγω διμερές «Εμπιστευτικό Πρωτόκολλο» απλώς γνωστοποιήθηκε από τους δύο πρέσβεις με ρηματική διακοίνωση στον Τσολάκογλου. Στο κείμενο αυτό καθώς και στις μετέπειτα (2.12.42, 25.1.1943, 18.5.1943, και 25.10.43) τριμερείς συμφωνίες (τροποποιήσεις ως προς την τιμαριθμική αναπροσαρμογή με συμμετοχή πλέον της κατοχικής κυβέρνησης), προσδιορίστηκε οροφή για τα μηνιαίως καταβαλλόμενα έξοδα κατοχής. Αναφορικά με την ικανοποίηση των περαιτέρω απαιτήσεων των κατακτητών, επισημαίνεται ότι πρέπει «να διατεθώσιν υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως [Αθηνών], κατόπιν ειδοποιήσεως υπό των Πληρεξουσίων του Γερμανικού Ράιχ και του Βασιλείου της Ιταλίας εν Αθήναις, τα εκάστοτε αναγκαιούντα ποσά εις δραχμάς».
Σε σχέση με αυτά τα περαιτέρω «αναγκαιούντα ποσά», τα οποία απαιτούνταν ως μηνιαία «δανειακή» καταβολή από την Ελλάδα, οι γερμανικές ιδίως Αρχές χρησιμοποιούσαν μιαν άκρως ελαστική ερμηνεία του όρου «έξοδα πολέμου». Σύμφωνα με τη γερμανική εκδοχή, τα έξοδα πολέμου ξεπερνούσαν κατά πολύ τα έξοδα κατοχής που προβλέπονταν και καλύπτονταν από το πολεμικό δίκαιο, αφού συμπεριλάμβαναν «όλα τα έξοδα του πολέμου που διεξάγεται μέσα στην κατεχόμενη χώρα ή με αφετηρία αυτήν». Η διατύπωση αυτή αφορούσε κυρίως τις γερμανικές επιχειρήσεις στην Αν. Μεσόγειο και στη Βόρεια Αφρική. Σημειωτέον ότι τον Ιούνιο του 1942, στο αποκορύφωμα της εκστρατείας του Ρόμελ, το Ναυτικό είχε επωμισθεί ιδιαίτερα καθήκοντα συνδετικού κρίκου ανάμεσα στις δύο ηπείρους και επομένως το «μερίδιο» του στα έξοδα που βάραιναν την Ελλάδα εκτινάχθηκε στο 69% του συνολικού ποσού που έλαβαν τα τρία όπλα της Βέρμαχι! Έτσι οι πιο αρμόδιοι Γερμανοί ειδήμονες παραδέχθηκαν ότι «δεν έγινε διαχωρισμός ανάμεσα στα ποσά που ήταν αναγκαία για την τήρηση της τάξεως και της ασφάλειας στην Ελλάδα και στα έξοδα που προοέκυψαν στην Ελλάδα για τη διεξαγωγή του πολέμου κατά της Αγγλίας στο μεσογειακό χώρο». Επιπλέον, η κατοχική κυβέρνηση των Αθηνών επιβαρύνθηκε με τα έξοδα των στρατευμάτων στη Β. Ήπειρο, η οποία υπαγόταν στη Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση Ελλάδος.
Από τα έξοδα εντός της χώρας, 50% τουλάχιστον από τις ελληνικές πληρωμές χρησιμοποιούνταν για οχυρωματικά ή άλλα «κατασκευαστικά έργα». Παρ' ότι οι Γερμανοί δημοσίως διατείνονταν ότι τα έργα αυτά και το κόστος που συνεπάγονταν αφορούσαν πρωτίστως στην «ανοικοδόμηση της Ελλάδας», η τελική έκθεση του οικονομικού επιτελείου ανασκεύασε τους ισχυρισμούς αυτούς. Οι συντάκτες της, μετά την αποχώρηση της Βέρμαχτ από την Ελλάδα, παραδέχθηκαν ενδοϋπηρεσιακώς ότι μόνον το 1,2% των κατασκευαστικών έργων «ωφελούσαν από κοινού Γερμανία και Ελλάδα».
Για τα αναληφθέντα ποσά το «Πρωτόκολλο» της Ρώμης είχε καθορίσει: «Διά των ποσών τούτων θα χρεώνονται υπό της Τραπέζης της Ελλάδος εις νέους ανοιχθησομένους ατόκους λογαριασμούς, η Γερμανική και Ιταλική Κυβέρνησις εις δραχμάς αναλόγως των υφ' εκατέρων των δύο στρατευμάτων κατοχής αναλαμβανομένων ποσών».
Επομένως, για την επιστροφή του «δανείου», οι εταίροι του Άξονα είχαν, μέσω υψηλόβαθμων αξιωματούχων των δύο υπουργείων Εξωτερικών, δεσμευτεί, έστω και με κάποια φραστική επιφύλαξη, απέναντι στο ελληνικό Δημόσιο. Η γερμανική πλευρά μάλιστα αναγνώριζε την υποχρέωση αυτή όχι μόνο με την ενδοϋπηρεσιακά χρησιμοποιούμενη ορολογία αλλά και έμπρακτα, όταν, ήδη από το 1943, άρχισε (παράλληλα με την είσπραξη νέων δανειοληπτικών ποσών από την Τράπεζα της Ελλάδος) την αποπληρωμή των παλαιότερων χρεώσεων σε μηνιαίες δόσεις. Μάλιστα, η τελευταία εξόφληση, σε ύψος 300 τρισεκατομμυρίων (πληθωριστικών!) δραχμών, καταβλήθηκε στην (κατοχική) κυβέρνηση Ράλλη έξι μέρες πριν από την, αποχώρηση της Βέρμαχτ!
Ένα μήνα πριν από την οριστική κατάρρευση του «Τρίτου Ράιχ», το άλλοτε οικονομικό επιτελείο της Γερμανικής Πρεσβείας στην Αθήνα υπέβαλε μια ογκωδέστατη τελική έκθεση στον πρόεδρο της Ράιχμπανκ, με κοινοποίηση προς το γερμανικό ΥΠ.ΕΞ., στην οποία το «δάνειο» χαρακτηριζόταν ως «πολιτικό χρέος». Για τον προσδιορισμό του ύψους του «γερμανικού χρέους προς την Ελλάδα» [sic], οι συντάκτες κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες να εκτιμήσουν τα αστρονομικά ποσά με βάση ένα σταθερό νόμισμα: τελικά υπολόγισαν ότι το γερμανικό χρέος ανέρχεται στο ποσό των 476 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων.
Για τους παραπάνω λόγους, η ελληνική κυβέρνηση σωστά θα έπρεπε να εμμένει πλέον σε μια στρατηγική που υπογραμμίζει την ιδιαιτερότητα του Κατοχικού Δανείου -με συνέπεια να μη δημιουργείται κανένα «προηγούμενο» για τους Γερμανούς- σε αντιδιαστολή με τις αξιώσεις άλλων πάλαι ποτέ γερμανοκρατούμενων χωρών, αποφεύγοντας έτσι κάθε σύνδεση του «δανείου» με το αίτημα των επανορθώσεων (κράτους προς κράτος) που δεν πρόκειται να ικανοποιηθεί από τη Γερμανία, κυριολεκτικά, «με καμιά κυβέρνηση». Η στρατηγική αυτή ενισχύεται και από την επανειλημμένη παραδοχή του κατοχικού Γερμανού πρέσβη στην Αθήνα Άλτενμπουργκ -π.χ. το 1957, με αφορμή τη σχετική συζήτηση στο ελληνικό κοινοβούλιο-ότι η συγκεκριμένη ελληνική αξίωση «δεν είναι εντελώς αδικαιολόγητη», ενώ το ακριβές ύψος θα έπρεπε να καθορισθεί σε διμερείς διαπραγματεύσεις.
Εδώ ακριβώς έγκειται το παράλογο του ζητήματος. Οι επίσημοι εκπρόσωποι του ναζιστικού Ράιχ, πριν και μετά το τέλος του Πολέμου, έχουν αναγνωρίσει τη συγκεκριμένη υποχρέωση της Γερμανίας έναντι της Ελλάδας. Αντιθέτως, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δυτικής Γερμανίας, δημοκρατικής διαδόχου του Ράιχ, αρνείται ακόμη και να συζητήσει το θέμα, μη παραλαμβάνοντας ούτε τα σχετικά έγγραφα - επικαλούμενη μάλιστα ρήτρα σε προπολεμική γερμανο-ελληνική «σύμβαση περί αμοιβαίας δικαστικής αντιλήψεως» επί καθεστώτων Χίτλερ/Μεταξά... Η σύμβαση αυτή επέτρεπε την απόρριψη της επίδοσης εγγράφου στην περίπτωση που ένα συμβαλλόμενο κράτος έκρινε ότι αυτό μπορούσε «να θίξη τα κυριαρχικά δικαιώματα ή την ασφάλειάν του»!
Χάγκεν Φλάισερ
ΠΟΛΕΜΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: