Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

CHARLIE CHAPLIN ο Σαρλώ




Charlie Chaplin
«Δώστε μου ένα πάρκο, έναν αστυνομικό και ένα όμορφο κορίτσι και σας φτιάχνω μια κωμωδία». Χριστούγεννα του 1977, ο πρώτος αυθεντικός σταρ του Χόλυγουντ περνάει για πάντα στην αιωνιότητα Όσο καλά κι αν' γνωρίζουμε τον Σαρλό στο πανί τόσο μυστήριος υπήρξε στην προσωπική του ζωή και στις πολιτικές του πεποιθήσεις.


ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ


Ιούνιος του 1917. Οι διευθυντές της First National Exbitor's Circuit κοντεύουν να πάθουν συγκοπή από το άγχος, αλλά και την ανυπόφορη ζέστη της Καλιφόρνια. Είχαν κάνει πρόταση στο μεγάλο αστέρι της Mutual Film Corporation και δεν ήταν σίγουροι ότι θα τη δεχτεί. Του πρόσφεραν 1 εκατομμύριο δολάρια το χρόνο -ποσό αστρονομικό για την εποχή-, όταν στην παλιά του δουλειά έπαιρνε 10.000 δολάρια την εβδομάδα και επιπλέον 150.000 δολάρια bonus αν έπιανε τον αριθμό που είχαν βάλει στόχο στα εισιτήρια. Και όλα αυτά για έναν άνθρωπο που μέχρι πριν από πέντε χρόνια ήταν παντελώς άγνωστος. Όταν το 1913 άφηνε τις περιοδείες με το μπουλούκι για να υπογράψει το πρώτο συμβόλαιο με την Keystone, αυτή του πρόσφερε 125 δολάρια την εβδομάδα και ένα χρόνο μετά για να τον αποσπάσει η Essaney Films τού δεκαπλασίασε το βδομαδιάτικο, με τον όρο να γυρίζει σχεδόν μία ταινία κάθε δύο εβδομάδες. Όρος καθόλου δύσκολος, μιας και οι περισσότερες παραγωγές δεν διαρκούσαν πάνω από μία εβδομάδα. Ας είναι καλά ο ήλιος στην Καλιφόρνια. Η βιομηχανία του θεάματος βρήκε φιλόξενο έδαφος στις αχανείς εκτάσεις της Δυτικής Ακτής, καθώς, σε αντίθεση με άλλες περιοχές της Αμερικής, εκεί εννέα στις δέκα ημέρες είχε ήλιο. Αυτός ο ήλιος που τώρα επιτείνει την αγωνία των ανθρώπων της First National Exbitor's Circuit. Τελικά ο Τσάρλι Τσάπλιν εμφανίστηκε και έδωσε τέλος στο πρώτο θρίλερ που παίχτηκε στα περίχωρα του Λος Άντζελες. Για τον Τσάρλι αυτό το συμβόλαιο σήμαινε καταξίωση αλλά και οικονομική εξασφάλιση.

 Η μητέρα του Hannah

Καρπός δύο πλανόδιων ηθοποιών μιούζικαλ στο Λονδίνο, γνώρισε γρήγορα την εγκατάλειψη, όταν οι γονείς του χώρισαν πριν καλά καλά αυτός γίνει ενός έτους για να μείνει με τη μητέρα του. Αυτή ήταν που τον έβγαλε σχεδόν από μωρό στο σανίδι για να καλύψει το δικό της κενό. Πάσχοντας από μία χρόνια λαρυγγίτιδα, πρωταγωνίστρια από τα 16 της, είδε τα συμβόλαια της να μειώνονται δραματικά ώσπου εκμηδενίστηκαν όταν έβγαινε στη σκηνή και στα μισά δεν μπορούσε να εκφέρει τα λόγια της, τα οποία μετατρέπονταν σε ψίθυρο κάτω από τα γέλια των θεατών. Όπως αναφέρει στην αυτοβιογραφία του -στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επίκεντρο-,  «Η φασαρία μεγάλωνε, μέχρι  που η μητέρα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη σκηνή. Όταν μπήκε στα παρασκήνια, ήταν πολύ αναστατωμένη και λογομαχούσε με το σκηνοθέτη, που με είχε δει κάποτε να δίνω μια παράσταση μπροστά στους φίλους της και κάτι της έλεγε για να με αφήσει να παίξω στη θέση της. Μέσα στο πανδαιμόνιο, τον θυμάμαι να με παίρνει από το χέρι και να με αφήνει μόνο στη σκηνή. Εκεί μπροστά στα εκτυφλωτικά φώτα της ράμπας και στα πρόσωπα, τα πνιγμένα στον καπνό, άρχισα να τραγουδώ με τη συνοδεία της ορχήστρας, που, αφού παιδεύτηκε αρκετά, τα κατάφερε να βρει το κλειδί μου. Στα μισά του τραγουδιού ένας χείμαρρος από λεφτά πλημμύρισε τη σκηνή. Σταμάτησα αμέσως και τους ανακοίνωσα ότι θα μάζευα πρώτα τα λεφτά και μετά θα συνέχιζα το τραγούδι. Αυτό προκάλεσε πολύ γέλιο. Ο σκηνοθέτης εμφανίστηκε με ένα μεγάλο μαντίλι, για να με βοηθήσει να τα μαζέψω. Δεν γύρισα για να συνεχίσω το τραγούδι, προτού να δώσει το μαντίλι στα χέρια της μητέρας. Ένιωθα σαν στο σπίτι μου. Μιλούσα στους θεατές, χόρευα κι έκανα διάφορες μιμήσεις, μεταξύ αυτών και της μητέρας μου. Με όλη μου την αθωότητα μιμήθηκα τη φωνή της που ράγιζε και τα 'χασα με την απήχηση που είχε αυτό στο κοινό. Γέλια και φωνές και επιδοκιμασίες, κι άλλα λεφτά στο πάτωμα της σκηνής. Και όταν ήρθε η ίδια στη σκηνή για να με πάρει, η παρουσία της προκάλεσε απίθανα χειροκροτήματα. Εκείνη η νύχτα ήταν η πρώτη δική μου εμφάνιση στη σκηνή και η τελευταία της μητέρας μου». 

 Η πρώτη οικογενειακή φωτογραφία που είδε το φως της δημοσιότητας. Η ηθοποιός Lita Grey ήταν 15 ετών όταν ξεκίνησε ησχέση της με τον Chaplin

Η μητέρα του μικρού Τσάρλι δεν ξαναβρήκε ποτέ τη φωνή της. Τα οικονομικά τους δεν πήγαιναν και τόσο καλά, ενώ η βοήθεια από τον πατέρα του δεν ήταν δα και κάτι σημαντικό. Δέκα σελίνια την εβδομάδα, όποτε είχε κι αυτός δουλειά, όποτε δηλαδή του το επέτρεπε το ποτό. Αυτή η κατάσταση οδήγησε τον Τσάρλι και το μεγαλύτερο αδελφό του, Σίντνεϊ, στο φτωχοκομείο. Εκεί έμαθαν ότι η μητέρα τους είχε τρελαθεί, θα κλεινόταν σε άσυλο και την επιμέλεια τους θα αναλάμβανε ο πατέρας τους. Ένας άνθρωπος που τον είχαν δει μέχρι τότε τρεις φορές στη ζωή τους.
Το υποκριτικό ταλέντο του μικρού Τσάρλι βρήκε για άλλη μία φορά διέξοδο στις παραστάσεις του σχολείου και ο πατέρας του πίεσε τη μητέρα του, που πλέον είχε βγει από το άσυλο, να παίξει ο μικρός σε μία παράσταση που θα ανέβαζε ένας φίλος. Ο οχτάχρονος Τσάρλι ήξερε ήδη τι ήθελε να κάνει στη ζωή του από εκεί και πέρα. Η αρχή που έγινε στο Λονδίνο συνεχίστηκε στην Αμερική, όπου ο έφηβος πλέον Τσάρλι γύριζε τη χώρα με περιοδεύοντες θιάσους. Οι φιλίες και οι γνωριμίες τον έφεραν και στο Λος Άντζελες και στον κινηματογράφο, όπου ένα σενάριο που γράφτηκε στο πόδι και απαιτούσε το ρόλο ενός δημοσιογράφου τού έδωσε την ευκαιρία της ζωής του. Ο σκηνοθέτης τού είπε: «Χρειάζομαι μερικά γκαγκ εδώ, βάλε ένα αστείο μακιγιάζ». «Δεν είχα ιδέα τι μακιγιάζ να κάνω. Όμως καθώς πήγαινα προς την γκαρνταρόμπα, σκέφτηκα να ντυθώ με φαρδιά παντελόνια, στενό σακάκι, μεγάλα παπούτσια, μπαστούνι και σκληρό καπέλο. Ήθελα όλα να είναι μια αντίφαση. Δεν είχα ιδέα για το χαρακτήρα. Αλλά τη στιγμή που ετοιμάστηκα, τα ρούχα και το μέικ-απ με έκαναν να τον αισθανθώ. Άρχισα να τον συλλαμβάνω καλύτερα και μέχρι την ώρα που ανέβηκα πάνω στη σκηνή, είχε ολοκληρωτικά γεννηθεί. Άρχισα να βαδίζω καμαρωτά, κουνώντας το μπαστούνι μου και πηγαίνοντας μπρος και πίσω». Ο Σαρλό μόλις είχε γεννηθεί, ένας αλήτης, κύριος, ποιητής, ονειροπόλος, ένας μοναχικός ανθρωπάκος, που πάντα ελπίζει στην περιπέτεια.
Το ότι ο κινηματογράφος ήταν βουβός και τα καρέ όχι και τόσο γρήγορα έκαναν τη δουλειά ακόμη πιο εύκολη, αλλά στο στούντιο δεν τα πήγαινε και τόσο καλά με τους σκηνοθέτες και τους συναδέλφους. Ήθελε να κάνει πιο αστείες τις σκηνές και βρέθηκε στο χείλος της απόλυσης, όμως τα νέα ότι οι ταινίες που έπαιζε πουλούσαν σαν τρελές έκαναν το στούντιο να τον κρατήσει, χωρίς να του πουν για την επιτυχία του. 
 Ο Chaplin με την σύζυγό του Ούνα και 6 παιδιά τους το 1961

Ο Τσάρλι Τσάπλιν έγινε πλέον ο «Τσάρλι μας». Όλοι τον φώναζαν με το μικρό του. «Βρισκόμαστε στο 1914 και εγώ ήμουν 25 χρόνων και ερωτευμένος με τη δουλειά μου που μου έδινε τη δυνατότητα να γνωρίσω από κοντά όλους τους γνωστούς ηθοποιούς». Δεν άργησε όμως να έρθει και ο έρωτας. «Η πρώτη μου αγάπη ήταν η Πέγκι Πιρς, ένα εξαιρετικά όμορφο κορίτσι με λεπτά χαρακτηριστικά, κάτασπρο λαιμό και γοητευτικό σώμα. Η Πέγκι με αγαπούσε, αλλά δεν εννοούσε να προχωρήσει ούτε βήμα. "Πρώτα ο γάμος" έλεγε. Δεν ήμουν σε θέση να παντρευτώ την Πέγκι, ούτε καμία άλλη. Ζούσα μια συναρπαστική περιπέτεια, δεν υπήρχε στον κόσμο γυναίκα που θα μπορούσα να την ερωτευτώ περισσότερο από τη δουλειά μου». Αυτά γράφει ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του, όμως ο Κένεθ Λιγκ σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν από μία δεκαετία και στηρίζεται στις μαρτυρίες αρκετών ανθρώπων που βρίσκονταν στο κοντινό του περιβάλλον την εποχή εκείνη, αναφέρει ότι ο Τσάρλι είχε σχέσεις -κάτι παραπάνω από φιλικές- με μικρά κορίτσια, που η ηλικία τους ξεκινούσε από 8 χρόνων, την ηλικία που αυτός εγκατέλειψε το παιδί μέσα του για να βγει στο σανίδι. Τη συμπάθεια του αυτή προς τις μικρές ηλικίες τη μαρτυρούν και δύο από τους μετέπειτα γάμους του. Στα 28 του παντρεύτηκε τη 16χρονη ηθοποιό Μίλντρεντ Χάρις, στα 35 του την καλλονή Λολίτα Μακ Μάρεϊ (αργότερα Λίντα Γκρέι) και στα 44 τη 19χρονη Πολέτ Γκοντάρ. Τέταρτη και τελευταία σύζυγος του υπήρξε η κόρη του θεατρικού συγγραφέα Ευγένιου Ο' Νιλ, Ούνα, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα της. Όταν παντρεύτηκαν, εκείνος ήταν 54 χρόνων και εκείνη 18. Απέκτησαν οκτώ παιδιά. 

Chaplin and kids 
 
Πίσω στον κινηματογράφο, ο ίδιος αισθανόταν όλο και πιο δυνατός. Πλέον ήταν και σκηνοθέτης. Το 1915 βγαίνει στις αίθουσες το Χαμίνι, το οποίο μένει στην ιστορία ως το πρώτο αριστούργημα του. Διανύει την πιο δημιουργική περίοδο της καριέρας του, καθώς αναδεικνύεται σε ανυπέρβλητο μάστορα της παντομίμας, ικανό να οδηγεί τους θεατές του από το γέλιο στο δάκρυ με μια απλή έκφραση.
Το 1919 ιδρύει τη United Artists Corporations μαζί με δύο ακόμη μεγάλους ηθοποιούς της εποχής του, τη Μαίρη Πίκφορντ και τον Ντάγκλας Φέρμπανκς, και συνεχίζει τις εισπρακτικές επιτυχίες του, αγνοώντας για αρκετά χρόνια τη νέα τεχνολογία των ομιλουσών ταινιών, φοβούμενος ότι η ουσία της τέχνης του, η παντομίμα, θα εξαφανιζόταν ανάμεσα στους διάλογους. Τόσο "Τα φώτα της πόλης" (1931) όσο και οι "Μοντέρνοι καιροί" (1936) ήταν δύο ταινίες βουβές, που γνώρισαν τεράστια επιτυχία. Η πρώτη μάλιστα θα του χαρίσει και το μοναδικό -τιμητικό- Όσκαρ, δεκαετίες αργότερα, το 1972, για τη μουσική που είχε γράψει, ένα άλλο ταλέντο που είχε ο ταλαντούχος κύριος Τσάπλιν. 

 
Σε όλο αυτό το μεσοδιάστημα οι σχέσεις του με το Χόλιγουντ είχαν δοκιμαστεί. Η αδράνεια της Αμερικής στην άνοδο του φασισμού στα τέλη της δεκαετίας του '30 τον κάνει να πάρει πάνω του το αντιφασιστικό κίνημα. Γυρίζει το Δικτάτορα (1939-1940), μια παρωδία του Χίτλερ. Η ταινία ενοχλεί το Χόλιγουντ, που δεν θέλει να χάσει τη γερμανική αγορά. Οι οργανώσεις των Αμερικανών ναζί απειλούν ότι θα τον δολοφονήσουν. Σε μια συγκέντρωση στις 22 Ιουλίου 1942 στη Νέα Υόρκη δηλώνει: «Στα πεδία των μαχών της Ρωσίας, η Δημοκρατία θα επιζήσει ή θα πεθάνει. Η μοίρα των συμμάχων εθνών βρίσκεται στα χέρια των κομουνιστών. Αν η Ρωσία ηττηθεί, θα βρεθούμε σε απελπιστική κατάσταση». Είχε πλέον βαφτεί «κόκκινος». Το 1947, σε μια συνέντευξη Τύπου που δίνει με την ευκαιρία της τελευταίας του ταινίας, "Ο κύριος Βερντού", μπροστά σε εχθρικούς δημοσιογράφους, ο Τσάπλιν, γνωρίζοντας την εχθρότητα που προκαλεί, τους επιτίθεται: «Εμπρός λοιπόν! Αρχίστε να με σφάζετε!» Άλλο που δεν θέλουν οι δημοσιογράφοι: «Γιατί δεν είσαστε Αμερικανός πολίτης; Αληθεύει ότι αισθάνεστε κάποια συμπάθεια για τη Ρωσία; Είστε μπολσεβίκος;» Ο Τσάπλιν απαντά με τη χαρακτηριστική ειρωνεία του: «Δεν νομίζω πως πρέπει να ξεχωρίζουμε τους ανθρώπους ανάλογα με τις πεποιθήσεις τους. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στο φασισμό. Οσο για μένα, δεν ανήκω σε κανένα πολιτικό κόμμα. Η ζωή έχει γίνει πραγματικά πολύ περίπλοκη. Αρκεί σήμερα να κατέβει κάποιος από το πεζοδρόμιο με το αριστερό πόδι για να τον πουν κομουνιστή». Από τη στιγμή αυτή το διαζύγιο του Τσάπλιν με το Χόλυγουντ είναι οριστικό: «Εγώ, ο Τσάρλι Τσάπλιν, δηλώνω ότι το Χόλυγουντ ψυχορραγεί. Δεν έχει πια καμία σχέση με τον κινηματογράφο που θεωρείται ότι είναι τέχνη». 


Το 1949, γνωρίζοντας ότι θα κληθεί να πάρει θέση για τα πολιτικά του πιστεύω, ο Τσάπλιν στέλνει ένα τηλεγράφημα στη σχετική υπηρεσία: «Μαθαίνω από τον Τύπο ότι έχετε την πρόθεση να με καλέσετε τον Σεπτέμβριο του 1949 ενώπιον της Επιτροπής σας. Λέγεται ότι θέλετε να με ρωτήσετε αν είμαι κομουνιστής. Αφού επιθυμείτε να το μάθετε, δεν είμαι κομμουνιστής. Είμαι απλώς ένας συνεργός της ειρήνης». Ο Τσάπλιν «αυτοεξορίζεται» στην Ελβετία το 1952 και χαρακτηρίζεται persona non grata στην ίδια του την πατρίδα. Μια πατρίδα που την έκανε να γελάει δυνατά και έντονα, όσο εκείνος έμενε βουβός. Ίσως το πιο σημαντικό λάθος που έκανε σε ολόκληρη τη ζωή του να ήταν το ότι αποφάσισε να σπάσει τη σιωπή του.
ET WEEKLY·

Δεν υπάρχουν σχόλια: