Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

Η Α.Μ. η πείνα






Η ΠΕΙΝΑ
Τα παιδιά της κατοχής φτιάχνουν τραγούδια για να ξεγελάσουν την πείνα τους, καθώς πλησιάζει ο χειμώνας και οι ελλείψεις στα είδη πρώτης ανάγκης μεγαλώνουν. Το τραγουδάκι που ακολουθεί είναι από τα γνωστότερα:
Πατάω ένα κουμπί και βγαίνει μια χοντρή και λέει στα παιδάκια: «Νιξ φαΐ!» Πατάω κι άλλο ένα και βγαίνει μια βαρέλα και λέει στα παιδάκια: «Νιξ σαρδέλα!» Εσύ με το ρουλό, που κλέβεις το χυλό, και κάνεις παπουτσάκια με φελλό... Θα πάω να το πω στον Ερυθρό Σταυρό πως είσαστε συνέταιροι κι οι δυο!
Όμως και οι μεγαλύτεροι δεν πάνε πίσω. Κάποιοι μάλιστα που αρθρογραφούν στον κατοχικό τύπο δεν διστάζουν να σατιρίσουν με καυστικό τρόπο την δυστυχία και την πείνα τους.
Το παρακάτω χρονογράφημα είναι από την εφημερίδα "Θάρρος" των Τρικάλων της 29ης Οκτωβρίου 1941





ΜΕΡΕΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ
Η Α.Μ. η πείνα
Που ήταν; Υπήρχε βέβαια· πως να μην υπάρχει αφού είναι αδελφή της ζωής; Μα όλοι δεν «ξέραμε το  μεγαλείο της»;   Μήπως δεν υπάρχει   ο   ηλεκτρισμός;    Αλλά τον βλέπουμε και τον ακούμε από   μακριά,  τον νοιώθουμε εξ αποστάσεως. Μας   θερμαίνει,   μας   φωτίζει,  μάς κινητοποιεί  στο πι και φι  —άλλα εκείνοι πού ξέρουν την πραγματική αξία του είναι αυτοί που.. κάθονται στην ηλεκτρική καρέκλα. Έτσι και με την πείνα. Όλοι λέγαμε «πεινώ» «πείνασα», «είχα μια πείνα διαβολεμένη»— μα όλα αυτά ήταν φιλολογία. Και το βραβείο Νόμπελ πού πήρε η «Πείνα» του Χάμσουν ήταν   κι'  αυτό   βραβείο  φιλολογικό,   αν   και  ο μεγάλος Νορβηγός, αλήτης   πριν   να    τη   γράψει την «Πείνα» του, την έζησε  πραγματικά. Τί κι' αν  έλεγε ό Σίλλερ ότι «ο έρως και  η πείνα κυβερνούν τον κόσμο» κλείνοντας μέσα στις λίγες αυτές λέξεις το   νόημα   της   ζωής; Τη φράση του μεγάλου ποιητή την περνούσαμε   κι' αυτή ατά   «φιλολογικά  κατάστιχα»                   
Και η «Πείνα»  (Μεγαλειότης πού   είναι;)   θίχθηκε   γϊ' αυτή μας την άγνοια, γι' αυτή την ντιλετάντικη   αδιαφορία μας. Φόρεσε το στέμμα της     και    μας  «αναγγέλθηκε» Και ήρθε· Στυγνή, σκληρή, αμείλικτη,   όπως   όλοι   οι δυνάστες, όπως  όλοι οι  τύραννοι, που δεν ξέρουν   το έλεος και τον οίκτο την   συνδιαλλαγή και την επιείκεια. Πτοημένοι,    τρομοκρατημένοι, εμβρόντητοι —γεμάτοι κατάπληξη,   μερικοί —γονατίζουμε    και   «φιλάμε με δέος κι' ευλάβεια τα κράσπεδα   της   πορφύρας της. Στο χρηματιστήριο   της  ζωής όπου είχαν παρεισφρύσει   νόθοι συνδυασμοί   και  καταστάσεις ψεύτικες, σημειώθηκε άγριο κατρακύλισμα όλων των άλλων «αξιών» και μόνο τα «χαρτιά»* της γαστρονομίας περνούν και ανεβαίνουν κάθε μέρα και ψηλότερα. Κοπιάστε τώρα αν αγαπάτε να κάνετε κουβέντα για τα «χρεόγραφα» της τέχνης , της ποίησης και της φιλοσοφίας μη δε του .. «συμποσίου» του Πλάτωνος εξαιρουμένου. Ορίστε να μιλήσετε τώρα, παρακαλώ, για την   θεωρία   του    Δαρβίνου,   του  Φράΰντ, ή τη θεωρία" της σχετικότητας. Ποιος  γυρίζει να σάς δει και  να σας ακούσει !
Κάντε όμως   πως   ξεδιπλώνετε μια    εφημερίδα   όπου   υπάρχει  μέσα   κρυμμένο   ψωμί, άσπρο, μαύρο, κίτρινο αδιάφορα (ω  η δόξα της περιφρονημένης μπομπότας !) και θα  δείτε   τριγύρω σας μάτια γουρλωμένα και … επιθετικά, θα νοιώσετε γύρω σας την καυστική   ατμόσφαιρα του   υψίστου ενδιαφέροντος. Όταν το άστρο του Βολταίρου μεσουρανούσε έλεγαν ατή Γαλλία στην Ευρώπη ολόκληρη «ήρθε»   «έφυγε»    «είναι   εδώ» κι' αυτό αρκούσε :   όλοι  ήξεραν ότι   δεν   επρόκειτο παρά για το    Βολταίρο.   Τώρα λέμε «ήρθε»   «θάρθει; »—κι'     όλοι  εννοούμε το ψωμί.  Όλα τ' άλλα είχαν πέσει   στο   βυθό της περιφρονήσεως, έχουν καταβαραθρωθεί στον καιάδα της ανυποληψίας. Ο μεγαλύτερος άνθρωπος της   ημέρας  θά ήταν σήμερα εκείνος που  θα παρήλαυνε διά των οδών με το μεγαλύτερο καρβέλι υπόμάλης. 


Ω ! τα καημένα τ' ανθρωπάκια πώς ζάρωσαν όλα   κι   έχασαν κάθε «κεκτημένη» αξιοπρέπεια μπροστά στους γουργουρισμούς του στομάχου. Ο «φτωχόκοσμος» βεβαία τα ήξερε όλα αυτά,   η  ταπεινή   αγέλη των   σκληρών   ψωμομάχων   τα ζούσε πάντοτε όλ' αυτά, μα εμείς οι άλλοι, οι  πολλοί κάναμε όλοι φιλολογία πάνω  στην Ιερή λέξι του ψωμιού, πάνω στην αδυσώπητη πραγματικότητα της «πείνας». Τώρα η Α.Μ. η πείνα μας ανακαλεί   στην   τάξη. Οι σειρήνες χτυπούν   νυχθημερόν συναγερμό (δέν είναι   το ίδιο οι γουργσυρισμοί   του στομάχου;) κι'  όλοι — λυμφατικοί, πληθωρικοί,,   χολερικοί, αδιάφορα —  όλοι τρέχουμε φύρδην,   μίγδην,    στα   καταφύγια  της αυτοσυντηρήσεως. Τι έγιναν οι ανόρεχτοι, οι δυσπεπτικοί, οι γκρινιάρηδες,   πού κανένα τρόφιμο δεν τους ικανοποιούσε κι' όλα   τα   περιφρονούσαν κι' όλα τα 'βρισκαν   αδιάφορα ; Αυτοί   έχουν   γίνει   τώρα οι μεγαλύτεροι   φαγάδες   του κόσμου. Οι στομαχολόγοι   τα έχουν χαμένα. Η  υποβολή, αυτό το βασικό θεμέλιο πάσης νόσου και πάσης   μαλακίας, εσαρώθει τώρα από την πείνα. Οι κατά φαντασία   ασθενείς γιατρεύτηκαν.   Οι μίζεροι, οι «μημουαπτικοί» και οι μυγιάγγιχτοι, που δεν καταδέχονταν ποτέ να πιάσουν το παιδάκι   με το χέρι τώρα χουφτώνουν και με τα πέντε δάχτυλα ότι   νάνε— αρκεί να τρώγεται. Να   και η άλλη όψη του νομίσματος, να και ή ευεργετική πλευρά   του δράματος της ψωμοθηρίας.
Και τώρα είναι καιρός ν' αναθεωρηθούν και   μερικοί καθιερωμένοι όροι, μερικές φράσεις που είναι πια  χωρίς περιεχόμενο. Λέγαμε άλλοτε εις   ένδειξηπεριφρόνησης και ευτελείας, «αντί πινακίου φακής». Σήμερα   μια   τέτοια   έκφραση είναι, το λιγότερο, ανευλάβεια. Ξέρω άνθρωπο που «αντί πινακίου φακής» θα έδινε όχι μόνο τα πρωτοτόκιά του, άλλα πολύ περισσότερα πράγματα…
«Τα πάντα ρεί» —ο κλαυσίνος φιλόσοφος της Εφέσου δικαιώνεται ακόμα μια φορά» Και ή ζωή συνεχίζει το δρόμο της. 

Τρίκαλα 27—10—1941


ΚΛΑΥΔΙΟΣ   ΜΑΡΚΙΝΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: